Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ






κείμενο 1ο :
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ
(Το δέντρο του καλού και του κακού)
από το έργο : "περί κατασκευής του ανθρώπου"

Αλλά ίσως να ισχυριστεί κάποιος ότι ο άνθρωπος δεν θα ξαναγυρίσει στον ίδιο τρόπο ζωής, αφού αρχικά ζούσαμε με τη τροφή, ενώ στο μέλλον θα απαλλαγούμε απ’ αυτή την υπηρεσία.
Εγώ όμως ακούγοντας την Αγία Γραφή, μαθαίνω πως δεν υπάρχει μόνο σωματική τροφή, ούτε μόνο σαρκική ευχαρίστηση, αλλά γνωρίζω επιπλέον και κάποια άλλη τροφή, ανάλογη με αυτή του σώματος, και της οποίας η απόλαυση φτάνει μόνο στην ψυχή. “φάτε το ψωμί μου”, λέει στους πεινασμένους η σοφία ου Θεού. Και ο Κύριος μακαρίζει όσους πεινούν γι΄ αυτή την τροφή του Θεού. Και αλλού λέει “αν διψάει κανείς, ας έρχεται σε μένα και ας πίνει”. Και ο μεγάλος Ησαΐας λέει “πιείτε για να χαρείτε”, παραγγέλλει σ΄ όσους είναι δυνατοί να γνωρίζουν καλά το δικό του πνεύμα. Υπάρχει μάλιστα και κάποια προφητική απειλή εναντίον εκείνων, οι οποίοι είναι άξιοι τιμωρίας, που λέει ότι θα τιμωρηθούν με πείνα.
Και αυτή η πείνα δεν είναι κάποια στέρηση φαγητού ή νερού, αλλά είναι έλλειψη δυνατότητας να ακούσουν τα λόγια του Κυρίου.
Πρέπει λοιπόν να υπονοούμε έναν καρπό αντάξιο των καρπών της Εδέμ και να μην αμφιβάλουμε πως ο άνθρωπος τρέφεται μόνο με αυτόν. Και οπωσδήποτε και για τη διαμονή μας στον Παράδεισο να μην εννοούμε την τροφή που είναι εφήμερη και ανούσια. “από κάθε δέντρο που υπάρχει στον παράδεισο, θα πάρεις τροφή”.   
  Σε αυτόν που πεινά ποιος δίνει εκείνο το δέντρο, που βρίσκεται στον παράδεισο και περιέχει κάθε αγαθό, που όνομά του είναι τα πάντα, και μέσω του οποίου χαρίζει ο Λόγος την κοινωνία στον άνθρωπο; Γιατί με το Λόγο που είναι για όλα και βρίσκεται πάνω απ΄ όλα, η έννοια όλων των αγαθών είναι ένα ενιαίο σύνολο, ένα όλο. Και ποιος θα με απομακρύνει από εκείνο το δέντρο, του οποίου η απόλαυση είναι ολοκληρωτική; Ασφαλώς είναι φανερό ποιο είναι εκείνο το όλο, του οποίου καρπός είναι η ζωή, όπως επίσης και ποιο είναι αυτό το ανάμεικτο, του οποίου τέλος είναι ο θάνατος. Γιατί ο Θεός, που έκανε τον άνθρωπο να απολαύσει τα πάντα με αφθονία, να γευτεί τον καρπό, ο οποίος είναι κοινός και για τα δυο, δηλαδή για τη γνώση του καλού και του κακού.
    Νομίζω πως πρέπει να πάρουμε για δασκάλους τον μεγάλο Δαυίδ και τον Σολομώντα, για να μας εξηγήσουν αυτό το λόγο.  Γιατί και οι δυο θεωρούν πως η ευχαρίστηση είναι μία, αυτή που προέρχεται από την επιτρεπόμενη απόλαυση, από το όντως αγαθό.
Και ο Δαυίδ λέει “απόλαυσε την απόλαυση του Κυρίου με το παραπάνω”. Ενώ ο Σολομώντας ονομάζει δέντρο της ζωής αυτή την ίδια τη σοφία “που είναι ο Κύριος”.
 Άρα το κάθε δέντρο είναι το ίδιο το δέντρο της ζωής, του οποίου την απόλαυση επιτρέπει ο Λόγος σε εκείνον, που έχει δημιουργηθεί σύμφωνα με τη βουλή του Θεού.

Στην θέση αυτού του δέντρου τοποθετείται ένα άλλο, του οποίου ο καρπός είναι γνώση του καλού και του κακού, χωρίς βέβαια να καρποφορεί το καθένα χωριστά από όσα θεωρούνται αντίθετα. Αλλά παράγει έναν καρπό δύσκολο να τον διακρίνεις, και ανάμεικτο, που είναι ένα μείγμα από τις αντίθετες ποιότητες.
Ο αρχηγός της ζωής απαγορεύει να φας τον καρπό αυτού του δέντρου, τη συνιστά όμως το φίδι, για να ετοιμάσει έτσι την είσοδο στο θάνατο. Και γίνεται πιστευτό το φίδι, επειδή καλύπτει εξωτερικά τον καρπό με ωραίο χρώμα και με την ηδονή, για να διεγείρει πιο πολύ την όρεξη και τη γεύση.

Ποιο είναι λοιπόν εκείνο το δέντρο που έχει ανάμεικτη τη γνώση του καλού και του κακού, και που είναι στολισμένο με τα άνθη των ηδονών, που προκαλούν οι αισθήσεις; Νομίζω πως δε θα πέσω πολύ μακριά από την αλήθεια, αν χρησιμοποιήσω ως αφορμή στην εξέταση την έννοια του γνωστού. Γιατί νομίζω ότι στην προκειμένη περίπτωση η Αγία Γραφή δεν εννοεί την γνώση ως επιστήμη, αλλά βρίσκω μεταξύ γνώσης και διάκρισης κάποια διαφορά που προέρχεται από τη συνήθεια της Γραφής. Γιατί όπως λέει ο Απόστολος, η διάκριση του καλού απ’ το κακό με επιστημονικό τρόπο είναι καρπός μιας άριστης συνήθειας και προϋποθέτει την εξάσκηση των αισθητηρίων.
Γι’ αυτό και δίνει την εντολή να τα δοκιμάζουμε όλα και υποστηρίζει πως γνώρισμα του πνευματικού ανθρώπου είναι η διάκριση. Ενώ η γνώση δεν σημαίνει πάντοτε την επιστήμη και τη θεωρητική γνώση, αλλά την ψυχικά κατάσταση για κάτι, το οποίο έχει χαριστεί.
Όπως π.χ. όταν λέει η Γραφή “γνωρίζει ο Κύριος αυτούς που είναι δικοί του”, καθώς επίσης και στο Μωϋσή: “Σε γνωρίζω περισσότερο απ’ όλους”, ενώ για όσους έχουν κατακριθεί για την κακία τους λέει ότι “ποτέ δεν σας γνώρισα”.
Άρα το δέντρο απ’ το οποίο προκύπτει ως καρπός η ανάμεικτη γνώση είναι απ’ τα απαγορευμένα. Ο καρπός που έχει για υποστηρικτή του το φίδι είναι βέβαια ανάμεικτος από τα αντίθετα, ίσως και για το ότι το κακό δεν εμφανίζεται γυμνό από μόνο του, για να φαίνεται στην πραγματική του διάσταση.
Πράγματι, η κακία τότε θα έμενε ανεκτέλεστη, επειδή δεν θα φαινόταν να είχε κανένα καλό, το οποίο να προσελκύει, για να την επιθυμήσει εκείνος που εξαπατάται εύκολα.
Τώρα όμως είναι κάπως ανάμεικτη η φύση του κακού, και έχει στο βάθος κρυμμένο σαν παγίδα, το θάνατο, ενώ στην επιφάνεια παρουσιάζει κάποια απατηλή εικόνα καλού. Καλό πράγμα φαίνεται στους φιλάργυρους το ωραίο χρώμα της ύλης, αλλά η φιλαργυρία γίνεται η ρίζα απ’ την οποία ξεφυτρώνουν όλα τα κακά. Ποιος θα έπεφτε και θα κυλιόταν στο βρώμικο πηγάδι της ακολασίας, αν δεν θεωρούσε την ηδονή ως κάτι καλό, παρασυρμένος στο πάθος με αυτό το δόλωμα;
Έτσι και τα υπόλοιπα αμαρτήματα έχοντας κρυμμένη μέσα τους τη διαφθορά, φαίνονται επιθυμητά πιο πολύ απ’ την φιλαργυρία, αφού μέσα από κάποια απάτη θεωρούνται για αγαθά απ’ τους επιπόλαιους.

Επειδή λοιπόν οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν το καλό από το κατά πόσο αυτό ευχαριστεί τις αισθήσεις, και επειδή υπάρχει κάποια ομοιότητα μεταξύ εκείνου που πράγματι είναι κι εκείνου που φαίνεται ότι είναι καλό, γι’ αυτό απ’ την Αγία Γραφή η επιθυμία που γεννιέται τόσο προς το κακό όσο και προς το αγαθό, ονομάζεται γνώση του καλού και του κακού.
 Η γνώση δεν είναι τελείως κακό πράγμα, γιατί γύρω γύρω έχει το καλό, ούτε όμως είναι και εντελώς αγαθό, γιατί κρύβει από κάτω το κακό.
Αλλά λέει ότι ο καρπός του απαγορευμένου δέντρου περιέχει και τα δυο, και η γεύση του οδηγεί στον θάνατο όσους τον δοκιμάζουν. Και φαίνεται φανερά ότι λέει την αλήθεια, δηλαδή πως μόνο ο Θεός είναι απλός και αποτελείται από ένα είδος κατά τη φύση, και είναι ξένο και άσχετο από κάθε ασάφεια και κάθε σχέση με το κακό. Ενώ το κακό έχει πολλές μορφές και πολλά σχήματα, γιατί άλλο είναι αυτό που φαίνεται, και άλλο είναι στην πραγματικότητα.
 Και η γνώση του κακού που γίνεται μέσω της εμπειρίας, είναι η αρχή και η βάση του θανάτου και της διάλυσης.
Γι’ αυτό εμφανίζει το φίδι τον άθλιο καρπό της αμαρτίας, όχι να είναι από τη φύση του κακό, γιατί τότε δεν θα μπορούσε να εξαπατηθεί ο άνθρωπος από το ολοφάνερο κακό. Αλλά ομορφαίνοντας την επιφάνεια και σαγηνεύοντας από μέσα τη γεύση μα κάποια ηδονή ως προς την αίσθηση, γίνεται πιστευτός από τη γυναίκα όπως λέει η Γραφή: “και είδε η γυναίκα ότι το δέντρο είναι καλό για τροφή και ευχάριστο στα μάτια και ωραίο για να το γνωρίσει, και πήρε από το καρπό του και έφαγε”.
Εκείνη όμως η τροφή έγινε μητέρα του θανάτου για τους ανθρώπους. Αυτή είναι λοιπόν η ανάμεικτη καρποφορία, της οποίας το νόημα εξήγησε ο λόγος με σαφήνεια. Έτσι το δέντρο ονομάζεται δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού. Γιατί όπως ακριβώς τα δηλητήρια που καλύπτουν την πίκρα με τη ζάχαρη, στο βαθμό που γλυκαίνουν φαίνονται πως είναι καλά, ενώ στο βαθμό που καταστρέφουν όποιον πλησιάζουν, αποδεικνύονται το χειρότερο από κάθε κακό. Όταν λοιπόν το απαίσιο δηλητήριο ενέργησε σε βάρος της ανθρώπινης ζωής, τότε ο άνθρωπος, αυτό το σπουδαίο πράγμα και όνομα, που είναι η απεικόνιση της θεϊκής φύσης, έγινε ίδιο με την ματαιότητα, όπως λέει και ο Προφήτης.





Επομένως η θεία εικόνα είναι ίδια με το καλύτερο από όσα υπάρχουν μέσα μας. Ενώ τα άλλα όσα φαίνονται στη ζωή θλιβερά και ελεεινά, βρίσκονται πολύ μακριά απ’ το να μοιάζουν με το Θεό. 


                               Κείμενο 2ο:


Ο ΘΕΟΣ, Η ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ
ΚΑΙ Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου

   Βασικά ερωτήματα του σκεπτόμενου ανθρώπου είναι το ερώτημα περί Θεού, η ύπαρξη του κακού και η αρχή της ζωής, το πώς δηλαδή εμφανίστηκε και ξεκίνησε. Στα ερωτήματα αυτά έχουν δοθεί, και συνεχίζουν να δίνονται, θρησκευτικό-μυθικές, επιστημονικές και θεολογικές απαντήσεις. Πολλοί άνθρωποι βρίσκονται σε σύγχυση και προσπαθούν να εξηγήσουν με τη φτωχή διανόησή τους την ύπαρξη του Θεού και το ανεξήγητο μεγαλείο Του. Υπάρχει μια σύγχρονη, μη οργανωμένη, λαϊκή αίρεση μεταξύ των χριστιανών που λέγεται «Εγώ πιστεύω», οι οπαδοί της οποίας εκφράζουν άλλες απόψεις από τη διδασκαλία της Εκκλησίας και εισηγούνται στον περίγυρό τους φανταστικές και λογικά κατασκευασμένες επινοήσεις για το Θεό και τις αλήθειες της Θείας Αποκάλυψης. Ακούμε δηλαδή στην καθημερινή μας ζωή πολύ συχνά την έκφραση «Η Εκκλησία πιστεύει αυτό, αλλά εγώ πιστεύω….». Αρκετοί συνάνθρωποί μας ορθώνουν επομένως την προσωπική, αθεράπευτη αγιοπνευματικώς, κριτική τους γνώμη στα θέματα πίστεως και ζωής και ξεχωρίζουν τον εαυτόν τους από την δισχιλιετή εμπειρία της Εκκλησίας. Ο πολύ γνωστός θεολόγος Καρλ Ράϊνερ είπε κάποτε ότι το 60% των απόψεων περί Θεού που έχουν οι άνθρωποι είναι λανθασμένο. Πράγματι πολλοί είναι εκείνοι οι οποίοι αρνούνται όχι τον ίδιο τον Θεό, αλλά ένα κακέκτυπο αυτού, το οποίο εκλαμβάνουν σαν Θεό. «Αν όμως ένας άγριος αρνηθεί τον ξύλινο θεό του, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει Θεός, αλλά ότι ο Θεός δεν είναι ξύλινος» (Λέων Τολστόι).
Ο πιστός χριστιανός όμως (επιστήμονας ή όχι, μορφωμένος ή αμόρφωτος), έχει βιωματική εμπειρία της χάριτος του Θεού και αυτό ενεργείται ως αποκάλυψη-δώρο του Θεού στο εσωτερικό του ταπεινού και εν μετανοία ζώντος ανθρώπου, και όχι ως επιβολή κάποιας εξωτερικής λογικής και αυθεντίας. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να γνωρίσει κανείς το Θεό επιστημονικά (αφού δεν υπάρχει αναλογία μεταξύ κτιστής δημιουργίας και ακτίστου Θεού), αλλά πνευματικά και χαρισματικά. Μάταια λοιπόν ο ορθολογιστής ή άθεος επιμένει να απορρίψει ένα ον-θεό της φαντασίας του, ή της εν πτώσει ευρισκόμενης λογικής του, ενώ αντίθετα ο θρησκευόμενος επιστήμονας θα αναγνωρίζει στις έρευνές του την ομορφιά και το μεγαλείο της πλάσης και  τη μοναδικότητα της παρουσία του Θεού. Έχοντας τα ανωτέρω ως προϋπόθεση, παραθέτουμε ορισμένες σκέψεις περί Θεού, κόσμου και ύπαρξης του κακού, ως γενικότερους μόνο προβληματισμούς πάνω στα ουσιώδη αυτά ζητήματα.
«ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ, δεν υπάρχουν αποδείξεις περί αυτού», λένε κάποιοι. Θα πρέπει αρχικά να πούμε ότι «η παντελής έλλειψις θρησκευτικότητος θεωρείται αδύνατος» κατά τον μεγάλο σοφό και παιδαγωγό Σπράγγερ (Ψυχολογία της Εφηβικής ηλικίας, μετ. Λούβαρι, Αθ. 1965, σελ. 351), αφού «πάσα ψυχή έχει εν εαυτή το σπέρμα της θεολογίας» σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο (P.G. 63,533). Μόνο αν ο άνθρωπος «εκπαιδευτεί» διαφορετικά και μεγαλώσει ανάλογα, ή υποστεί τραυματικές στον θρησκευτικό τομέα εμπειρίες, διασαλεύεται, πολλές φορές και από αντίδραση, η θρησκευτική του πίστη. Γενικά, η άγνοια, η προκατάληψη και ο εγωισμός μπορούν εύκολα να ωθήσουν προς τον αγνωστικισμό και την αθεΐα. Στην άρνηση παραδοχής υπάρξεως του Θεού έχουμε να απαντήσουμε ότι όπως υπάρχουν τα μάτια γιατί υπάρχει το φως, όπως υπάρχει η πείνα και η δίψα γιατί αντίστοιχα υπάρχουν η τροφή και το νερό, έτσι υπάρχει και η έμφυτη πίστη στον Θεό γιατί Εκείνος υπάρχει πραγματικά. Ακόμη, ο απόστολος Παύλος γράφει: «Όπως κάθε σπίτι κατασκευάζεται από κάποιον, έτσι και ολόκληρο το σύμπαν έχει τον Θεό ως δημιουργό του» (Εβρ. 3,4). Αν σε μια παραλία βρούμε έναν φορητό υπολογιστή, ανοικτό και σε λειτουργία, δεν είναι λογικό να δεχτούμε ότι κατασκευάστηκε από κάποιον, που λίγο πριν μάλιστα τον χρησιμοποιούσε; Ένα εργοστάσιο δεν οφείλει την ύπαρξή του σε κάποιους ειδικούς επιστήμονες; Είναι δυνατόν να υπήρχε πάντοτε και αιωνίως να λειτουργούσε; Κατά τον ίδιο τρόπο είναι λογικό να σκεφθούμε τον κατασκευαστή και σχεδιαστή και συντηρητή των όλων, που ονομάζεται Θεός, και ο οποίος δημιούργησε τα πάντα με τέλειο σχέδιο, αρμονία, ακρίβεια και τάξη, από τα απειροελάχιστα άτομα και μόρια μέχρι τους γαλαξίες και τον άνθρωπο.      
 ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ «ΕΦΕΥΡΕΘΗΚΕ» ο Θεός από τους ανθρώπους; Ο άνθρωπος όμως θρησκεύει από τότε που εμφανίστηκε πάνω στη γη (βλ. Λ. Φιλιππίδη: «Ιστορία της Εποχής της Κ.Δ.», Αθ. 1958), αλλά και μετά την ευρεία ανάπτυξη της επιστήμης (ένα 40% των επιστημόνων εξάλλου είναι πιστοί) μέχρι τις μέρες μας ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων είναι θρησκευόμενοι. Άρα δεν είναι η πίστη κατάλοιπο παιδικής ηλικίας της ανθρωπότητας, όπως ισχυρίστηκε ο Φρόυντ. Η αρχαία αφρικανική πίστη λ.χ. είχε τον ύψιστο Θεό στο δικό της πάνθεο, ενώ ο Δίας στην προομηρική, πρωτοελληνική εποχή, ήταν η ανώνυμη έκφραση της ουσίας του Υπέρτατου Όντος και αναγνωριζόταν ως ένας και μόνος Θεός. Οι μετέπειτα νομιζόμενες στην ομηρική θεολογία θεότητες δεν ήσαν παρά διαφορετικά ονόματα και εκφάνσεις του Ενός Θεού (αείμνηστου Λ. Φιλιππίδη, όπου ανωτέρω). Έρευνες στους πρωτόγονους λαούς απέδειξαν πίστη σε ένα ανώτατο θεό, αλλά και οι αρχαίοι ιθαγενείς των νησιών του Ινδικού ωκεανού και της Ν. Αμερικής ανακαλύφθηκε πως ήσαν μονοθεϊστές. Ομαδική αθεΐα δεν είναι διαπιστωμένη ιστορικά. Δεν είναι λοιπόν ο Θεός μια σχετικά νεώτερη εφεύρεση του ανθρώπου. Εξάλλου:
  • ΑΝ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ, γιατί τότε διαμορφώνει μάτια το έμβρυο, τη στιγμή που στον κόσμο του επικρατεί σκοτάδι; Απάντηση: Για να δει φυσικά μετά, αφού το βρέφος γεννηθεί, που σημαίνει σχέδιο που ο Θεός «προγραμμάτισε» για το μέλλον και μοναδική λογική και εντελέχεια. Διαφορετικά θα πρέπει να δεχθούμε ότι η ίδια η φύση σκέπτεται και προσωπικά οργανώνεται –διότι δεν υπάρχει ενέργεια χωρίς πρόσωπο που την κατευθύνει- άποψη που ονομάζεται Πανθεϊσμός (πιστεύουν πως Θεός και κόσμος είναι ένα και το αυτό) και αποτελεί και πάλι θρησκευτικό σύστημα. 
  • Αν δεν υπάρχει Θεός, γιατί τότε οι μέλισσες γονιμοποιούν τα φυτά με τη μεταφορά της γύρης σ’ αυτά; (Και εδώ υπάρχει ασύγκριτο σχέδιο, αφού χωρίς αυτό δεν θα υπήρχε ζωή).
  • Αν δεν υπάρχει Θεός, γιατί τότε περίπου τρεις εκατοντάδες προφητείες επαληθεύτηκαν στη ζωή του Χριστού; (Είναι μαθηματικά αδιανόητη η πιθανότητα να συμπέσουν τόσες πολλές προφητείες σε ένα πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι είναι ο Μεσσίας).
  • Αν δεν υπάρχει Θεός, γιατί τότε οι απόστολοι έδωσαν τη ζωή και το αίμα τους χάριν του αναστημένου Χριστού; (Διότι τον είδαν με τα μάτια τους αναστημένο, όπως καταγράφει και για τον εαυτόν του ο απόστολος Παύλος. Κανείς δεν δίνει τη ζωή του για ένα ψέμα!).
  • Αν δεν υπάρχει Θεός, γιατί τότε διατηρούνται άφθαρτα πάρα πολλά λείψανα αγίων, μυροβλύζουν και θαυματουργούν; (Και γιατί μόνο των ιστορικά διαπιστωμένων στη ζωή αγίων μένουν τα λείψανα άφθαρτα, και όχι τα λείψανα των αμετανόητων εγκληματιών και παρανόμων;).
  • Αν δεν υπάρχει Θεός, γιατί τότε υπάρχουν καταγραμμένα τόσες χιλιάδες θαύματα στην ιστορία, από συγκεκριμένους αγίους, που συνεχίζονται και στις μέρες μας με αμείωτη ένταση; (Ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων, παγκοσμίως, που ισχυρίζονται ότι στη ζωή τους ο Θεός, η Παναγία και οι άγιοι τούς ευεργέτησαν, δεν μπορεί να είναι ψυχικά διαταραγμένοι και μόνο οι άθεοι να είναι υγιείς!).
  • Αν δεν υπάρχει Θεός, γιατί τότε πολλοί άγιοι καταγράφουν τις ίδιες εμπειρίες τους όσον αφορά τη θέα της ακτίστου δόξης του Χριστού, ζώντες σε διαφορετικά περιβάλλοντα και μη γνωριζόμενοι μεταξύ τους;
  • Αν δεν υπάρχει Θεός, γιατί τότε δεν αλλοιώνεται ο αγιασμός και το ευλογημένο από τον ιερέα αντίδωρο; (Το αντίθετο συμβαίνει σε συνεχή φυσική έκθεση των υλικών στοιχείων).
Μερικοί ισχυρίζονται ότι Η ΥΠΑΡΞΗ ΦΥΣΙΚΟΥ ΚΑΙ ΗΘΙΚΟΥ ΚΑΚΟΥ που συμβαίνει στον κόσμο είναι απόδειξη της ανυπαρξίας του Θεού: (α) Ο Θεός όμως μας έπλασε ελεύθερους και δεν μας αντιμετωπίζει σαν μαριονέτες, επεμβαίνοντας συνεχώς και επιβάλλοντας τη θέλησή Του, (β) Η ύπαρξη του κακού διαπαιδαγωγεί πολλούς και τους οδηγεί στο καλό, τους ταπεινώνει και συνέρχονται πνευματικά, (γ) Η γη επίπονα οργώνεται και ο άνθρωπος με μια επίπονη εγχείρηση μπορεί να βρει την υγεία του, άρα χωρίς πόνο και θλίψη τίποτε καλό δεν συμβαίνει με ορατά αποτελέσματα, (δ) Τα κτιστά όντα και η πλάση θα είναι πάντοτε εκ φύσεως ατελή και αδύναμα, δεδομένου ότι μόνο ο άκτιστος Θεός είναι καθ’ όλα τέλειος, και (ε) Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός υπέμεινε φριχτά βασανιστήρια και σταυρικό θάνατο για να σώσει τον κόσμο, που μας δείχνει επίσης ότι χωρίς πόνο, αγώνα και θυσίες δεν αλλάζει η ζωή μαγικά προς το καλύτερο.   
ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΤΥΧΑΙΑ Η ΖΩΗ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΓΗ; Δεν θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, αφού από τις απλές χημικές ενώσεις για να φτάσουμε στο κύτταρο, που είναι απαραίτητο για την αναπαραγωγή, απαιτείται ένα τεράστιο άλμα, όμοιο με την περίπτωση ενός αεροπλάνου που καθώς πετά συναρμολογείται στον αέρα, καθώς προσκολλώνται πάνω του τα εκατομμύρια εξαρτήματά του, που πετάνε δια του ανέμου προς το μέρος του (Fred Hoyle) (βλ. και Ανδρέα Κεφαλληνιάδη: «Μια τάξη γεμάτη απορίες», εκδ. Φωτοδότες, σελ. 13). Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούν κάποιοι ότι η κατασκευή του κόσμου από το Θεό, όπως περιγράφεται στην Γένεση, είναι ένα παραμύθι. Μέσα στο σύμπαν όμως: (α) Αποκαλύπτεται μοναδική διάνοια που μερίμνησε ώστε όλα να είναι στη θέση τους για να εμφανιστεί η ζωή και να υπάρχει στη συνέχεια ακρίβεια, αρμονία και σχέδιο για την εξέλιξή της, (β) Από ένα τυχαίο σύμπαν δεν θα μπορούσε να υπάρξει τόση τάξη, οργάνωση και ομοιομορφία και (γ) Δεν θα είχαν δημιουργηθεί όλα εν πλήρη σοφία, σύμφωνα με τον Ψαλμωδό, αφού κανένας επιστήμονας δεν μπορεί να εξηγήσει ΓΙΑΤΙ σε κάθε επόμενο βήμα της ζωής, από την αρχική εμφάνισή της, τα πάντα οδηγήθηκαν προς τις τελειότερες μορφές, και δεν πήραν «τον κατήφορο» προς τον εκμηδενισμό τους, και (δ) Οι έξι δημιουργικές ημέρες στην Π.Δ. αντιστοιχούν στους γεωλογικούς αιώνες της δημιουργίας, όπως δέχονται σήμερα και οι επιστήμονες (κάθε μία γεωλογική «ημέρα» διήρκεσε εκατομμύρια χρόνια).
ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΕΣ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ αποκαλύπτεται δια της καθημερινής ζωής και της επιστήμης, στα έκπληκτα μάτια μας. Φτάνει μόνο να είναι κανείς ταπεινός και να προβληματιστεί πάνω στο ότι είναι αδύνατον να παρουσιαστούν τυχαία και από το τίποτα τα 92 απλά φυσικά στοιχεία, που συνθέτουν όλες τις μορφές της ύλης. Στο θέμα της αρχικής δημιουργίας, ο πιστός χριστιανός και μεγάλος γάλλος γεωλόγος Λαππαράν, είπε κάποτε: «Αν έπρεπε να συνοψίσω σε 40 γραμμές τα πιο αυθεντικά δεδομένα της γεωγονίας, θα αντέγραφα το κείμενο της Γενέσεως». Αλλά και ο διάσημος φυσικός Αμπέρ ανεγνώριζε τη θεοπνευστία της Βίβλου και την αξία της χριστιανικής διδασκαλίας. Ο ιερός Χρυσόστομος θαυμάσια αναφωνεί: «Αν πλοίο χωρίς κυβερνήτη δεν συγκρατείται, αλλά βυθίζεται εύκολα, πώς μπόρεσε και συγκρατήθηκε το σύμπαν τόσο μακρύ χρονικό διάστημα, αν κανένας δεν το κυβερνά;» (P.G. 49,114). Τίποτε δεν γίνεται βεβαίως από μόνο του. Όπως εξάλλου ένας πίνακας ζωγραφικής μάς παραπέμπει λογικά στον κατασκευαστή του και όπως τα ατάκτως ριγμένα στο έδαφος γράμματα δεν μπορούν να συνθέσουν μόνα τους ένα δοκίμιο και απαιτούν την ύπαρξη συγγραφέα, έτσι και ο μοναδικός σε ομορφιά και έντονα αποπνέων ακρίβεια, αρμονία, τάξη και σκοπιμότητα κόσμος μας, προϋποθέτει σοφό σχεδιαστή, ο οποίος τον κυβερνά, προνοεί και φροντίζει.
Τέλος, τα λόγια του Χριστού στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ηχούν παρήγορα σε κάθε ταπεινό και έντιμο αναζητητή της αλήθειας, για τον οποίον ο Θεός έχει πάντα ανοιχτή την θύρα της σωτηρίας και περιμένει: «Ζητάτε και θα σας δοθεί, ψάχνετε και θα βρείτε, χτυπάτε την πόρτα και θα σας ανοιχτεί. Γιατί όποιος ζητάει λαμβάνει και όποιος ψάχνει βρίσκει και όποιος χτυπά τού ανοίγεται» (7,7-8).

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
  • «Αθώος», επισκόπου Αχελώου Ευθυμίου, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, έκδ. β΄, 1996
  • «Ελληνοκεντρικός πολυθεϊσμός ή Ελληνοχριστιανισμός;», Μιχαήλ Χούλη, εκδ. Ι. Μητροπόλεως Σύρου, Τυποκυκλαδική Α.Ε., Δεκ. 2003
  • «Ιστορία της Εποχής της Καινής Διαθήκης», Λ. Φιλιππίδη, Αθ. 1958
  • «Μια τάξη γεμάτη απορίες», Ανδρέα Κεφαλληνιάδη, εκδ. Φωτοδότες
  • «Χριστιανισμός και θρησκεύματα», Νικολάου Νευράκη, Αθ. 1999
«Ψυχολογία της εφηβικής ηλικίας», Ε. Σπράγγερ, μετ. Ν. Λούβαρι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου