Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2020

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ

       

  Η  ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ 

   ΣΤΟ ΣΥΓΧΟΝΟ ΚΟΣΜΟ



« Ολαι αι προσπάθειαι προς δημιουργίαν μιας νέας ζωής, είτε εις τον ιστορικόν Χριστιανισμόν είτε διά μέσου των κοινωνικών επαναστάσεων, διά της ιδρύσεως αιρέσεων κ.λ.π. ωδήγησαν εις την αντικειμενοποίησιν , κατέληξαν διά της προσαρμογής εις την συνήθη καθημερινήν ζωήν, εις την επαναφοράν του παλαιού υπό νέας μορφάς, δηλαδή εις την ανισότητα, εις την αγάπην της εξουσίας , την πολυτέλειαν , εις την ασυνενοησίαν και διαφορογνωμίαν.


Η ζωή εις τον αιώνα μας είναι μόνον δοκιμασία και οδός, δοκιμασία όμως , η οποία έχει έν νόημα και μίαν οδόν , η οποία οδηγεί εις την τελειότητα. Η πορεία του κόσμου έχει ένα τραγικό χαρακτήρα , δεν βαδίζει συνεχώς προς τα πρόσω. τα κακά αποτελέσματα της πορείας ταύτης θα ηδύναντο να επισωρευθούν , να απορριφθούν εις το μηδέν , εις το μη όν.


Οι άνθρωποι όμως ως ζώντα όντα δεν είναι δυνατόν να έχουν την ιδίαν μοίραν. Το μόνον πράγμα , εις το οποίον ωφελεί η ποινή του θανάτου , είναι η υφ’ ενός αισθήματος ικανοποιήσεως συνοδευμένη σταθερά άμυνα της ποινής ταύτης.


Η υψίστη ηθική και θρησκευτική αλήθεια , δι’ ης πρέπει να διαπεράται και να διακατέχεται ο άνθρωπος , είναι ότι η ατομική σωτηρία είναι αδύνατος. Η σωτηρία μου προϋποθέτει την σωτηρίαν του άλλου, του πλησίον μου, την παγκόσμιον σωτηρίαν, την σωτηρίαν ολοκλήρου του κόσμου και την μεταμόρφωσιν αυτού... « δημιουργώ αδιαλείπτως το νέον» , και δεν δημιουργεί μόνον ο Θεός αλλά και ο άνθρωπος «...


(Νικολάου Μπερδιάεφ, θείον και ανθρώπινον, εκδ. «Πουρναρά», θεσσαλονικη 1982 , σελ. 279 )



Η διάσταση του μέλλοντος είναι βασική βιβλική κατηγορία. Για όσους δέχονται το Χριστό-Μεσσία, ως τον απεσταλμένο του θεού, με σκοπό τη λύτρωση, η εσχατολογία έχει ήδη “εγκαινιασθεί”. Ο θεός είναι “ ο ών και ο ήν και ο ερχόμενος ”, “ίνα κρίνη τον κόσμον”. Η εκκλησία συνεπώς πορεύεται με την πίστη στον ερχόμενο αιώνα, ενώ παράλληλα ευλογεί την Βασιλεία “του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”, ως άμεσα παρούσα στην ευχαριστιακή της σύναξη.


Ο αγρός ωστόσο της εκκλησίας γέμει από ζιζάνια ,τα οποία συναυξάνονται μαζί με τον σίτο, μέχρι να γίνει το τελικό ξεκαθάρισμα από τον ίδιο τον Κύριο. Ο Πατέρας έδωσε όλη την κρίση στον Υιό ,“ δι' ού τα πάντα εγένετο ”. Κατά ταύτα τα όρια της «καινής κτίσεως» είναι γνωστά μόνο στο Δημιουργό, που εποπτεύει όλους τους αιώνες, ως Κύριος των κόσμων. Η αγαθότης του Θεού βρίσκεται παντού, ακόμα και στην κόλαση λέγουν οι Αγιο Πατέρες.


Το μυστήριο της σωτηρίας , συνεπώς, ενεργείται ανάμεσα στη Θεία θέληση που αποβλέπει στην είσοδο όλων στο «τραπέζι της Βασιλείας» και στην ελευθερία των ανθρώπων να αποδεχθούν την πρόσκλησή Του. Εμείς, ως πεπερασμένα όντα, αφήνοντας κατά μέρος αυτή τη γνώση ( των ορίων δηλ. της «καινής κτίσεως»), οφείλουμε να προχωρούμε την οδό των αποκαλυφθέντων στο πρόσωπο του Χριστού αληθειών, εγκαταλείποντας αποφασιστικά την «αχαλίνωτη θεωρία» (Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής), που υπάγεται στο πνεύμα της περιέργειας και ματαιοδοξίας μας.


1. ΑΠΟ ΤΟΝ “ΚΟΣΜΟ” ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


Ο π. Alexander Schmemann λέει κάπου πως την εκκλησία δεν πρέπει να την αντιλαμβανόμαστε ως κάτι το “εξωτερικό” ως προς εμάς , λ.χ. ως ένα”απαρτισμένο όλον” στο οποίο «προστίθενται» στη συνέχεια ο κόσμος και ο άνθρωπος, κατά τρόπο μηχανικό. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος ως προσωπική οντότητα, ως έλλογος δημιουργία , μόνο όταν δείχνει εσωτερική στροφή προς το θεό και αποκαθίσταται στην αυθεντική του φύση , γνωρίζει τον αληθινό του προορισμό, τον ορισμένο ήδη από τον Δημιουργό του, γιγνόμενος εκκλησία .


Συνεπώς, όταν λέμε ότι «εισερχόμεθα εις την εκκλησία», εννοούμε ότι αρχίζουμε να στρεφόμεθα «εν μετανοία» προς το Θεό και δια της στροφής αυτής εγκαταλείπουμε τα έργα της κακίας, τα οποία συνιστούν διαστρέβλωση της δημιουργίας και συσκότιση του ανθρωπίνου προορισμού.


Εκκλησία , κατά ταύτα, είμαστε όλοι οι άνθρωποι στο μέτρο όμως της αναγεννήσεώς μας και της μεταμορφώσεώς μας σε «καινή κτίση», οπότε κοινωνούμε του Θεού και μεταξύ μας «εν αγάπη». Η ΟΔΟΣ των εντολών μας εισάγει στην νέα κοινωνία της αγάπης , κοινωνία θεανρώπινη. Διότι ο κόσμος και ο άνθρωπος, στην «έκπτωτη» κατάστασή τους δεν είναι ακόμη εκκλησία. Καλούνται να γίνουν εκκλησία δια της συνδέσεώς τους με τον Ζώντα Θεό και πραγματώσεως του προορισμού τους.


Εαν εκκινήσουμε από αυτήν την θεμελιακή όψη του τι εννοούμε λέγοντας “εισερχόμεθα στην εκκλησία” δεν απομένει παρά να προχωρήσουμε στη σκέψη ότι η Ιστορία της Εκκλησίας, (αρχής γενομένης κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, της «γενεθλίου ημέρας») είναι “ανεπίστροφη”, καθώς η κάθε χριστιανική γενεά αφομοιώνει και ζει την αποστολική παράδοση «εν μέσω» συγκεκριμένων ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών, που θα τις θεωρήσουμε ως “πεδίο ιεραποστολής”


Η πρόσκληση σε ένα καινούργιο τρόπο ζωής δεν γίνεται στο κενό. Προϋποθέτει συγκεκριμμένα άτομα και συγκεκριμμένες συνθήκες, εντός των οποίων αναπτύσσετααι η ζωή τους.


Στην πορεία αυτή του ιερασποστολικού έργου, η Μία και Ενιαία παράδοση, «διαθλάται» στις εκάστοτε Ιστορικές συνθήκες, καταρτίζοντας έτσι τους ανθρώπους, ώστε να αποτελούν «καινήν κτίσιν», οικοιοποιούμενοι το Απολυτρωτικό έργο του Κυρίου. Τα καινά μπορούν να λέγονται και με καινό τρόπο. Κλασσικό πράδειγμα η αφομοίωση του ελληνικού πολιτισμού από τους Πατέρες της εκκλησίας. Στη σύγχονη “μεταχριστιανική κοινωνία” επίσης οφείλει να γίνεται το ίδιο, χωρίς όμως να κενούται το ευαγγέλιο.


Άς μην ξεχνάμε εδώ ότι το ίδιο το γεγονός της Θείας Οικονομίας, συνετελέσθη δια της εισόδου της Θείας Ζωής στο χρόνο και της εκφράσεως της Αποκαλύψεως σε ορισμένη γλώσσα, συνήθειες και έθιμα και σε ορισμένο πολιτισμικό περιβάλλον, όπως το είχαν διαμορφώσει οι εβραϊκές παραδόσεις.


Την εποχή της Κ. Διαθήκης ο εβραϊσμός βρισκόταν σε παρακμή , υπήρχαν φατρίες , παραδόσεις “κατά το πνεύμα των ανθρώπων” και όχι κατά θεόν και στρεβλώσεις του θείου Νόμου , που έσυραν σε υποκρισία και πλαστή θρησκευτικότητα. Υπήρχε όμως το “λείμμα” , το οποίο πάντοτε διατηρεί τις δυνάμεις ανανέωσης , για κάποιο καινούργιο πνευματικό ξεκίνημα.


Υπάρχουν συνεπώς και περίοδοι παρακμής στην πορεία της εκκλησίας, περίοδοι όπου «σβύνεται το Πνεύμα», δια του συσχηματισμού με νοοτροπίες του κόσμου και παραδόσεις ανθρώπων, που εγκαινιάζουν άλλους τρόπους ζωής. 


Υπάρχουν όμως και περίοδοι αναμορφώσεων, αφυπνίσεων και απαιτήσεων γνησιότητας και πιστότητος στο πνεύμα της παραδόσεως, που δείχνουν την διαμέσου των αιώνων επίμονη αναζήτηση της Χριστ. τελειότητας.


Το ζήτημα της σωτηρίας και του σύγχρονου ανθρώπου, κατά ταύτα « συναρτάται » με το πολιτισμικό περιβάλλον, που τον διαμορφώνει. Αυτό δεν είναι άλλο από το περιβάλλον της εκκοσμικεύσεως, το οποίο επεκτείνεται καταλυτικά προς όλες τις κατευθύνσεις στην εποχή μας. 

Ιεραποστολικό έργο επομένως είναι τώρα η υπόδειξη των αστοχιών της εκκοσμικεύσεως δια της προσφοράς των δυναμικών εκείνων στοιχείων της παραδόσεως, που καταφάσκουν τον κόσμο , στην υπηρεσία όμως ενός υψηλότερου προορισμού.


Γιατί δεν μπορούμε σήμερα να επιστρέψουμε (όπως λέγει ο π. Alexander Schmemann) σ’ εκείνη την ιδιαίτερη χάρη της εκκλησίας στην αρχαιότητα, όπου οι Χριστιανοί λ.χ. «είχαν άπαντα κοινά» και στο φρόνημά τους ακόμη διακρίνοντο από «ένα νου και μια καρδιά». Διότι η σύγχρονη κατάσταση «διαλύει» ήσυχα την πίστη, παρά της ανατίθεται. Οι χριστιανοί βέβαια οφείλουν να έχουν οξυμμένα πνευματικά αισθητήρια και να διακρίνουν τις καινούργιες πλάνες της ανθρωπότητος, κρατώντας σταθερά την εσχατολογική τους βεβαιότητα. Δεν θα πρέπει ασφαλώς να επιδιώκουν μία άνετη εγκατάσταση στον αιώνα τούτο, μέσα σε ένα «κοσμικό γίγνεσθαι», το οποίο αντιμάχεται τις αιώνιες αλήθειες του ευαγγελίου.


Όμως θα πρέπει να ζουν με συνέπεια το ευαγγελικό μήνυμα, υιοθετώντας μία τακτική της «έσωτεικευμένης» ερήμου και ενεργοποιώντας τη δύναμη της προσευχής στην καθημερινότητά τους. Έτσι θα αποτελούν «μαρτυρία» εν μέσω εκκοσμικευμένου ήθους, μαρτυρία ζωής αυθεντικής, ζωής που δεν αρέσκεσαι μόνον στην αναζήτηση του άρτου (η οικονομία λχ. σήμερα έχει γίνει το νέο «όπιον του λαού», κρατώντας τους ανθρώπους στο διαρκές άγχος της επιβίωσης), αλλά και του νοήματος και της ομορφιάς.



2. ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΟ ΦΡΟΝΗΜΑ


Είναι αλήθεια ότι ο σύγχρονος άνθρωπος (όπως άλλωστε και οι άνθρωποι άλλων εποχών) επιθυμεί ένα χριστιανισμό στα μέτρα του. Αυτό φαίνεται και από τις κατά καιρούς δηλώσεις, ανθρώπων, που αρνούνται τον «εκκλησιαστικό χριστιανισμό» (ή αλλοιώς την «οργανωμένη θρησκεία»), πιστεύουν όμως, στο Θεό, «με το δικό τους τρόπο».


Η δήλωση αυτή μπορεί να εκκληφθεί ως «νόμιμη», στο μέτρο που υπονοεί την πνευματική στειρότητα αλλά και τα αδιέξοδα ενός ιερατείου, που έχει υπαλληλική νοοτροπία και αδυνατεί να φανερώσει πνευματική πατρότητα. Δεν είναι νόμιμη όμως η επιζήτηση ενός «μη – εκκλησιαστικού Χριστιανισμού», όταν αντανακλά την επιθυμία μη – δέσμευσης σε εντολές του Θεού αλλά «θρησκοποιημένη πίστη», επιλεγμένη ειδικά για να εξυπηρετεί ορισμένο τρόπο ζωής.


Διότι η ανύψωση του ανθρώπου στα μέτρα των ευαγγελικών αρετών απαιτεί θυσίες του Εγώ και απαλλαγή από ιδιοτέλειες , που νοθεύουν το ήθος. Η πίστη είναι «έμπρακτος βίωση» των θειών πραγματικοτήτων και όχι αφηρημένη θεωρία, (της οποίας την αλήθεια μπορεί να αναγνωρίσει λ.χ. και κάποιος, που έχει επιλέξει να ζει τρόπους ζωής «δικής του εμπνεύσεως»).


Το βασίλειο του Θεού και το βασίλειο του κόσμου εξ’ άλλου δεν μπορούν να ταυτιστούν, αφού πάντοτε υπάρχουν άνθρωποι που ανθίστανται στην κλήση της σωτηρίας. Μόνον εσχατολογικά, όταν ο Χριστός θα γίνει «τη πάντα εν πάσι» και θα ανακεφαλαιώση τη Δημιουργία (κατά την επλίδα των Χριστιανών), τότε θα παύση οριστικά η αντινομία που τώρα διαπιστώνεται στις σχέσεις εκκλησίας και κόσμου.

Το «Βασίλειο το Καίσαρος» , μην ξεχνάμε, ήταν εχθρικό προς τους χριστιανούς, αφού αυτοί ανθίσταντο στο ειδωλολατρικό κράτος και δεν του προσέφεραν θυσίες. Αργότερα όμως, η εκκλησία βρέθηκε αντιμέτωπη ( κυρίως στον Δυτικό Μεσαίωνα ) με τον πειρασμό να εγκατασταθεί στον παρόντα αιώνα, να συμβιβαστεί με κοσμικές τακτικές και να «κενώση» τον λόγο του Σταυρού, παρουσιαζόμενη να έχει ένα ανώφελο Μονοπώλιο εξουσίας. Αυτό συνέβη κυρίως με τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, αφού η ορθόδοξη εκκλησία υπέκυψε σε άλλους πειρασμούς λ.χ. στους εθνικισμούς της μετα-αυτοκρατορικής εποχής. ( οπότε χρειάζεται να βρει σταδιακά την γνήσια ταυτότητά της, υπερβαίνοντας τα δικά της «είδωλα» )


Η πολιτεία της ερήμου δείχνει αντίσταση στο συμβιβασμό της εκκλησίας, αλλά και επιδίωξη γνήσιας ευαγγελικής ζωής σε έναν άλλο χώρο «εξόδου» από την αμαρτία. 

Αλλά με την πάροδο του χρόνου, η ίδια αυτή ηρωική έξοδος, έγινε ένα είδος φυγής μπροστά στην Ιστορία (όπως εξηγεί ο π. Γεώργιος Florofsky), οδηγώντας στη δημιουργία ενός «πνευματικού ευδαιμονισμού», μιά σέκτας αποχωρισμένης από τα καθημερινά προβλήματα και αδιάφορης για τον «δαιμονοποιημένο» κόσμο.




3. ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ;


Για την εποχή μας, τώρα, και εν όψει των νέων συνθηκών, εντός των οποίων καλείται «να ζήσει» η εκκλησία, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε τις προθέσεις του Νεοτερικού κράτους και τις πρακτικές που αυτό ακολουθεί (ως ρυθμιστής των κοινωνικών σχέσεων και δυνάμεων). 


 Σ’ αυτό το κράτος, το διαμορφωμένο υπό την επίδραση της φιλοσοφικής παράδοσης των Νέων χρόνων, η εκκλησία (στη Δύση αρχικά), έχει χάσει την προνομιακή της θέση, η οποία της παρείχε (κατά την Μεσαιωνική περίοδο λ.χ.) τη «βοήθεια του Ξίφους» για να επιβάλλει τις αρχές τις, μέσα στους ποικίλους χώρους της κοινωνίας.


Μέσα στο νέο καθεστώς (το οποίο επεκτείνεται σταδιακά παντού, αφού επιζητείται ο χωρισμός εκκλησίας – κράτους, ακόμα και εκεί που παραδοσιακά υφίσταται ακόμη ), γίνεται λόγος για «κατάσταση διασποράς», την οποία οφείλει η εκκλησία να αποδεχθεί και να αντιμετωπίσει.


Τα προβλήματα που δημιουργούνται αφορούν την ποιμαντική και ιεραποστολική δράση και θεολόγοι της Δύσης (π.χ. Karl Rahner) προσπάθησαν να δώσουν λύσεις, ώστε να είναι εφικτή η «χριστιανική μαρτυρία» εντός ενός κόσμου πολυδιασπασμένου και πλουραλιστικού ως προς τα κοσμοείδωλά του . 

Ο Karl Rahner ισχυρίζεται, πως στο νέο περιβάλλον όπου είναι υποχρεωμένη να ζει η εκκλησία, δεν μπορεί πλέον να θριαμβολογεί ή να χρησιμοποιεί μια γιγαντιαία στράτευση του κλήρου, για να επιτύχει την εξωτερική επιβολή της (και εδώ πράγματι ο Παπισμός «εισπράττει» τις αμαρτίες του Μεσαιωνικού του παρελθόντος).


Θα πρέπει να αποδεχτεί το γεγονός της «διασποράς» και να βρει νέους τρόπους ποιμαντικής , όπου φωτισμένοι άνθρωποι (εδώ ο Ράνερ εισηγείται τη δράση του λαϊκού στοιχείου), ζώντας εν μέσω αθεότητος θα συναντούν τους άλλους, στη θέση ακριβώς που βρίσκονται, μεταδίδοντάς του το λόγο της αλήθειας, χωρίς να ασκούν «Ιεραποστολικό Ιμπεριαλισμό».

Αυτή η πρόταση ενδιαφέρει άμεσα και την ορθόδοξη εκκλησία, αφού οι συνθήκες εκκοσμικεύσεως έχουν επεκταθεί παντού και είναι «απαγορευτικές» για μια οργανωμένη επέκταση του ευαγγελίου.


Θα πρέπει να συμμεριστούμε γνώμες, όπως αυτή του Clement Olivier, που έχει γράψει (Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ εκδ. ΣΥΝΟΡΟ, 1973) για μια εκκλησία «υπόγεια και προφητική», που θα έχει αποστολή της να ικανοποιήσει τη πνευματική δίψα του σύγχρονου ανθρώπου και την αναζήτηση νοήματος στη Ζωή.


Καλό είναι μάλιστα να παραιτηθεί η εκκλησία από την ιδεολογικοποίηση του Χριστιανισμού και να δώσει τη μαρτυρία της στο χώρο της καρδιάς και όχι τον νου, να είναι η μαρτυρία της Ζωής, που θα μάθει τους σύγχρονους ανθρώπους για την αλήθεια του Θεού όχι με την πειστικότητα των επιχειρημάτων των λογικοκρατούμενων θεολογιών, αλλά ME THN ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ βίωση του ευαγγελίου.


Οφείλει κατά ταύτα να αφομοιωθεί η Πατερική Παράδοση, που θα επιτρέψει την αφύπνιση «εσωτερικής Ιεραποστολής» στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων και με πνεύμα σύνεσης και διάκρισης. 

Γιατί ενώ τώρα δεν υπάρχουν λ.χ. οι διωγμοί της αρχαίας περιόδου, υπάρχει όμως το πνεύμα της Νεοτερικότητας, το οποίο επιχειρεί να απορροφήσει την πίστη και με τον τρόπο αυτό να «συρρικνώσει» η ακόμα και να αφανίσει τη «Χριστιανική συνείδηση» από όλους τους χώρους του κοινωνικού γίγνεσθαι.


Έτσι οι άνθρωποι της πίστεως (είτε κληρικοί, είτε λαϊκοί) οφείλουν να συντηρούν τη φλόγα της ευαγγελικής ζωής, χωρίς να μπαίνουν σε «ιδεολογικές αντιπαραθέσεις» και μάχες με τους συνανθρώπους τους, αλλά μόνο με τα όπλα του πνεύματος, το παράδειγμα, την αντίσταση σε σύγχρονες μορφές κακού και την προσωπική τους μαρτυρία στους χώρους όπου ζουν και εργάζονται.


Ακόμη οι χριστιανικές κοινότητες, χρειάζεται να αναπτύσσουν πνεύμα αγάπης και κατανόησης προς τον σύγχρονο ταραγμένο και συγκεχυμένο άνθρωπο, να του εμπνέουν εμπιστοσύνη και να είναι πρόθυμες σε συμπαράσταση, εκεί όπου χρειάζεται, με τρόπο αφιλοκερδή.


Αυτή η προφητική και φιλική προς τον άνθρωπο διάσταση της εκκλησίας, μπορεί να δώσει στο σύγχρονο κόσμο τον πνευματικό του προσανατολισμό και να τον ενθαρρύνει μέσα στις υπάρχουσες αντιξοότητες, όπου το κακό έχει πάρει νέες μορφές και ίσως κιόλας να υμνείται ως «επιτυχία» στη ζωή.


Στην εποχή των «ψεύτικων θρησκειών», η ορθοδοξία με τον οικουμενικό λόγο των πατέρων της και πιστή στο πνεύμα του Κυρίου της, μπορεί να δώσει στον άνθρωπο ό,τι του χρειάζεται για να ζήσει στο ύψος των θείων επιταγών και να αντισταθεί νικηφόρα στην επέλαση των Αντιχρίστων Δυνάμεων .



4. ΟΙ ΑΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ


Tο μεγαλύτερο εμπόδιο για την πραγμάτωση της Νέας Πολιτείας των ανακαινισμένων ανθρώπων είναι η ηθική κατάσταση των ιδίων των χριστιανών. Πολλοί υπερτονίζουν τις παραλείψεις ή τα σφάλματα των Χριστιανών, στα προσωπα των οποίων βλέπουν αδυναμία εκπληρώσεως του ευαγγελικού ήθους.

Σ’ ένα τέτοιο συμπέρασμα θα έφτανε κανείς κρίνοντας την αξία του Χριστιανισμού με μέτρο την "επιτυχία" του μέσα στην Ιστορία, αντιπαραβάλοντας μάλιστα την ευαγγελική Ηθική με άλλα εφαρμοσμένα συστήματα, ευπροσάρμοστα στην ανθρώπινη φύση. «Στον αιώνα μας της ασθενούς πίστεως» γράφει ο Ν. Berdiaeff ( Η αξία του Χριστιανισμού και η απαξία των χριστιανών, σελ. 16 ) «ο καθένας κρίνει το χριστιανισμό από τη συμπεριφορά των χριστιανών, παλαιότερα η χρ. πίστη κρινόταν από την αιώνια αλήθεια της, τις διδασκαλίας και τις επιταγές της».

«Αν πράγματι οι οπαδοί των άλλων θρησκειών είναι συνεπέστεροι με την πίστη τους και εάν εφαρμόζουν ακριβέστερα τις αρχές τους, απ’ ότι οι Χριστιανοί, αυτό συμβαίνει γιατί οι διδασκαλίες αυτών των θρησκειών έχουν προσαρμοστεί στα ανθρώπινα μέτρα τους, σε αντίθεση με Χριστιανική αλήθεια, που παρέμεινε στην υπερβατικότητα και το ύψος της» (σελ. 18).


«Οι άνθρωποι της εποχής μας, που έχουν απομακρυνθεί από το χριστιανισμό», συμπεραίνει το Berdiaeff, «δηλώνουν ευχαρίστως ότι η χριστιανική εκκλησία πρέπει να αποτελείται από ανθρώπους τελείους, αγίους, και την κατηγορούν ότι φιλοξενεί στους κόλπους της τόσους αμαρτωλούς, ψυχές ατελείς, ψευδοχριστιανούς. Είναι το συνηθισμένο επιχείρημα εναντίον του Χριστιανισμού. Αλλά έτσι παραγνωρίζεται η φύση της εκκλησίας, παραβλέπεται η ουσία της.


Η εκκλησία υπάρχει πρώτα απ’ όλα για τους αμαρτωλούς, τους ατελείς, τους πεπλανημένους. Κατεβαίνει στον κόσμο και ενεργεί σε περιβάλλοντα, που κατακλύζονται από την αμαρτία.

Η Εκκλησία είναι μεν ουράνια και αιώνια από τη φύση της, αλλά ενεργεί στον κόσμο και στα χρόνο…


Οφείλει πρώτα απ’ όλα, να βοηθήσει αυτό τον κόσμο, να τον σώσει, να τον οδηγήσει στην αιώνια Ζωή, να τον ανεβάσει μέχρι τους ουρανούς. Η ουσία του χριστιανισμού έγκειται στην ένωση της αιωνιότητας και του χρόνου, των ουρανών και της γης, του θείου και του ανθρωπίνου, και όχι στο διαχωρισμό τους. Το ανθρώπινο, το πεπερασμένο δεν πρέπει να αποδοκιμαστεί, να απορριφθεί, αλλά να φωτιστεί και να μεταμορφωθεί». (όπ.αν. σελ. 57,58).


Αυτή είναι και η αποστολή της εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο, ο οποίος έστω και ασυνείδητα αναζητεί τη χαμένη του ενότητα, γι’ αυτό και ποθεί να επιτύχει την ολοκλήρωση μέσα από ποικίλους άλλους δρόμους, που του υπαγορεύει η ενδοκοσμικότητα.


Χρειάζεται προπάντων ο σύγχρονος άνθρωπος να επανατοποθετήσει τον εαυτό του στην σφαίρα του Θεού και να δει τη λύση των επιγείων προβλήματων του sub specie αeternitatis (υπό το φως της αιωνιότητας), οπότε το κάθε τι αποκτά τη βαρύτητά του ( ή τη σχετικότητά του, ως επιτυχία η αποτυχία ) αφού η ζωή αξιολογείται στο φως του λόγου , που έρχεται άνωθεν προς ενίσχυσή της . «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής».


Ακριβώς αυτή η θεανθρώπινη φύση της καινής πολιτείας (της εκκλησίας δηλαδή) είναι, που αποτελεί και την μοναδική ελπίδα της ανθρωπότητας, για το πέρασμα στην διάσταση εκείνη της όντως ζωής, για την οποία και έχει προορισθεί σύνολη η Δημιουργία.


 απο΄:  Κων/νο Γ. Παπαγεωργίου

            θεολόγο




Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2020

Η ΑΓΑΠΗ ΩΣ ΠΡΟΤΑΣΗ ΖΩΗΣ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ

 

                                               Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ





   O YMNOΣ TΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

   ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ








                                     " Η ΑΓΑΠΗ ΟΥ ΖΗΤΕΙ ΤΑ ΕΑΥΤΗΣ"






Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΟΤΗΤΑ

 

          Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

                                  ΓΙΑ  ΤΗΝ ΙΣΟΤΗΤΑ







  Ο λόγος του Χριστού, κατά την επίγειο Του διδασκαλία, είναι ξένος προς κάθε κοσμική εκφορά, περιεχόμενο, ουσία. Αντιβαίνει τις συνθήκες του κόσμου, τις συνήθειες του κόσμου, τον ίδιο τον κόσμο, εγκαινιάζοντας ήδη με την παρουσία Του την αληθινή πολιτεία του Θεού, τη Βασιλεία Του.


Σε κάθε Του λόγο οδηγεί τον άνθρωπο να αναμετρηθεί με τον κακό του εαυτό, αλλά και να τοποθετηθεί απέναντι στον συνάνθρωπο. Κι εδώ, έρχεται για μία ακόμη φορά ο τρόπος. Αυτός ο τρόπος συναντάται παντού και πάντοτε. Ο τρόπος που καθορίζει τα πράγματα, ισορροπεί στα πράγματα, αποξενώνει τα πράγματα, συμφιλιώνει τα πράγματα. Αυτός ο τρόπος του Χριστού δείχνει να μην έχει λογική. Κι αυτό το συμπέρασμα εξάγεται από το γεγονός ότι ο λόγος Του αντιβαίνει την κοσμικότητα. Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου’’ (Ιω. 18, 36).

Είναι αλήθεια πως ο λόγος του Χριστού αντιβαίνει προϋποθέσεις, δομές, αφορμές του κόσμου, τα πάντα του κόσμου και πάντοτε. Στο ευαγγέλιο της Κυριακής (Λουκ. 6, 31 – 36) ο Χριστός βάζει δύσκολα στον άνθρωπο. Θίγει ένα θέμα, όχι απλά δυσπρόσιτο, αλλά απλησίαστο. Θέμα άκρως και αθεράπευτα ανέπαφο με τη συμφιλίωση, την καταλλαγή, τη συγχωρητικότητα. ‘’Αλλά εσείς να αγαπάτε τους εχθρούς σας και να κάνετε καλό’’ (Λουκ. 6, 35). Ποια συνήθεια του κόσμου τούτου δέχεται στα σπλάγχνα της την αγωνία του Χριστού; Ποιος σκέφτηκε ποτέ εάν αγαπάει τους εχθρούς του κι αν υπάρχουν εχθροί; Βέβαια, δεν υπάρχουν εχθροί, αφού ο άνθρωπος καλλιεργεί αυτόν τον τίτλο κι αυτή τη διάθεση προς τους άλλους.

Ο Χριστός διερωτάται: ‘’Εάν αγαπάτε μόνο εκείνους που σας αγαπούν, ποια χάρη έχετε; Και οι αμαρτωλοί αγαπούν εκείνους που τους αγαπούν. Και εάν κάνετε καλό σ’ εκείνους μόνο που σας κάνουν καλό, ποια χάρη έχετε; Και οι αμαρτωλοί το ίδιο κάνουν’’ (Λουκ. 6, 32 – 34). Και προχωράει σε μία υπενθύμιση όλων αυτών∙ ‘’να είστε λοιπόν φιλεύσπλαχνοι καθώς και ο Πατέρας σας είναι φιλεύσπλαχνος’’ (Λουκ. 6, 36). Δεν είναι εικόνα Θεού ο άνθρωπος; Δεν πλάστηκε ελεύθερος για να μοιάσει χαρισματικά στον Θεό; Δεν είμαστε γένος του Θεού; Εκείνος δεν είναι φιλάνθρωπος απέναντι σε κάθε άνθρωπο, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό ή μήπως ο άνθρωπος νομίζει πως αξίζει αυτή τη φιλανθρωπία;

Ο όσιος Μάξιμος Ομολογητής στα Κεφάλαια περί Αγάπης, κείμενα έκρηξης της αγάπης και φιλανθρωπίας του Θεού προς τον άνθρωπο, εξηγεί τα παραπάνω ως εξής: ‘’Η τέλεια αγάπη δεν διαχωρίζει κατά τις διαθέσεις των επιμέρους ανθρώπων τη μία και κοινή ανθρώπινη φύση, αλλά αποβλέποντας σ’ αυτήν, αγαπά εξίσου όλους τους ανθρώπους. Αγαπά τους ενάρετους ως φίλους. τους κακούς τους αγαπά ως εχθρούς, και τους ευεργετεί και μακροθυμεί και υπομένει αν την βλάψουν, χωρίς να λογαριάζει διόλου το κακό, αλλά και πάσχει για χάρη τους, αν το καλέσει η περίσταση, για να τους κάνει και αυτούς φίλους, αν είναι δυνατόν’’.

Εδώ γεννάται ένα ερώτημα. Ποια είναι η στάση του ανθρώπου απέναντι στον άλλον; Ο άλλος είναι εικόνα Θεού, φίλος, εχθρός, αδελφός, ξένος, αδιάφορος, απειλή; Ο Jean – Paul Sartre χαρακτηρίζει τους άλλους ως κόλαση, με την έννοια της αναγκαστικής υποταγής από τη στιγμή της γέννησης. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει Θεός για τον Sartre, επειδή για να είναι ο άνθρωπος ελεύθερος χρειάζεται να μην υπάρχει Θεός, καθότι σύμφωνα με τον ίδιο η ύπαρξη του Θεού οδηγεί στην υποταγή και ανελευθερία του ανθρώπου. Για τον Χριστό όμως ο άλλος είναι ο αδελφός, είναι ο ξένος, ο Ίδιος ο ξένος Χριστός, όπως ψάλλουμε στο δοξαστικό του Μ. Σαββάτου.

Ποιος είναι λοιπόν ο άλλος; Ο άνθρωπος ισχυρίζεται πως αγαπάει τον Θεό, μισεί όμως την αδελφή του, τον αδελφό του, τους γονείς του. Θεωρεί πως εκπληρώνει θεϊκό καθήκον απέναντι στον Θεό όταν κάνει ελεημοσύνη, νηστεύει, προσεύχεται, αλλά την ίδια στιγμή βιαιοπραγεί σε βάρος της γυναίκας του και η σύζυγος σε βάρος του άνδρα της. Αλήθεια έπαψε ο Χριστός να φιλοξενείται στις καρδιές; Δεν υπάρχει χώρος για τον Χριστό, χώρος για τον συνάνθρωπο; Έχει αλλοιωθεί τόσο πολύ το ανθρώπινο πρόσωπο; Δεν εξαρτά τη σχέση του από τον Δημιουργό Του, από τον άλλον, τον ξένο; Πόσο μίσος και πόση κακία εμφωλεύει στους ανθρώπους; Πώς μπορεί κάποιος να αγαπάει με τα χείλη τον Θεό και να εχθρεύεται τον αδελφό του, την αδελφή του; Καμία τέτοια θυσία δεν γίνεται δεκτή από τον Θεό. Ο Θεός ζητάει συμφιλίωση με τον άλλον. Κι ο σύγχρονος άνθρωπος πέρα από τη σκιά του δεν βλέπει τίποτε.

Ο λόγος του Χριστού είναι αναρχικός λόγος. Εναντιώνεται στις αρχές και στις καθεστηκυίες αντιλήψεις του κόσμου τούτου. Δεν δέχεται να συμπορευθεί με την αμαρτία, την κακότητα, την αποστασία. Συμπονάει όμως τον αμαρτωλό. Ο Χριστός δεν είναι του συστήματος. Ετοιμάζει τη Βασιλεία Του και προσκαλεί τον άνθρωπο να την γευτεί στη Θεία Ευχαριστία, την μόνη αληθινή αιωνιότητα του παρόντος κόσμου, να την ζήσει στη Θεία Ευχαριστία. Όμως, πώς μπορεί κάποιος να τρώει Σώμα Χριστού, να πίνει Αίμα Χριστού και να αρνείται τη συμφιλίωση με τον αδελφό του;


Πρεσβύτερος Ηρακλής Φίλιος (Βαλκανιολόγος, Θεολόγος)Κληρικός Ι.Μ. Σταγών & Μετεώρων





ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΗΘΟΥΣ

                    ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΗΘΟΣ





Τα γνωρίσματα του ορθόδοξου ήθους

Ο ορθόδοξος πιστός έχει ως σύνθημά του το «τα πάντα και εν πάσι Χριστός» (Κολοσ. 3, 11), εάν δηλαδή ο Χριστός δεν διαποτίζει όλες τις εκδηλώσεις της ζωής μας, τότε η ζωή μας θα διασπάται κατ’ απαράδεκτο τρόπο σε θρησκευτική και μη θρησκευτική. Τέτοια διάσπαση υπάρχει στις ειδωλολατρικές θρησκείες. Θρησκευτικότητα είναι μόνο η ζωή στην ώρα του βωμού, της θυσίας, της θεραπείας του θείου. Η θρησκευτικότητα αυτή αποτελεί έκφανση του βίου. Ο υΘρησκείαπόλοιπος βίος, ατομικός και κοινωνικός, αποτελεί τον άλλο βίο. Κατά τον ίδιο τρόπο ο βίος διακρίνεται σε θρησκευτικό και εξωθρησκευτικό, όπως ο βίος του σημερινού ανθρώπου, ο οποίος έχει μια δημόσια θέση, διακρίνεται σε δημόσιο και ιδιωτικό.

Ο χωρισμός αυτός οδηγεί στην αντίληψη για τα «θρησκευτικά καθήκοντα», δηλαδή καθήκοντα προς το θείο, τα οποία είναι άσχετα προς τα καθήκοντα προς τους ανθρώπους. Αυτή είναι η διασπασμένη, αποσυντεθειμένη θρησκευτικότητα, η οποία δημιουργεί μόνο τυπολάτρες, οι οποίοι νομίζουν ότι η θρησκευτική ζωή έχει σχέση μόνο με τον ναό και όχι με το σπίτι, τον χώρο εργασίας, την αγορά, το δικαστήριο, την κλίνη του ασθενούς, το κελί του φυλακισμένου κ.λ.π. Αντίθετα προς αυτά, το αληθινό ορθόδοξο ήθος είναι η «θέωση» ολόκληρης της ζωής μας, ο εξαγιασμός όλως των πτυχών αυτής και ο εξωραϊσμός αυτών υπό την ανακαινιστική επίδραση του Χριστού, υπό το φως του ουρανού.

Προς επίτευξη τούτου είναι αναγκαία η συνεχής μελέτη, η αδιάλειπτη προσευχή και η μυστηριακή ζωή. Το πρώτο όνομα των χριστιανών ήταν μαθητές και μαθήτριες. Και ο ορθόδοξος πιστός σήμερα πρέπει να είναι μαθητής, ζητώντας να διαφωτίζει τα καθημερινά του προβλήματα μέσω της μελέτης του λόγου του Θεού και της πατερικής σκέψης. Ιδιαιτέρως η προσευχή πρέπει να ζωογονεί όλες τις εκδηλώσεις της ζωής μας.

Επίσης, η δια των μυστηρίων παρεχόμενη Θεία Χάρη πρέπει να μας ενισχύει καθημερινώς, για να είμαστε πράγματι το «άλας της γης» και το «φως του κόσμου». Δεν δύναται να νοηθεί πραγματικός χριστιανός, όποιος δεν προσπαθεί να κοσμείται με την αρετή. Έστω ως παράδειγμα η αρετή της δικαιοσύνης και της τιμιότητας. Αυτή πρέπει να χαρακτηρίζει όλες τις πάσης φύσεως σχέσεις και συναλλαγές μας. Όχι μόνο οι έμποροι, αλλά όλοι ανεξαιρέτως πρέπει να αισθανόμαστε πείνα και δίψα για τη δικαιοσύνη, όχι μόνο με τη γενική έννοια, αλλά και με την ειδική έννοια της υποταγής στο θετικό δίκαιο, στους νόμους της πολιτείας.

Ο διασπασμένος θρησκευτικός άνθρωπος «δεν είναι εξαιρετικά ανήσυχος μήπως δεν είναι εντάξει με τους νόμους της πολιτείας. Την πολιτεία τη θεωρεί σαν κάτι έξω από τον θρησκευτικό βίο του, επομένως και έξω από τον σεβασμό του. Βέβαια, τους νόμους που αποσκοπούν στην κατοχύρωση του Δεκαλόγου τους τηρεί, αλλά σ’ άλλους νόμους, ας πούμε στους φορολογικούς, στους διοικητικούς νόμους δεν δείχνει εξαιρετική προσήλωση… Η εντιμότητα και συνέπεια στις συναλλαγές υστερεί˙ καμιά φορά υστερεί με τρόπο, «οίος ουδέν εν τοις έθνεσιν ονομάζεται» Η επαγγελματική ευσυνειδησία, με την έννοια ότι στο επάγγελμά του πρέπει ο Χριστιανός ν’ αποδίδει το μεγαλύτερο και καλύτερο δυνατό, δεν έχει αναπτυχθεί, την επισκιάζει και πάλι η αγωνία για το άνιθο και το κύμινο, που απορροφά την προσευχή και τη συνέιδηση» [1].




Τι να πούμε έπειτα για την αρετή της αγάπης; Η ιστορία του Χριστιανισμού επί του προκειμένου είναι χαρακτηριστική. Η αρετή αυτή είναι το διακριτικό γνώρισμα του ορθόδοξου χριστιανού σε όλους τους αιώνες. Εκ των αρχαίων χριστιανών «πολλοί παραδεδώκασιν εαυτούς εις δουλείαν και λαβόντας τα τιμάς αυτών ετέρους εψώμισαν» [2]. Πολλές φορές οι χριστιανοί «τα εκ του δικαίου κόπου αθροιζόμενα χρήματα διέτασσον (=διέθετον), διακονούντες εις αγορασμούς των αγίων, ρυόμενοι δούλους και αιχμαλώτους, δεσμίους, επηρεαζομένους, ήκοντας εκ καταδίκης κ.τ.λ.» [3]. Όταν, λόγου χάρη, κατά τους χρόνους του Μαξιμίνου ενέσκηωε πανώλη και λιμός, μόνο οι χριστιανοί περιέθαλπαν με αγάπη αδιακρίτως όλους τους πάσχοντες με τέτοιο τρόπο, ώστε και οι ίδιοι οι ειδωλολάτρες δόξαζαν τον Θεό των χριστιανών.

Άραγε, φλέγεται η καρδιά μας από την αγάπη του Μ. Βασιλείου, του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος, του οσίου Θεοδοσίου, του Εφραίμ του Σύρου, της αγίας Ολυμπιάδας, της αγίας Φιλοθέης και όλων των ηρώων και ηρωΐδων της ορθόδοξης πίστης και ζωής ή μήπως περιορίζουμε το ορθόδοξο φρόνημά μας στο να ερίζουμε περί της διαφοράς σε ανούσια, τυπικά πράγματα; Δεν μπορούμε να είμαστε γνήσιοι ορθόδοξοι πιστοί και συγχρόνως να ανεχόμαστε να υπάρχουν γύρω μας υποσιτιζόμενα παιδιά και παντός είδους δυστυχείς. Δεν είναι δυνατό να κοιμόμαστε ήσυχοι όταν αδερφοί μας ζουν μακριά από τον Χριστό και θερίζουν σήψη και φθορά εμείς να παραμένουμε αδιάφοροι. «Ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν, ότι ο Θεός αγάπη εστίν…Εάν τις είπη, ότι αγαπώ τον Θεόν, και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύστης εστίν˙ ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν αυτού, ον εώρακε, τον Θεόν, ον ουχ εώρακε, πως δύναται αγαπάν;» [4].
Ο ορθόδοξος χριστιανός είναι υγιώς κοινωνικός άνθρωπος με τον χριστιανικό ανδρισμό και τη σεμνή παρρησία. Δεν είναι ξένος προς την κοινωνία. Έχει αγάπη προς αυτή. Όταν έρχεται η στιγμή για την άφοβη και θαρραλέα χριστιανική ομολογία, δεν ατενίζει την κοινωνία με ηττοπάθεια και αίσθημα μειονεξίας. Δεν επαισχύνεται ενώπιον αυτής το Ευαγγέλιο. Θέλει να φανερώσει στην κοινωνία τη δύναμη του Ευαγγελίου. Αισθάνεται την «ηγετική» ευθύνη του για τον δρόμο, τον οποίο ακολουθεί η κοινωνία.

Καλό είναι να θυμόμαστε όλοι ότι το κύριο γνώρισμα του ορθόδοξου ήθους είναι η Χριστοκεντρική ζωή και η πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου. Οφείλουμε όλοι στον εαυτό μας, στον συνάνθρωπό μας, στον Θεό μας να ζούμε με πίστη, αγάπη κι ελπίδα.

1. Π. Μελίτη, Για ν’ ανοίξει ο δρόμος, Αθήνα 1957, σελ. 180.
2. Κλήμεντος, Α΄ Κορ. LV, 2.
3. Αποστ. Διατ. IV, 9.
4. Α΄ Ιωάν. 4, 8, 20.






Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΩΣ ΓΝΩΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΗΘΟΥΣ

                                                             

                                                     Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 

ΩΣ ΓΝΩΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΗΘΟΥΣ


    
                             



            Καθηγητή  ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ  Ι.  ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ         

Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ.

Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ


 Η ελευθερία είναι ένα από τα σπουδαιότερα θέματα που αφορούν την ύπαρξη του ανθρώπου. Κάθε ενέργεια του ανθρώπου, που τον χαρακτηρίζει ως πρόσωπο, συνδέεται άρρηκτα με την ελευθερία του. Έτσι μπορεί να γίνεται λόγος για μια μεγάλη ποικιλία, με την οποία φανερώνεται αυτή η ελευθερία, όπως είναι λόγου χάρη η ελευθερία της σκέψεως, η ελευθερία του λόγου, η ελευθερία της συνειδήσεως, η ηθική ελευθερία, η θρησκευτική ελευθερία, κλπ.

Εμείς δεν θα ασχοληθούμε με τις παραπάνω πλευρές της ελευθερίας, αλλά θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε με κάθε δυνατή συντομία, πώς ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς βλέπει την ελευθερία του ανθρώπου καθεαυτήν. Στη συνέχεια, αφού αναφερθούμε στην οντολογική υποδούλωση και απελευθέρωση του άνθρώπου, θα παρουσιάσουμε πως ο άνθρωπος αναπτύσσει και φανερώνει την ελευθερία του ως μέτοχος της πνευματικής εμπειρίας της Εκκλησίας και ποιος είναι ο ιδιάζων χαρακτήρας αυτής της ελευθερίας.

Εμείς δεν θα ασχοληθούμε με τις παραπάνω πλευρές της ελευθερίας, αλλά θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε με κάθε δυνατή συντομία, πώς ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς βλέπει την ελευθερία του ανθρώπου καθεαυτήν. Στη συνέχεια, αφού αναφερθούμε στην οντολογική υποδούλωση και απελευθέρωση του άνθρώπου, θα παρουσιάσουμε πως ο άνθρωπος αναπτύσσει και φανερώνει την ελευθερία του ως μέτοχος της πνευματικής εμπειρίας της Εκκλησίας και ποιος είναι ο ιδιάζων χαρακτήρας αυτής της ελευθερίας.

Ευθύς εξαρχής πρέπει να πούμε ότι απόλυτα ελεύθερος και κυριολεκτικά αυτεξούσιος είναι μόνο ο Θεός, αφού ως ο όντως Ων δεν υπόκειται σε καμιά φυσική ή μεταφυσική αναγκαιότητα1. Επομένως είναι αυτονόητο ότι λόγος για απόλυτη και αυθεντική ελευθερία μπορεί να γίνεται μόνο εκεί, όπου βρίσκεται και η πηγή της ελευθερίας, ο ίδιος δηλαδή ο Θεός. Άμεση φανέρωση της αυθεντικής αυτής ελευθερίας στην κτίση και την ιστορία γίνεται μόνο με τις άκτιστες ενέργειες του Τριαδικού Θεού.

Αν όμως η απόλυτη και αυθεντική ελευθερία βρίσκεται μόνο στον ίδιο τον Θεό και στις άκτιστες ενέργειές του, τί είδους ελευθερία έχει ο άνθρωπος ως κτίσμα και πού θεμελιώνεται αυτή η ελευθερία του;

Η ελευθερία του άνθρώπου, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, όπως αυτή εκπροσωπείται από τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, συνδέεται στενότατα με τον τρόπο υπάρξεώς του. Ο άνθρωπος, του οποίου η οντολογική αφετηρία βρίσκεται στο μη ον, ήρθε στο είναι, ως γνωστόν, με την άκτιστη δημιουργική ενέργεια του Θεού. Γι' αυτό και είναι εξαρτημένος από την αιτία της προελεύσεώς του, είναι δηλαδή εξαρτημένος από τον ίδιο τον Θεό. Πέρα όμως από την εξάρτηση αυτή του είναι του ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ' εικόνα του δημιουργού του2 ως λογικό και αυτεξούσιο ον3. Η λογικότητα των όντων κατά τον Παλαμά συνδέεται οντολογικώς με την αυτεξουσιότητά τους4. Κατά συνέπεια η αυτεξουσιότητα και ελευθερία του άνθρώπου αποτελούν οντολογικό γνώρισμα του κατ' εικόνα.

Δημιουργώντας ο Θεός κατ' εικόνα του τον άνθρωπο θεμελίωσε το αυτεξούσιο του ανθρώπου πάνω σε μια πραγματικότητα, η οποία παρέχει στην ελευθερία προϋποθέσεις αποφασιστικής σημασίας για την παραπέρα τελειωτική πορεία του ανθρώπου.

Το κατ' εικόνα αποτελεί το θεμέλιο εκείνο της ανθρωπίνης υπάρξεως που δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να μπορεί να κινείται προς το αγαθό, όταν κάνει καλή χρήση του αυτεξουσίου. Το οντολογικό δηλαδή υπόβαθρο της αυτεξούσιας αναφοράς του ανθρώπου στον Τριαδικό Θεό βρίσκεται στην κατ' εικόνα Θεού δημιουργία του. Αν ο άνθρωπος ανέφερε πάντοτε αυτεξουσίως και ελευθέρως το κατ' εικόνα προς το αρχέτυπο, δεν θα ξέπεφτε από την κοινωνία του με τον Θεό, μια και ο Θεός κατά τον Παλαμά προσβλέπει πάντα με ιδιαίτερη πρόνοια προς τον άνθρωπο. «ως προς οικείαν εικόνα μάλλον ή προς τα παρ' αυτού πάντα γεγονότα»5.

Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ενώ εντοπίζει το κατ' εικόνα στην όλη ύπαρξη του ανθρώπου6, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο νου7. Αλλά ο νους και η λογική συνδέονται αναπόφευκτα με το αυτεξούσιο και την προαίρεση του ανθρώπου, και αυτά του παρέχουν τη δυνατότητα να τρέπεται πότε στο καλό, και πότε στο κακό8. Αν η αυτεξουσιότητα αφαιρεθεί από τη λογική, τότε η λογική καταντά χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Χωρίς ελεύθερη θέληση και απόφαση δεν είναι νοητή καμιά ευθύνη. Μόνο όταν ο άνθρωπος έχει «λελυμένην πάσης ανάγκης την γνώμην», παρατηρεί ο υπέρμαχος του ησυχασμού, μπορεί να διατηρείται στην κατά φύση ζωή και να προσεγγίζει τον Θεό ή να εκτρέπεται από την κοινωνία μαζί του και να κατευθύνεται προς τον θάνατο9.

Δημιουργώντας ο Θεός αυτεξούσιο τον άνθρωπο στέρησε την δυνατότητα στον πονηρό να ασκεί βία πάνω στον άνθρωπο. Μόνο με πειθώ ή δόλο μπορεί να επηρεάσει ο διάβολος τη θέληση του άνθρώπου και να τον κάνει κοινωνό της αποστασίας του10. Από τη δημιουργία του λοιπόν ακόμη ο άνθρωπος πήρε τη δύναμη του αυτεξουσίου, τη δύναμη της ελευθερίας, με την οποία μπορεί να αντιστέκεται στον πονηρό και να συμβάλλει αποφασιστικά στην πραγμάτωση του προορισμού του, την ομοίωσή του με τον Θεό.

Η προγονική πτώση είχε οντολογικές συνέπειες στο καθαυτό είναι του ανθρώπου, στο κατ' εικόνα, το οποίο ενώ αμαυρώθηκε δεν καταστράφηκε από την αμαρτία. Εκείνο που έχασε ο άνθρωπος, παρατηρεί ο Παλαμάς, δεν ήταν το κατ΄ εικόνα αλλά το καθ' ομοίωση11. Η αμαύρωση του κατ' εικόνα σήμανε φθορά και στο αυτεξούσιο του ανθρώπου, που αντί να οδεύει στην κατεύθυνση της ελευθερίας του πρωτοτύπου του βρέθηκε μέσα στην περιοχή της επιρροής του πονηρού, ο οποίος, ενώ δεν μπόρεσε να καταργήσει το αυτεξούσιο του ανθρώπου, το συσκότισε και το εμπόδισε να κινείται στην τελειωτική του προοπτική. Έτσι ο,τιδήποτε και αν έκανε ο άνθρωπος (αξιοκατάκριτο ή επαινετό) βρισκόταν κατά τον Παλαμά κάτω από τις γενικότερες συνέπειες της προγονικής πτώσεως12.

Αλλά το αυτεξούσιο του ανθρώπου δεν εμπόδισε την ελευθερία του Θεού να μετασκευάσει φιλάνθρωπα και «επί το κρείττον» τα «εξ αυτεξουσίου παρατροπής ολισθήματα» του ανθρώπου και να «οικονομήσει» τη σωτήρια του, χωρίς να παραβιάσει καθόλου το αυτεξούσιο και την ελευθερία του13. Ενώ δηλαδή η αυτεξούσια παράβαση της εντολής του Θεού οδήγησε στη σύνταξη του ανθρώπου με τον διάβολο και την υποταγή του στο θάνατο, ο Θεός με τη σοφία και την αγαθότητά του βρήκε τρόπο, ώστε και τον άνθρωπο να λυτρώσει από τον θάνατο, και το αυτεξούσιο του ανθρώπου να διατηρήσει. Ο Θεός δεν επέτρεψε να γίνει ο θάνατος το υποχρεωτικό τέλος, το «έσχατον καταγώγιον»14 όλων των ανθρώπων. Επειδή μάλιστα ο άνθρωπος δεν έφτασε «αυτοκινήτως» προς το κακό αλλά μετά τη συκοφαντία του θελήματος του Θεού από τον διάβολο, δεν προχώρησε μετά την παράβαση «ακρατώς και ανεπιστρόφως» προς το κακό, όπως οι δαίμονες15 και έτσι έγινε δεκτικός στην προσφορά του Θεού για την οντολογικού χαρακτήρα απελευθέρωσή του.

Με το έργο της θείας οικονομίας, που πραγματώθηκε στο πρόσωπο του Χριστού, ο άνθρωπος απελευθερώνεται οντολογικώς από την αμαρτία, τον διάβολο και τον εσχατολογικό θάνατο και αποκτά τη χαρισματική ελευθερία.
Ειδικότερα, ο Θεός κινούμενος από άκρα ευσπλαχνία για τον άνθρωπο προσέλαβε την ανθρώπινη φύση 
«καθ' υπόστασιν» στο πρόσωπο του Θεού Λόγου για ν' απελευθερώσει τον άνθρωπο, ν' ανακαινίσει το αμαυρωμένο κατ' εικόνα και να το ζωοποιήσει με την άκτιστη χάρη του πρωτοτύπου16. Ο Χριστός ως Θεάνθρωπος, ως μόνος αληθινός και αναμάρτητος άνθρωπος17 και ως ελεύθερος από τη δουλεία του διαβόλου18, ήταν κατά τον Παλαμά ο μόνος που μπορούσε να ελευθερώσει τον άνθρωπο από την παραπάνω δουλεία19.

Το θεμέλιο απελευθερώσεως της ανθρωπίνης φύσεως από την εξουσία του διαβόλου, της αμαρτίας, της φθοράς και του θανάτου, τέθηκε ήδη με την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, ενώ με την ανάσταση του Χριστού επισφραγίστηκε η οντολογική απελευθέρωση του ανθρώπου από την πολλαπλή δουλεία του20. Την απελευθέρωση του ανθρώπου από την δουλεία και τυραννία του διαβόλου διαβεβαίωσε  ο Χριστός με ολοφάνερο τρόπο ήδη κατά την ιστορική παρουσία του στη γη. Θεραπεύοντας δηλαδή ο Χριστός τους φανερά δαιμονισμένους και κατά το σώμα, παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, πιστοποιούσε «δια της φανερώς ενεργουμένης ταύτης ελευθερίας... την εν κρυπτώ κατά ψυχήν γινομένην ελευθερία» του άνθρώπου «εκ της του διαβόλου τυραννίδος»21. Με την απελευθέρωση των δαιμονισμένων από τη δυναστεία του διαβόλου ο Χριστός γνωστοποιούσε στους ανθρώπους ότι αυτός είναι εκείνος που μπορεί να ελευθερώσει τις ψυχές από τη δουλεία τους στον πονηρό και να χαρίσει σ' αυτούς την αιώνια ελευθερία22. Η απελευθέρωση του άνθρώπου από την παραπάνω δουλεία δεν περιορίστηκε κατά τον Παλαμά στην περίοδο της επίγειας ζωής του Χριστού. Συνεχίζεται να πραγματώνεται στο πλαίσιο της Εκκλησίας με τον διπλό πάντοτε χαρακτήρα της, που αναφέρεται στην ψυχή και το σώμα του ανθρώπου23.

Η ενανθρώπηση, ο θάνατος και η ανάσταση του Χριστού αποτελούν ιστορικά γεγονότα της ζωής του, που έχουν όμως απελευθερωτική σημασία για τον άνθρωπο24. Η μόνη δυνατότητα που έχει ο άνθρωπος για να απελευθερωθεί από την δουλεία στην αμαρτία, τον πονηρό και τον θάνατο, είναι να μετάσχει μυστηριακώς στο θάνατο και την ανάσταση του Χριστού. Μετέχοντας ο άνθρωπος κατά μυστηριακό τρόπο στο ζωοποιό θάνατο και την ανάσταση του Χριστού με το βάπτισμα μετέχει στις οντολογικές προϋποθέσεις της ελευθερίας του και δέχεται πραγματικώς και χαρισματικώς την απελευθέρωσή του από την παραπάνω τριπλή δουλεία. Όπως δηλαδή η ευθύνη του θανάτου εξαιτίας του Αδάμ πέρασε σ' όλους τους ανθρώπους, έτσι περνά κατά τον Παλαμά και η αιώνια ζωή, που είναι ζωή ελευθερίας, σ' όλους εκείνους, που αναγεννώνται πνευματικώς από τον Θεάνθρωπο25.

Με την ίδρυση της Εκκλησίας ο Χριστός γίνεται η αστείρευτη πηγή της θείας χάριτος, που απελευθερώνει τον πιστό μέσω των μυστηρίων από την αμαρτία και τις συνέπειές της26. Η απελευθερωτική χάρη του βαπτίσματος δεν χάνεται, όταν ο άνθρωπος αμαρτάνει και δεν αξιοποιεί την προσφορά του Θεού, γιατί τα χαρίσματα του Θεού είναι αμεταμέλητα, παραμένει όμως ανενεργός27. Ωστόσο, όταν με την δύναμη των μυστηρίων και την ανθρώπινη συνεργία διατηρείται αυτή η χάρη ενεργός, τούτο σημαίνει ταυτόχρονα και την παρουσία της πραγματικής ελευθερίας του. Αναφερόμενος ο Παλαμάς στο χωρίο του αποστόλου Παύλου, «ο γαρ νόμος του πνεύματος της ζωής ηλευθέρωσέ με από του νόμου της αμαρτίας και του θανάτου»28, παρατηρεί ότι η απελευθέρωση του ανθρώπου από την αμαρτία και τον θάνατο, που πραγματώνεται με τη δύναμη της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, παρέχει όχι μόνο αθανασία αλλά και αναμαρτησία29. 

Έχοντας ο άνθρωπος απελευθερωμένη τη φύση του από τα πάθη, τη φθορά και τον θάνατο και το φρόνημά του απελευθερωμένο από την αμαρτία μπορεί να κινείται στην περιοχή της πραγματικής ελευθερίας. Άλλωστε πραγματική ελευθερία χωρίς την οντολογική απελευθέρωση από την αμαρτία είναι ακατανόητη. Με την ανάληψη του σαρκωθέντος και αναστάντος Λόγου του Θεού στους ουρανούς διασφαλίστηκε κατά τον Παλαμά η ελευθερία του ανθρώπου για την αιωνιότητα, αφού η κτιστή ανθρώπινη φύση εισήλθε με τον Χριστό στους κόλπους του Θεού Πατέρα30. Όπως δηλαδή με την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου η φύση μας ενώθηκε υποστατικώς με τη θεία φύση και έγινε ομόθεη31, έτσι και με την ανάληψη του Χριστού η φύση μας έγινε ομόθρονη, αφού ο Χριστός μ' αυτήν «εκάθισεν εν δεξιά της μεγαλωσύνης εν ουρανοίς»32.

Η ελευθερία όμως που παρέχεται από το Χριστό στο πλαίσιο της Εκκλησίας παρουσιάζει μια εξωτερική αντινομία, γιατί η ελευθερία αυτή εμφανίζεται ως ολοκληρωτική δουλεία στον Χριστό. Η ολοκληρωτική δουλεία των πιστών στον Χριστό είναι μια εκούσια, δουλεία, που προκύπτει ως ανταπόκρισή τους στην προσφορά του Χριστού. Όταν όμως οι πιστοί προσφέρουν τη θέλησή τους στον Χριστό ενούμενοι ολοκληρωτικά μ' αυτόν, δεν σημαίνει ότι στερούνται την ελευθερία τους. Αντίθετα μάλιστα, οικειώνονται το πνεύμα του Χριστού. Αλλά το πνεύμα του Χριστού, που παίρνουν οι άνθρωποι μέσα στην Εκκλησία, δεν είναι «πνεύμα δουλείας» αλλά «πνεύμα υιοθεσίας»33, πράγμα που σημαίνει κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά ότι είναι «πνεύμα ελευθερίας, ταυτό δ' ειπείν το πνεύμα το άγιον»34. Κατά συνέπεια, οικειούμενοι οι άνθρωποι εν Χριστώ το πνεύμα του Χριστού έχουν και βιώνουν την κατεξοχήν ελευθερία τους, αφού και κατά το βιβλικό χωρίο «ου το πνεύμα Κυρίου, ελευθερία»35. Η ελευθερία αυτή, για την οποία μιλά ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους, αποκαλύπτεται κατά τον Παλαμά με το φως της θείας χάριτος36.

Και επειδή, όπως λέχθηκε, το Άγιο Πνεύμα, ως πνεύμα Κυρίου, είναι πνεύμα όχι δουλείας αλλά πνεύμα υιοθεσίας και ελευθερίας, η ελευθερία των πιστών στο πλαίσιο της Εκκλησίας κατανοείται σωστά και πλήρως μόνο όταν συνδέεται άρρηκτα με τη χαρισματική υιοθεσία τους από τον Θεό. Η χαρισματική υιοθεσία χαρακτηρίζει εκείνους που λυτρώθηκαν από τη δουλεία του διαβόλου και της αμαρτίας και πήραν την άκτιστη δύναμη να γίνουν κατά χάρη παιδιά του θεού. Όταν μιλάμε για χαρισματική υιοθεσία των πιστών, παρατηρεί ο Παλαμάς, αναφερόμαστε στην υιοθεσία τους από τον Θεό Πατέρα, που τους δόθηκε όμως κατά χάρη από τον Χριστό37.

Με την άκτιστη χάρη του βαπτίσματος ο Χριστός αναγεννά πνευματικώς τους ανθρώπους και γίνεται κατά χάρη πατέρας τους, ο οποίος τους τρέφει πνευματικώς όχι μόνο με το σώμα και το αίμα του αλλά και με το πνεύμα του. Με τον τρόπο αυτό τους καθιστά «αείζωους» και κατά χάρη «υιούς αγαπητούς του ουρανίου Πατρός»38. Αλλά ως μέτοχος της άκτιστης θείας χάριτος ο υιοθετημένος από τον θεό άνθρωπος γίνεται κατά τον Παλαμά όχι μόνο «θέσει» υιός αλλά και πνεύμα39. Εδώ όμως είναι απαραίτητη και μια διευκρίνιση του θεόπτη θεολόγου, που θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη και για όσα θα πούμε στη συνέχεια για το χαρακτήρα της ελευθερίας. Οι πιστοί με τη χαρισματική γέννησή τους από τον Θεό υιοθετήθηκαν πραγματικώς από αυτόν, δεν έγιναν όμως αμέσως και «ενεργεία» παιδιά του Θεού. Πήραν απλώς τη δύναμη να γίνουν παιδιά του Θεού στα έσχατα, κατά τη μέλλουσα δηλαδή βασιλεία του Θεού. «Πως δε ειπών ότι εκ του Θεού εγεννήθησαν», σημειώνει ο Παλαμάς, «ουκ ειπέν ότι και γεγόνασι τέκνα Θεού40, αλλ' έλαβον δύναμιν γενέσθαι; Προς το τέλος και την αποκατάστασιν εκείνην βλέπων, την τελειότητα του μέλλοντος αιώνος»41.

Ποιος όμως είναι τελικώς ο χαρακτήρας της ελευθερίας των πιστών κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά; Επιγραμματικά θα λέγαμε ότι η ελευθερία των πιστών έχει οντολογικό και χαρισματικό χαρακτήρα, έχει ανθρωπολογικό και ταυτόχρονα θεολογικό περιεχόμενο με σαφή εσχατολογική προοπτική. Αλλά πώς κατανοείται η σημασία των βασικών αυτών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της ελευθερίας στο πλαίσιο της Εκκλησίας;

Απ' όσα είπαμε στο πρώτο μέρος του άρθρου μας έγινε φανερός ο οντολογικός χαρακτήρας της ελευθερίας του ανθρώπου ως προς την ανθρωπολογική του διάσταση. Λέχθηκε ήδη ότι το αυτεξούσιο του άνθρώπου αποτελεί θεμελιώδες οντολογικό γνώρισμα του κατ' εικόνα. Στο πλαίσιο της Εκκλησίας και συγκεκριμένα με το βάπτισμα το φθαρμένο και συσκοτισμένο από την πτώση αυτεξούσιο του ανθρώπου όχι μόνο εξυγιαίνεται και ανακαινίζεται, αλλά εμπλουτίζεται χαρισματικώς με την ελευθερία του Αγίου Πνεύματος. Έτσι όμως η ελευθερία του ανθρώπου αποκτά εκτός από το ανθρωπολογικό και θεολογικό κατά κυριολεξία περιεχόμενο. Ο άνθρωπος δηλαδή ως πιστός έχει φυσική και χαρισματική ελευθερία.

Ποιος είναι όμως αναλυτικότερα ο χαρακτήρας της χαρισματικής αυτής ελευθερίας και ποια είναι η σχέση της με την κατά φύση ανθρώπινη ελευθερία;

Η χαρισματική ελευθερία του ανθρώπου σύμφωνα με την πνευματική εμπειρία της Εκκλησίας, που μας καταθέτει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, έχει οντολογική ύπαρξη, γιατί αποτελεί συγκεκριμένη άκτιστη ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Ερμηνεύοντας ο Παλαμάς το χωρίο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, «πνεύμα υιοθεσίας, αληθείας, ελευθερίας, πνεύμα σοφίας, συνέσεως, βουλήσεως, ισχύος, γνώσεως, ευσεβείας, φόβου Θεού. και γαρ ποιητικόν τούτων απάντων»42και στρεφόμενος άμεσα κατά του Ακινδύνου σημειώνει απερίφραστα τον άκτιστο χαρακτήρα της ελευθερίας, χαρακτηρίζοντας την ελευθερία ως μία από τις οικείες, φυσικές και έμφυτες ενέργειες του Αγίου Πνεύματος, που παρέχονται από τον Θεό στον πιστό μυστηριακώς εντός της Εκκλησίας43. Έτσι η βιβλική μαρτυρία, «ου το πνεύμα Κυρίου, ελευθερία», σημαίνει ότι η χαρισματική παρουσία του Αγίου Πνεύματος στον πιστό αποτελεί παρουσία της άκτιστης ελευθερίας44.

Εδώ όμως τίθεται εύλογα το ερώτημα: Όταν ο άνθρωπος οικειώνεται την ελευθερία ως φυσική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, τί γίνεται η δική του ελευθερία ως ενέργεια του αυτεξουσίου του; Καταργείται, παραμερίζεται, ατονεί ή διατηρεί πλήρως την ιδιαιτερότητά της; Αν καταργείται, δεν ακρωτηριάζεται η ανθρώπινη προσωπικότητα; Και αν πάλι παραμένει, πώς συμβιβάζονται δύο ελευθερίες στο ίδιο πρόσωπο και μάλιστα η μία άκτιστη και η άλλη κτιστή; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό τη δίνει έμμεσα ο Τόμος του 135145 με την αναφορά του στον Όρο της ΣΤ' Οικουμενικής Συνόδου για τις δύο θελήσεις του Χριστού46. 

Οι δύο θελήσεις του Χριστού σύμφωνα με τον Όρο ενώθηκαν, όπως και οι φύσεις του, «αδιαιρέτως, ατρέπτως, αμερίστως, ασυγχύτως», πράγμα που διασφαλίζει την ενότητα και την ιδιαιτερότητα των δύο θελήσεων. Οι θελήσεις του Χριστού, ενώ παραμένουν αδιαίρετα ενωμένες και διατηρούν «ατρέπτως και ασυγχύτως» τα φυσικά χαρακτηριστικά και την ιδιαιτερότητά τους, δεν αντίκεινται μεταξύ τους, αλλά η ανθρώπινη ακολουθεί και υποτάσσεται στη θεία. Αυτή ακριβώς η υποταγή της ανθρώπινης θελήσεως στη θεία θέληση αποτελεί και έκφραση της αναμαρτησίας του Χριστού.

Κατά συνεπεία η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα έχει χριστολογική βάση. Η ύπαρξη των δύο φυσικών αυτεξουσίων47 και θελήσεων στον Χριστό εξαιτίας της υποστατικής ενώσεως των δύο φύσεών του θεμελιώνει και την ύπαρξη των δύο ελευθεριών και θελημάτων στους πιστούς εξαιτίας της χαρισματικής και οντολογικής εντάξεώς τους στο μυστηριακό και θεωμένο σώμα του. Εδώ όμως θα πρέπει να υπογραμμίσουμε και την θεμελιώδη διαφορά του πιστού από τον Χριστό. Ο πιστός έχει ως ίδιο της φύσεώς του μόνο την ανθρώπινη θέληση και ελευθερία. Η άλλη θέληση και ελευθερία του είναι άκτιστη φυσική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, την οποία οικειώνεται και διατηρεί μόνο κατά χάρη.

Αλλά η σχέση των δύο φυσικών αυτεξουσίων και θελήσεων του Χριστού παρέχει το μέτρο και το βαθμό, προς τον οποίο οφείλει να αποβλέπει η σχέση της ανθρώπινης θελήσεως και ελευθερίας με την άκτιστη θέληση και ελευθερία του Τριαδικού Θεού. Η σχέση αυτή πρέπει να είναι σχέση υποταγής της ανθρώπινης ελευθερίας στη χαρισματική ελευθερία, που παρέχεται στον πιστό ενόσω παραμένει ζωντανό μέλος του μυστηριακού σώματος του Χριστού. Η άσκηση των αρετών με την ελεύθερη και αγαπητική τήρηση των εντολών από την μία και κατεξοχήν η ελεύθερη και συνειδητή μετοχή του πιστού στα μυστήρια της Εκκλησίας από την άλλη αποτελούν τον πιο συγκεκριμένο τρόπο, με τον οποίο ο πιστός υποτάσσει την κτιστή θέληση και ελευθερία του στην άκτιστη θέληση και ελευθερία του Θεού. Η υποταγή του ανθρώπου στο θέλημα του θεού παρά την φαινομενική αντινομία της προς την ελευθερία αποτελεί πρακτικώς το συνειδητό άνοιγμα του ανθρώπου στην πραγματική ελευθερία του. 

Με τον τρόπο αυτόν ο πιστός γίνεται μέτοχος στην ίδια την άκτιστη ζωή του Χριστού, που είναι ζωή ελευθερίας εν Αγίω Πνεύματι. Κατά συνέπεια, η εν Χριστώ ελευθερία του πιστού είναι χαρισματική ελευθερία και μάλιστα στο μέτρο υποταγής της ανθρώπινης ελευθερίας στην άκτιστη ελευθερία του Θεού. Είναι λοιπόν φανερό ότι η εν Αγίω Πνεύματι ελευθερία των πιστών δεν αποτελεί μια ασαφή, νεφελώδη και αόριστη πραγματικότητα. Αντίθετα είναι μια σαφής και πολύ συγκεκριμένη ενέργεια του Τριαδικού Θεού, που χαρακτηρίζει μια κατά μέθεξη χαρισματική και άκτιστη πραγματικότητα, η οποία νοηματοδοτεί όλες τις εκδηλώσεις και την όλη ζωή του πιστού. Στο πλαίσιο της Εκκλησίας δίνονται μερικά βασικά στοιχεία που περιγράφουν, χωρίς όμως και να εξαντλούν τα όρια φανερώσεως και τα όρια εκτροπής αυτής της ελευθερίας. 

Έτσι, το Ευαγγέλιο δίνει τους δείκτες που σηματοδοτούν τη ζωή της ελευθερίας, γι' αυτό και χαρακτηρίζεται από τον απόστολο Ιάκωβο ως «τέλειος νόμος της ελευθερίας»48, με βάση τον οποίο άλλωστε θα ανακριθεί και θα κριθεί η όλη ζωή των πιστών στη μέλλουσα κρίση49. Αναφερόμενος ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην παραπάνω βιβλική μαρτυρία σημειώνει ερμηνευτικώς ότι το Ευαγγέλιο είναι όχι μόνο «νόμος ελευθερίας» αλλά και «νόμος της χάριτος»50. Οι δύο αυτοί χαρακτηρισμοί του Ευαγγελίου ως νόμου της χάριτος και νόμου της ελευθερίας υποδηλώνουν, έμμεσα πλην σαφώς, ότι το Ευαγγέλιο δεν αποτελεί κώδικα νομικών επιταγών που καλούν σε συμμόρφωση με την απειλή της τιμωρίας, αλλά ότι είναι ένα πλαίσιο που οριοθετεί τη ζωή των πιστών και την προσανατολίζει σταθερά στην πηγή της πραγματικής ελευθερίας, που είναι ο Τριαδικός Θεός.

Στο σημείο όμως αυτό θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η εν Χριστώ ελευθερία των πιστών έχει εσχατολογική προοπτική. Η ολοκλήρωση και η τελείωσή της βρίσκεται στα έσχατα. ‘Όπως είναι γνωστό από την εμπειρία της Εκκλησίας μας, τα έσχατα είναι και παρόντα, και ως παρόντα βιώνονται κατεξοχήν στα μυστήρια. Έτσι, οι πιστοί και στην παρούσα ζωή ζουν βεβαίως την χαρισματική ελευθερία ως πρόγευση και αρραβώνα της εσχατολογικής ελευθερίας τους. Αλλά η εν Αγίω Πνεύματι ελευθερία στην πληρότητά της θα βιωθεί και θα φανερωθεί μετά την ανάσταση των νεκρών, στη μέλλουσα βασιλεία του θεού, όπου οι πιστοί θα συνθέτουν τα ένδοξα μέλη του μυστηριακού σώματος του Χριστού, και θα γίνονται όλο και περισσότερο δεκτικοί του Αγίου Πνεύματος τελειούμενοι ατελευτήτως51.

Συνοψίζοντας όσα αναφέραμε στο σύντομο αυτό άρθρο μας μπορούμε επιγραμματικά να πούμε ότι η ελευθερία του ανθρώπου ως οντολογικό γνώρισμα του κατ' εικόνα μπορεί κατά χάρη να αποκτά και άκτιστο χαρακτήρα με εσχατολογική προοπτική, όταν εμπλουτίζεται σταθερά με την άκτιστη ελευθερία του Θεού. Η άκτιστη αυτή ελευθερία βρίσκεται οντολογικώς εκεί όπου βρίσκεται και η χαρισματική παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα παρέχει την χαρισματική ελευθερία, που οικειώνεται μεν με τα μυστήρια, ενεργοποιείται όμως και βιώνεται συνειδητά, όταν ο πιστός υποτάσσει με την τήρηση των εντολών εκούσια και συνεχώς την κτιστή ελευθερία του στην άκτιστη ελευθερία του Θεού. Τέλος, η Εκκλησία αποτελεί το πλαίσιο πραγματώσεως της αληθινής ελευθερίας του άνθρώπου, επειδή αυτή αποτελεί τον χώρο οικειώσεως, βιώσεως και φανερώσεως της χαρισματικής παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, το οποίο και εγγυάται στον άνθρωπο την πραγματική ελευθερία, αφού κατά τη βιβλική μαρτυρία «ου το πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία»52.



















ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΥ



Η εξάπλωση του φαινομένου του θρησκευτικού φανατισμού και η μαρτυρία και το μαρτύριο των χριστιανών στο σύγχρονο κόσμο

        Εισήγηση στο Διεθνές Διεπιστημονικό Συνέδριο με θέμα:

                         «Θρησκεία και Βία»  Α.Π.Θ., 27-29 Απριλίου 2015

Ζούμε σε ένα κόσμο που σημαδεύεται, όλο και περισσότερο, από την εξάπλωση της βίας και του φαινομένου του θρησκευτικού φανατισμού κάθε μορφής και προέλευσης, ιδιαίτερα, όμως, του ισλαμικού. Καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες εγκλημάτων που διαπράττονται στο όνομα του Θεού ή στο όνομα της θρησκείας, ενώ η διαδικτυακή και τηλεοπτική αναμετάδοση των εγκλημάτων αυτών αυξάνει τη φρίκη και τον αποτροπιασμό, διαχέοντας παράλληλα στις δυτικές κοινωνίες, όπως και στον τόπο μας, το αίσθημα ανασφάλειας και αβεβαιότητας, καθώς και την εχθρότητα έναντι των άλλων, ιδιαίτερα όσων έχουν πιο σκούρα επιδερμίδα από τη δική μας και ασπάζονται τη θρησκεία του Ισλάμ.

Σε όποια γωνιά του πλανήτη και αν κοιτάξει κανείς θα δει είτε θρησκευτικής φύσεως πολέμους είτε εγκλήματα και σφαγές που διαπράττονται στο όνομα της θρησκείας — στην καλύτερη περίπτωση βία και καταναγκασμός που ασκούνται στο όνομα της θρησκείας: Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ιράν, Υεμένη, Σαουδική Αραβία, Ιράκ, Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτος, Λιβύη, Σουδάν, Τυνησία, Αλγερία, Νιγηρία, Κένυα, ο κατάλογος μοιάζει μακρύς και ατελείωτος με τις χώρες και τις περιοχές, όπου δεν γίνεται σεβαστή η θρησκευτική ελευθερία και ανεξιθρησκία και όπου καταπατούνται βάναυσα και βάρβαρα στοιχειώδη και θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτό της θρησκευτικής ελευθερίας.

dimitriados1

Το ίδιο διαδεδομένη είναι η θρησκευτική νομιμοποίηση της βίας ή η εξύμνηση σύγχρονων μορφών «δίκαιου πολέμου», όπως στην περίπτωση των υπερσυντηρητικών χριστιανών φονταμενταλιστών της Αμερικής, ή η συγκεκαλυμμένη, και μερικές φορές ακόμη και ανοιχτή, ευλογία των όπλων του πολέμου και των συγκρούσεων από θρησκευτικούς λειτουργούς, με τις περιπτώσεις του πολέμου στην Γεωργία και την Ουκρανία να αγγίζουν και τη δική μας, την ορθόδοξη οικογένεια. Εάν, δε, κάνουμε λόγο για ηπιότερες μορφές παραβίασης της θρησκευτικής ελευθερίας, φοβούμαι πως τότε θα έρθουμε πιο κοντά στη γειτονιά μας, ίσως και μέσα στην Ευρώπη ή και στην ίδια τη χώρα μας.

Με την τρομοκρατική επίθεση της Αλ-Κάϊντα στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης το 2001, η θρησκευτικής εμπνεύσεως βία πλήττει την καρδιά του δυτικού κόσμου, ενώ με την εισβολή των ΗΠΑ και της Μ. Βρετανίας στο Ιράκ μεγάλες δυνάμεις της Δύσης ηγούνται μιας νέας «σταυροφορίας» εναντίον του αραβικού κόσμου, τις ακραίες συνέπειες της οποίας παρακολουθούμε άφωνοι με τα όσα συμβαίνουν σήμερα στη Μέση Ανατολή. Τέλος, με τις τρομοκρατικές ισλαμικές επιθέσεις στην Μαδρίτη το 2004 και στο Λονδίνο το 2005, καθώς και με τις πρόσφατες στη Γαλλία, το Βέλγιο και τη Δανία με αφορμή τα σκίτσα του Μωάμεθ, θρησκευτικής εμπνεύσεως βία κατακλύζει πλέον και αποσταθεροποιεί την ίδια την Ευρώπη.

Αποκεφαλισμοί ανθρώπων, πυρπολήσεις εκκλησιών και ανείπωτες φρικαλεότητες και πρακτικές, που ο μέσος άνθρωπος του πολιτισμένου κόσμου θεωρούσε πως έχουν πια απωθηθεί και εξοριστεί στις πιο σκοτεινές γωνιές της ιστορίας, έχουν γίνει θέαμα καθημερινό και αποτρόπαιο και τείνουν να καταλάβουν το προσκήνιο της ιστορίας και των διεθνών εξελίξεων. Η αγωνία και η ανασφάλεια κυριεύουν όλο και περισσότερο μεγάλα τμήματα του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ πολλοί αναρωτιούνται ποια πρέπει να είναι η ενδεδειγμένη στάση και απάντηση των πιστών στην επελαύνουσα, θρησκευτικής εμπνεύσεως, βαρβαρότητα.

fanatismos2

Στη συνάφεια αυτή επιτρέψτε μου μια ειδική αναφορά στους χριστιανούς της Μέσης Ανατολής, που δοκιμάζονται και πάλι σκληρά υφιστάμενοι διωγμούς και διώξεις, βάναυση καταπάτηση της θρησκευτικής τους ελευθερίας, που σε ορισμένες περιπτώσεις πληρώνουν με την ίδια τους τη ζωή. Με τους χριστιανικούς αυτούς πληθυσμούς οι ορθόδοξοι, και ιδιαίτερα οι ελληνόφωνοι, συνδεόμαστε με πολλαπλούς δεσμούς (εκκλησιαστικούς, θεολογικούς, ιστορικούς, πολιτισμικούς), γι’ αυτό και θεωρούμε πως είναι δικαιολογημένη η ευαισθησία μας για τα όσα συμβαίνουν σήμερα εκεί, στην αποφασιστικής σημασίας αυτή περιοχή του πλανήτη.

Δεν είναι η πρώτη φορά που στην πολύπαθη αυτή περιοχή οι χριστιανοί αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Αυτό, όμως, που διαφοροποιεί την παρούσα συγκυρία από κάθε προηγούμενη είναι το γεγονός ότι λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αναταραχής, όπου τα αιτήματα του αραβικού λαού (κυρίως της νεολαίας) από το Μαρόκο έως τις χώρες του Κόλπου, και από την Αίγυπτο μέχρι τη Συρία, για δημοκρατία και ελευθερία συνυφαίνονται, συγχέονται ή γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον χειρότερης μορφής και επιθετικότητας ισλαμικό φονταμενταλισμό, όπως χαρακτηριστικά αυτός εκφράζεται μέσα από τον Σαλαφισμό και ακόμη πιο πρόσφατα από τον Τζιχαντισμό του Ισλαμικού Κράτους. Τα ακραία αυτά ρεύματα, εκτός από μια υπερσυντηρητική, και στην περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους πολεμική, ερμηνεία του Κορανίου και της ισλαμικής παράδοσης, επιδιώκουν ρητώς μια καθαρόαιμη (απαλλαγμένη από ξένα στοιχεία) ισλαμική Μέση Ανατολή και την ισλαμοποίηση ή αλλιώς την έξοδο των χριστιανών από τις πανάρχαιες εστίες τους. Θα ήταν λάθος, όμως, να ερμηνεύσουμε τα συμβαίνοντα σήμερα στην περιοχή αυτή αποκλειστικά υπό το πρίσμα της επιθετικής δραστηριότητας των ακραίων ισλαμικών κύκλων. Υπάρχει ένα ανοιχτό ακόμη ζήτημα ή μάλλον αίτημα δημοκρατίας, ελευθερίας, προόδου, σεβασμού των ανθρωπίνων και θρησκευτικών δικαιωμάτων που δονεί τον αραβικό κόσμο σήμερα (και που περιλαμβάνει ως ένα βαθμό και τους ίδιους τους χριστιανούς), και που θα ήταν λάθος να παραγνωρίσουμε και να υποτιμήσουμε, επικεντρώνοντας αποκλειστικά την προσοχή μας στην τύχη των χριστιανών στην Μέση Ανατολή. Το κίνημα αυτό, μέσα στην αντιφατικότητα και τη ρευστότητά του, μπορεί να αποδειχτεί ευεργετικό για τους χριστιανούς (εάν επικρατήσουν οι δυνάμεις που ζητούν δημοκρατία και ελευθερία) ή καταστροφικό (εάν επικρατήσουν οι ακραίες συντηρητικές ισλαμιστικές κινήσεις, και ανέλθουν στην εξουσία ισλαμιστικά ή, το ακόμη χειρότερο, τζιχαντιστικά καθεστώτα, ενδεχόμενο που φοβούνται όλοι, τόσο οι χριστιανοί όσο και οι μουσουλμάνοι).

Μέσα σε αυτό το κλίμα θα πρέπει να προσευχόμαστε να έχουν ταχεία έκβαση οι ανοιχτές εστίες έντασης και διενέξεων στη Μέση Ανατολή, που επηρεάζουν καθοριστικά το παρόν και το μέλλον των χριστιανών στην περιοχή. Έτσι, εκτός από το κορυφαίο αυτή τη στιγμή πρόβλημα της Συρίας (όπου και ο καταστροφικός εμφύλιος πόλεμος και η δεινή θέση των χριστιανών, και μάλιστα των Ορθοδόξων, που αποτελούν και την πλειοψηφία των χριστιανών σε αυτήν την χώρα, καθώς βρίσκονται ανάμεσα στα πυρά των ισλαμιστών ανταρτών και των υποστηρικτών του καθεστώτος του Μπασάρ Ελ Άσσαντ), και το συνεχιζόμενο παλαιστινιακό δράμα (που, μεταξύ άλλων, έχει ως συνέπειά του τη δημογραφική αιμορραγία του Χριστιανισμού στην πανάρχαια κοιτίδα του), ας έχουμε στη σκέψη και την προσευχή μας τους Κόπτες της Αιγύπτου (όπου μέρα τη μέρα, παράλληλα προς την κυβερνητική καταστολή, αυξάνονται τα κρούσματα θρησκευτικής βίας σε βάρος των χριστιανών και οι πράξεις ισλαμικής τρομοκρατίας), τις μικρές χριστιανικές κοινότητες της Αλγερίας, της Τυνησίας και της Λιβύης (όπου και η μικρή και χειμαζόμενη ελληνορθόδοξη κοινότητα), τις ιστορικές χριστιανικές κοινότητες της Ιορδανίας (με κορυφαία την επισκοπή του Ελληνορθοδόξου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων), και βέβαια τις αποδεκατισμένες πλέον (μετά ή, ορθότερα, εξαιτίας της αμερικανικής εισβολής) χριστιανικές κοινότητες του Ιράκ, που σε πολλές περιοχές, όπως στη Μοσούλη και στην ευρύτερη περιοχή του Αρμπίν, υφίστανται τις θηριωδίες του Ισλαμικού Κράτους.

Πέρα από αυτές τις εστίες έντασης και ανησυχίας, ας έχουμε υπόψη μας ότι οι σημαντικές αλλαγές που συντελούνται σήμερα σε όλη τη Μέση Ανατολή, θέτουν ενώπιον των χριστιανών νέα προβλήματα, νέες προκλήσεις αλλά και νέες δυνατότητες, καθώς αναδεικνύουν ευρύτερα ζητήματα, όπως: ο ισλαμικός φονταμενταλισμός και η διάδοση του Σαλαφισμού και του τζιχαντισμού, το αίτημα της πολιτικής και συνταγματικής ισοτιμίας (οι χριστιανοί ως μειονότητα ή ως ισότιμοι πολίτες), η συζήτηση για τον κοσμικό ή θρησκευτικό χαρακτήρα του κράτους, το αίτημα για δημοκρατία και σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης, η ισότιμη πρόσβαση στην τεχνολογία και στην ανάπτυξη, ο κοινωνικός εκσυγχρονισμός και η καθυστερημένη είσοδος του αραβικού κόσμου στην εποχή της νεωτερικότητας, η θέση της γυναίκας, η ελευθερία της θρησκείας, το κορυφαίο (από χριστιανική σκοπιά) αίτημα της συμφιλίωσης και της καταλλαγής, κ. ά.

Από τη στάση των χριστιανών στα παραπάνω ζητήματα, όπως βεβαίως και από τις ευρύτερες εξελίξεις και διεργασίες εντός του Ισλάμ που είναι η κυρίαρχη θρησκεία της περιοχής, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και η συνέχιση της παρουσίας τους στη Μέση Ανατολή. Όπως τόνισε και ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Πύργου κ. Ηλίας, του Πατριαρχείου Αντιοχείας, στην παρέμβασή του στην στρογγυλή τράπεζα που διοργάνωσε η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών τον Μάρτιο του 2013 στο Βόλο, «οι χριστιανοί θρησκευτικοί ηγέτες οφείλουν να ερμηνεύουν σωστά τα σημεία των καιρών, ώστε και με τη βοήθεια της προσευχής να κατανοήσουν τα επερχόμενα γεγονότα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, μετά το πέρας των δυσκολιών, θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα συμμετοχής στη νέα συριακή κοινωνία που θα προκύψει. Γι’ αυτό και όλοι οι χριστιανοί πρέπει να παίξουν θετικό ρόλο στην αναγέννηση και συμφιλίωση των διαφόρων παρατάξεων, ενώ θα πρέπει το Ισλάμ απ’ τη μεριά του να δείξει έμπρακτα το σεβασμό του προς τις μειονότητες, δίνοντας μια θετική και ειρηνική διέξοδο στη δύναμη του κόσμου που ξεχύνεται στους δρόμους. Ο ρόλος των χριστιανών είναι να υπενθυμίσουν στους μουσουλμάνους ότι δεν πρέπει να συμπεριφέρονται με την αλαζονεία της πλειοψηφίας, αλλά με τη λογική του πατριωτισμού, σύμφωνα με την οποία όλοι είναι ισότιμοι πολίτες».

Οι παραπάνω διαπιστώσεις, που σχετίζονται με την εντεινόμενη εξάπλωση του φαινομένου της θρησκευτικής βίας, μας καλούν σε ευρύτερο προβληματισμό και ορισμένες κριτικές παρατηρήσεις:

1) Το φαινόμενο για το οποίο γίνεται λόγος επιβεβαιώνει, με τον πιο δραματικό τρόπο, τον προβληματικό χαρακτήρα του μονόπλευρα εκκοσμικευμένου μοντέλου της Δύσης, όπως και την αδυναμία της εκκοσμικευμένης διανόησης να κατανοήσει και να προβλέψει δυσάρεστες εξελίξεις που εντάσσονται στην ευρύτερη σφαίρα αυτού που καλείται επιστροφή της θρησκείας ή του Θεού. Επιβεβαιώνει, επίσης, την χρεωκοπία των αναλύσεων που λαμβάνουν υπόψη μόνον οικονομικά και γεωπολιτικά στοιχεία, όπως και την κατάρρευση του σεναρίου εκείνου που ήθελε τον παγκοσμιοποιημένο άνθρωπο να μεταβάλλεται σε μια ύπαρξη παραγωγής και κατανάλωσης, απελευθερωμένης δήθεν από θρησκευτικές δεσμεύσεις και μισαλλοδοξίες.

2) Ο θρησκευτικός φανατισμός δεν αποτελεί φαινόμενο μόνον των ημερών μας, αλλά διαχρονικό πειρασμό για τους πιστούς όλων των θρησκειών που βιάζονται να υποκαταστήσουν την κρίση του Θεού και επείγονται να αποδώσουν δικαιοσύνη στο όνομά Του, αλλά συχνά ενάντια στο θέλημα και τη διδασκαλία Του. Δυστυχώς, από την ιστορία γνωρίζουμε πως είναι άφθονο το αίμα που χύθηκε στο πέρασμα των αιώνων στο όνομα του Θεού. Πολλοί μάλιστα, σοκαρισμένοι από τις εικόνες με αποτρόπαιες πράξεις που λαμβάνουν χώρα στη Μέση Ανατολή, φθάνουν στο σημείο να καταλογίσουν συλλήβδην στο φαινόμενο «θρησκεία» όλο το μίσος και την κτηνωδία που γνώρισε η ανθρώπινη ιστορία. Πιστεύουν δε, πως αν στη θέση της επικρατήσει ο ορθολογισμός και η αποΐεροποίηση των πάντων, η ανθρωπότητα θα οδηγηθεί σε δρόμους ειρήνης και ανοχής. Οι ίδιοι, όμως, αυτοί άνθρωποι ξεχνούν πως μια αποΐεροποιημένη κοινωνία, όπως έχει διαμορφωθεί στη Δύση, αλλά και όπως την ευαγγελίζονται κάποιοι και στην πατρίδα μας, φαίνεται να έχει ήδη πολλά προβλήματα στον ίδιο το χώρο που τη γέννησε. Διαπιστώνουμε δε πως με τον χλευασμό προς κάθε ιερό στοιχείο της ανθρώπινης ζωής, πυροδοτούνται ακραίες θρησκευτικές και φονταμενταλιστές αντιδράσεις. Άλλωστε, η εξάπλωση του ακραίου ισλαμισμού στη Δύση επιβεβαιώνει πως το φανατικό Ισλάμ ήρθε να αναπληρώσει, με τρόπο βίαιο και ακραίο, το κενό κοινωνικής συνοχής και νοήματος ζωής, που αποτελεί, πλέον, αναμφισβήτητη πραγματικότητα στην Δυτική Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική. Βιώνουμε την εκκωφαντική κατεδάφιση του σχεδίου της Δύσης να επιβάλει ένα παγκόσμιο αποΐεροποιημένο και καταναλωτικό μοντέλο ζωής, το οποίο, τεράστιες ομάδες του παγκόσμιου πληθυσμού, όχι απλώς το απέρριψαν, αλλά το δαιμονοποίησαν και μάλιστα, του κήρυξαν ιερό πόλεμο.

3) Αργά, αλλά σταθερά, έρχονται πάλι στο προσκήνιο πολιτικές, αναλύσεις και δράσεις, που λαμβάνουν υπόψη τον συνολικό άνθρωπο, με τις ποικίλες και περίπλοκες ανάγκες του, τα αγωνιώδη υπαρξιακά του ερωτήματα, τις συναισθηματικές του αντιδράσεις και την επιθυμία του να συγκροτεί κοινότητες, όπου θα έχει ρόλο, αξία και σκοπό. Πρόκειται για παραμέτρους, που η χριστιανική Δύση εξοβέλισε από την καθημερινότητα και τους σχεδιασμούς της και τώρα τα βλέπει, βίαια και ανεξέλεγκτα, να αναφύονται εντός των τειχών των μεγαλουπόλεών της.

4) Αναμφισβήτητα, αυτό το οποίο έχουμε επειγόντως ανάγκη είναι μοντέλα ειρηνικής συνύπαρξης, διαλόγου, ανοχής και καταλλαγής μεταξύ θρησκευτικών κοινοτήτων. Τρόποι επικοινωνίας, αλληλογνωριμίας και αποδοχής. Μέθοδοι υπέρβασης του φανατισμού, της μισαλλοδοξίας και της εμπλοκής σε φαύλους κύκλους βίας και αντιποίνων. Αποδεικνύεται πως μόνον μέσα από αυτόν τον δρόμο θα μπορέσουμε να ξαναμιλήσουμε για ένα πολιτισμό με ποιότητα και σεβασμό στη διαφορετικότητα. Ο ευρύτερος γεωγραφικός χώρος, στον οποίον ανήκουμε, αποτελεί αληθινό σχολείο τέτοιων υπερβάσεων. Η περιοχή των Βαλκανίων, μέσα από πολύ αίμα, συγκρούσεις και πόνο, κέρδισε διδάγματα ειρηνικής συνύπαρξης και καταλλαγής μεταξύ θρησκευτικών κοινοτήτων, που η Δύση θα μπορούσε να αξιοποιήσει. Αξιοποιώντας τη σοφία αυτού του χώρου, η Ευρώπη θα μπορούσε να εμπλουτίσει το οπλοστάσιό της απέναντι στον φανατισμό και τον φονταμενταλισμό, όχι με τη λογική των νέων σταυροφοριών, του πολέμου και του ολέθρου, αλλά της ειρήνης, της συνεννόησης και της ανθρωπιάς.

5) Αυτές τις λυτρωτικές δυνατότητες ανέδειξε με τον πλέον σαφή τρόπο, για να αναφέρουμε και ένα παράδειγμα, η σχετικά πρόσφατη Κληρικολαϊκή Συνέλευση της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας που, μέσα σε κλίμα αδελφοσύνης, συνήλθε, υπό την προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας κ. Αναστασίου, στις εγκαταστάσεις της Νέας Μονής του Αγίου Βλασίου, στις 26 και 27 Σεπτεμβρίου 2014. Η μεγάλη συμμετοχή, η θεματική των επιτροπών και η εκκλησιαστική ενότητα, πέρα από κάθε διάκριση και καταγωγή, απέδειξαν για μια ακόμη φορά την δυνατότητα λυτρωτικής παρέμβασης της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον κόσμο, όταν αυτή παραμένει πιστή στις βιβλικές της καταβολές, την Πατερική της παράδοση και την συγκρότησή της γύρω από το πρόσωπο του τοπικού Επισκόπου. Και όλα αυτά σε μια περιοχή ταλαιπωρημένη από εθνοτικές συγκρούσεις, ανατροπές και οξυμένα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Όπως τόνισε και Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος κ. Αναστάσιος στην σχετική ομιλία του με θέμα: «Παράδοση και όραμα της ειρηνικής συνυπάρξεως των θρησκευτικών κοινοτήτων στην Αλβανία», «Το ζητούμενο δεν είναι απλώς ανεξιθρησκία, απλή ανοχή, αποφυγή της θρησκείας σε ποικίλους παροξυσμούς, αλλά κάτι πολύ πιο θετικό: Αμοιβαίος σεβασμός και κατανόηση, αλληλεγγύη, δημιουργική συνεργασία σε κοινές ανθρωπιστικές επιδιώξεις και στην επαγρύπνηση για το οικοσύστημα της περιοχής, σταθερή προσπάθεια για κοινωνική αρμονία, ανθεκτική έμπρακτη αγάπη». Και κατέληξε με τη ρήση του Αγίου Μαξίμου, που εμπερικλείει όλη την ουσία της προσφοράς της Ορθόδοξης Εκκλησίας σ΄ ένα διασπασμένο κόσμο: “Ο αγαπών τον Θεόν ου δύναται μη και πάντα άνθρωπον ως εαυτόν αγαπήσαι”».

6) Το φαινόμενο του θρησκευτικού φανατισμού, όμως, καλεί και εμάς τους Ορθόδοξους Έλληνες σε μετάνοια και αυτοκριτική εγρήγορση καθώς και στην υπέρβαση του διαχρονικού πειρασμού μας πως είμαστε ο νέος περιούσιος, ο νέος εκλεκτός λαός του Θεού, ένας πειρασμός που συχνά οδηγεί στον αποκλεισμό των άλλων και των διαφορετικών, καθώς και στην απόρριψη των ξένων, των προσφύγων και των μεταναστών. Επιτρέψτε μου να θυμίσω στην αγάπη σας ότι είμαστε αληθινοί χριστιανοί στο μέτρο και το βαθμό που παραμένουμε πιστοί στην ευαγγελική εντολή της αγάπης όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων, ανεξαρτήτως φυλής, φύλου, θρησκείας, κοινωνικής τάξης και προέλευσης, μιας αγάπης που περιλαμβάνει ακόμη και τους εχθρούς, είμαστε αυθεντικοί ορθόδοξοι, όταν δεν υποκύπτουμε στον πειρασμό να επιβάλουμε, με τα κοσμικά μέσα, τη βασιλεία του Θεού και να εκριζώσουμε με τη βία τα ζιζάνια που εμποδίζουν ή καθυστερούν την έλευσή της. Και είμαστε πιστοί στο διαχρονικά οικουμενικό πνεύμα του Ελληνισμού, όταν παραμένουμε ανοιχτοί και καταδεκτικοί σε όσους, διά των γραμμάτων, της παιδείας και της υιοθέτησης των αξιών μας επιθυμούν να ενταχθούν, να ζήσουν και να προκόψουν στην κοινωνία μας.

Εν κατακλείδι,

Σε ένα κόσμο βίας και ποικιλώνυμων συγκρούσεων, οι χριστιανοί καλούνται να δώσουν σήμερα τη δική τους απάντηση και μαρτυρία. Μια απάντηση πιστή στο πνεύμα του Ευαγγελίου, και ιδιαίτερα στο σταυρικό ήθος της αγάπης, της συγχώρησης και της αποδοχής/υποδοχής στο πρόσωπο του κάθε άλλου της εικόνας του Θεού· και μιας μαρτυρίας που δεν εξαντλείται στα ωραία λόγια και τις ιδεολογικού τύπου διακηρύξεις, αλλά που, μιμούμενη το ήθος των αγίων και των μαρτύρων της Εκκλησίας, δίνει έμπρακτες απαντήσεις και δεν διστάζει, όπως στην περίπτωση των χριστιανών της Μέσης Ανατολής, από πιστότητα στο λόγο του Χριστού και από αγάπη για όλους, ακόμη και για τους ίδιους τους δήμιους, να φτάσει μέχρι και το μαρτύριο