Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2020

ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ


ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

" φυσικά, θεολογικά, 

ηθικά και πρακτικά κεφάλαια "


1. Ότι ο κόσμος έχει αρχή, και η φύση το διδάσκει, και η ιστορία το πιστοποιεί, και οι εφευρέσεις των τεχνών και οι νομοθεσίες και οι πολιτικές εξουσίες το αποδεικνύουν καθαρά. Γνωρίζομε τους εφευρέτες σχεδόν όλων των τεχνών, τους νομοθέτες των νόμων και όσους είχαν την εξουσία στις διάφορες χώρες· ακόμη γνωρίζομε εκείνους που έγραψαν για ο,τιδήποτε από την αρχή.



Κανένα από αυτούς δε βλέπομε να υπερβαίνει τη γένεση του κόσμου και του χρόνου, την οποία εξιστόρησε ο Μωυσής. Κι ο ίδιος ο Μωυσής που έγραψε την αρχή της γενέσεως του κόσμου, με τόσα έργα και λόγια θαυμαστά, μάς έδωσε αναμφισβήτητες πιστοποιήσεις της αλήθειας των λεγομένων του, ώστε να πείσει όλους σχεδόν τους ανθρώπους και να τους κάνει να περιγελούν εκείνους που σοφίστηκαν τα αντίθετα. Γιατί και αυτή η φύση του κόσμου τούτου, έχοντας πάντοτε ανάγκη από πρόσφατη αρχή για το κάθε τι και μην μπορώντας να υπάρξει καθόλου χωρίς αυτή, φανερώνει από τα ίδια τα πράγματα την πρώτη της αρχή, η οποία δεν είχε άλλη αρχή.






2. Ότι ο κόσμος δεν έχει μόνο αρχή, αλλά θα έχει και τέλος, η ίδια η φύση του κόσμου το παρουσιάζει ως ενδεχόμενο, καθώς είναι σαν να πεθαίνει διαρκώς τμηματικά. Βέβαιη όμως και αναμφισβήτητη πίστη γι' αυτό μάς παρέχει η προφητεία των θείων ανθρώπων και κυρίως του Χριστού, του Θεού των όλων. Κι αυτούς είναι ανάγκη να τους πιστεύουν ως αληθινούς όχι μόνο οι ευσεβείς, αλλά και οι ασεβείς, αφού τους βλέπουν να βγαίνουν αληθινοί και σ' ολα τα άλλα που προείπαν. Μπορούμε δε να μάθομε από αυτούς ότι ο κόσμος όλος αυτός δε θα πέσει στην απόλυτη ανυπαρξία, αλλά θα μεταβληθεί όπως και τα σώματά μας, καθώς θα διαλυθεί και θα μεταστοιχειωθεί προς το θεϊκότερο με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, ώστε να είναι ανάλογος μ' εμάς.


  1. Ο ουρανός, λένε οι Έλληνες σοφοί, περιστρέφεται από τη φύση της κοσμικής ψυχής, και τούτο το διδάσκει και το δίκαιο και η λογική. Ποιο δίκαιο; Ποιά λογική; Γιατί αν δεν περιστρέφεται ο ουρανός από τη δική του φύση, αλλά από τη φύση της κοσμικής ψυχής που λένε, και η κοσμική ψυχή περιλαμβάνει όλο τον κόσμο, πώς δεν περιστρέφεται και η γη και το νερό και ο αέρας.


    Παρόλο που, σύμφωνα με αυτούς, η κοσμική ψυχή είναι αεικίνητη, η γη είναι σταθερή από τη δική της φύση, όπως και το νερό, που κατέλαβε το κάτω μέρος. Έτσι και ο ουρανός, κινείται πάντοτε κυκλικά από τη δική του φύση, κατέχοντας το επάνω μέρος. Τι είδους είναι η κοσμική ψυχή, σύμφωνα με τη φύση της οποίας κινείται ο ουρανός; Είναι άραγε λογική; Τότε θα ήταν και αυτεξούσια, και δε θα κινούσε με τις ίδιες κινήσεις πάντοτε το σώμα του ουρανού.

    Γιατί τα αυτεξούσια πότε κινούνται έτσι και πότε αλλιώς. Και ποιο ίχνος λογικής βλέπομε στην κατώτατη αυτή σφαίρα, δηλαδή τη γη, ή στα πολύ κοντινά της, δηλαδή το νερό, τον αέρα ή και την ίδια τη φωτιά; Γιατί είναι και αυτών η κοσμική ψυχή. Και πώς πάλι άλλα είναι έμψυχα και άλλα άψυχα;


Και δεν είναι όποια έτυχε, αλλά όλα τα πετρώματα, όλα τα μέταλλα, όλο το χώμα, το νερό, ο αέρας, η φωτιά. Γιατί αυτοί λένε ότι κι η φωτιά κινείται από τη δική της φύση, όχι από την κοσμική ψυχή. Αφού λοιπόν αυτή η ψυχή είναι κοινή, πώς μόνο ο ουρανός κινείται από τη φύση αυτής κι όχι από τη δική του; Να υποθέσομε ότι δεν είναι λογική η ψυχή που σύμφωνα μ' αυτούς κινεί το ουράνιο σώμα; Πώς είναι δυνατόν; Αφού είναι, σύμφωνα μ' αυτούς, η πηγή των ψυχών μας. Αν όμως δεν είναι λογική, θα είναι αισθητική ή φυσική.

Αλλά καμιά τέτοια ψυχή δε βλέπομε να κινεί κάποιο σώμα χωρίς όργανα. Οργανικό όμως μέλος δε βλέπομε κανένα, ούτε της γης, ούτε του ουρανού, ούτε κανενός άλλου από τα στοιχεία τους, αφού κάθε όργανο γίνεται με σύνθεση διαφορετικών φύσεων, ενώ κάθε στοιχείο έχει απλή φύση, και μάλιστα ο ουρανός. Η ψυχή λοιπόν είναι εντελέχεια* σώματος οργανικού, το οποίο έχει ζωή δυνάμει. Ο ουρανός όμως, μη έχοντας κανένας μέλος ή μέρος οργανικό, δεν μπορεί ούτε να ζεί.



Πώς λοιπόν μπορεί να έχει ψυχή, εκείνο που δεν μπορεί να έχει ζωή; Έπεσαν έξω επομένως στους μάταιους συλλογισμούς τους και από την άσοφη καρδιά τους επινόησαν μιά ψυχή που μήτε υπάρχει, μήτε υπήρξε, μήτε μέλλει να υπάρξει. Και αυτήν την ψυχή την ανακήρυξαν δημιουργό και κυβερνήτη και προνοητή όλου του αισθητού κόσμου, και ρίζα και πηγή των ψυχών μας, ή μάλλον όλων των ψυζών.



Kι η ίδια, είπαν, οφείλει τη γένεσή της σε νου· ο κάποιος αυτός νους όμως λένε ότι είναι διαφορετικός στην ουσία από τον κορυφαίο Νου, τον οποίο αυτοί τον λένε Θεό. Αυτά είναι που δογματίζουν οι κορυφαίοι τους στη σοφία και τη θεολογία. Δεν είναι καθόλου καλύτερο το σέβας τους από εκείνων που θεοποιούν θηρία και πέτρες· ή μάλλον είναι πολύ χειρότερο. Γιατί τα θηρία, ο χρυσός, η πέτρα κι ο χαλκός είναι κάτι, κι ας είναι τα τελευταία μεταξύ των κτισμάτων. Κοσμική όμως ψυχή που κινεί τα άστρα, ούτε υπάρχει, ούτε είναι κάτι, αφού δεν είναι απολύτως τίποτα, εκτός από μυθοπλασία νοσηρής διάνοιας.


  1. Επειδή, λένε, είναι ανάγκη να κινείται το σώμα του ουρανού, και παραπέρα δεν υπάρχει τόπος για να προχωρήσει, ξαναγυρίζει προς τον εαυτο του κι έτσι η κίνησή του είναι περιστροφή. Πολύ καλά. Αν λοιπόν είχε τόπο, θα πήγαινε προς τα επάνω, όπως και η φωτιά, και ακόμη περισσότερο από τη φωτιά, γιατί είναι ελαφρότερο από αυτήν. Αυτή όμως η κίνηση δεν οφείλεται στη φύση κάποιας ψυχής, αλλά στη φύση της ελαφρότητας. Αν λοιπόν η κίνηση του ουρανού είναι περιστροφή, κι αυτό προέρχεται από τη φύση τη δική του και όχι της ψυχής, άρα το ουράνιο σώμα περιστρέφεται όχι από τη φύση της ψυχής, αλλά από τη δική του φύση. Αρα λοιπόν, ούτε ψυχή έχει, ούτε υπάρχει κάποια ουράνια ή παγκόσμια ψυχή. Η μόνη λογική ψυχή είναι η ανθρώπινη, που δεν είναι ουράνια, αλλά υπερουράνια, και τούτο όχι τοπικό, αλλά από τη φύση της, επειδή είναι νοερή ουσία.


5. Το ουράνιο σώμα δεν έχει τη δυνατότητα ούτε να προχωρεί, ούτε να επεκτείνεται προς τα επάνω. Όχι επειδή δεν υπάρχει τόπος παραπέρα. Γιατί η έπειτ' απ' αυτό σφαίρα του αιθέρα που περιλαμβάνεται απ' αυτό, δεν προχωρεί προς τα επάνω, όχι γιατί δεν υπάρχει τόπος για να προχωρήσει —είναι απλωμένο γύρω απ' αυτή το πλάτος του ουρανού. Αλλά δεν επεκτείνεται πιο πάνω από αυτό, γιατί αυτό είναι λεπτότερο απ' αυτήν. Γι' αυτό και είναι πιο πάνω κατά φυσικό λόγο. Όχι λοιπόν γιατί δεν έχει τόπο πιο πάνω του, γι' αυτό δεν προχωρεί προς τα επάνω ο ουρανός, αλλά γιατί κανένα σώμα δεν είναι λεπτότερο και ελαφρότερο απ’ αυτόν.



6. Κανένα σώμα δεν είναι ψηλότερα από το ουράνιο σώμα. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι ο τόπος επάνω από τον ουρανό δε δέχεται άλλο σώμα, αλλά ότι κάθε σώμα το συμπεριλαμβάνει ο ουρανός, και κανένα σώμα δεν υπάρχει παραπέρα. Αν όμως μπορούσε να περάσει εκεί, τότε, όπως πιστεύομε οι ευσεβείς, δε θα ήταν απαράδεκτο σ' εκείνον τον πάνω από τον ουρανό τόπο. Γιατί ο Θεός που γεμίζει τα πάντα και που επεκτείνεται και προς τα επέκεινα του ουρανού επ' άπειρον, υπήρχε και προ του κόσμου και γέμιζε, όπως και τώρα, όλο τον τόπο του κόσμου. Και αυτό δεν εμπόδισε καθόλου να υπάρξει σώμα μέσα σ' αυτόν τον τόπο. Επομένως ούτε εκτός του ουρανού θα υπάρξει κανένα εμπόδιο ώστε να μην υπάρχει τόπος, όπως εκείνος που περιέχει τον κόσμο ή εκείνος που έγινε μέσα στον κόσμο, για να υπάρχει σώμα μέσα σ' αυτόν.

7. Πώς λοιπόν, αφού δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο, δεν κατευθύνεται προς τα επάνω η κίνηση του ουρανίου σώματος, αλλά ξαναγυρίζει στον εαυτό του και κινείται κυκλικά; Επειδή έχει την ιδιότητα να έρχεται στην επιφάνεια όλων των άλλων, ως το πιο λεπτό απ' όλα, είναι ψηλότερα από κάθε σώμα και πάρα πολύ ευκίνητο. Κάτι το άκρως συμπιεσμένο είναι και βαρύτατο και καταλαμβάνει την κατώτατη θέση, ενώ το ελαφρότατο είναι και ανώτατο και συγχρόνως πάρα πολύ ευκίνητο. Αφού λοιπόν το ουράνιο σώμα κινείται εκ φύσεως πάνω από την επιφάνεια των άλλων, κι αυτό που έχει τέτοια ιδιότητα δεν μπορεί από τη φύση του να χωριστεί από εκείνα, πάνω από την επιφάνεια των οποίων βρίσκεται· κι αφού αυτά είναι σφαιρικά, κατ' ανάγκη τρέχει γύρω από αυτά ακατάπαυστα. Και τούτο όχι από τη φύση κάποιας ψυχής, αλλά από τη δική του σωματική φύση, αφού και μετακινείται από τόπο σε τόπο διαδοχικά. Αυτή η κίνηση χαρακτηρίζει κατεξοχήν το ουράνιο σώμα, όπως και η αντίθετη κατάσταση της στάσεως είναι ιδίωμα των σωμάτων με αντίθετες ιδιότητες.

8. θα μπορούσε να δει κανείς και στους κοντινούς μας ανέμους, ότι κατά την κίνησή τους γύρω από τα μέρη, πάνω από την επιφάνεια των οποίων βρίσκονται, δεν χωρίζονται από αυτά, ούτε και προχωρούν καθόλου προς τα πιο πάνω. Και τούτο όχι γιατί δεν υπάρχει τόπος, αλλά γιατί εκείνα που βρίσκονται πιο πάνω από αυτούς είναι ελαφρότερα. Μένουν στην επιφάνεια εκείνων, πάνω από τα οποία βρίσκονται, γιατί είναι κατά τη φύση τους ελαφρότεροι από αυτά. Και κινούνται γύρω από αυτά όχι λόγω ψυχικής φύσεως, αλλά λόγω της φύσεως της δικής τους. Και αυτή νομίζω τη μέτρια ομοιότητα θέλοντας να δείξει ο σε όλα σοφός Σολομών, με το ίδιο όνομα των ανέμων ονόμασε το ουράνιο σώμα γράφοντας: «Ο άνεμος διαγράφει κύκλους στην πορεία του, και ξαναγυρίζει συμπληρώνοντας τους κύκλους του»(Εκκλ.. 1, 6). Απέχει δε από τα ανώτερα η φύση των ανέμων και από την ταχύτατη κίνηση εκείνων, όσο υστερεί και από την ελαφρότητά τους.



9. Δύο ζώνες της γης είναι αντίστοιχα εύκρατες και κατοικήσιμες, κατά τους σοφούς των Ελλήνων. Η κάθε μία χωρίζεται σε άλλες δύο και έτσι γίνονται τέσσερις. Γι' αυτό και υποστηρίζουν ότι υπάρχουν πάνω στη γη τέσσερα γένη ανθρώπων, τα οποία δεν μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους. Γιατί, σύμφωνα με τους σοφούς αυτούς, υπάρχουν άνθρωποι που κατοικούν την αντεύκρατη σ' εμάς ζώνη από τα πλάγια, οι οποίοι χωρίζονται από εμάς με τη διακεκαυμένη ζώνη της γης. Απέναντι από αυτούς κατοικούν, κατά τη γνώμη τους, εκείνοι που ζουν κάτω από αυτή τη ζώνη. Κατά παρόμοιο τρόπο υπάρχουν και εκείνοι που κατοικούν κάτω από εμάς. Τους πρώτους τους ονομάζουν «αντικείμενους» προς εμάς, ενώ τους άλλους «αντίποδες» και «αντεστραμμένους». Κι όλα αυτά γιατί δε γνωρίζουν ότι εκτός από το ένα δέκατο της γήινης σφαίρας, όλο σχεδόν το υπόλοιπο καλύπτεται από τα νερά της αβύσσου.



10. Θα μπορούσε κανείς να γνωρίζει ότι εκτός από τη γνωστή οικουμένη, κανένα άλλο μέρος της γης δεν είναι κατοικήσιμο, γιατί καλύπτεται από τα νερά της αβύσσου. Αρκεί να σκεφτεί ότι υπάρχει ισομοιρία στα τέσσερα στοιχεία (γη, νερό, αέρας, φωτιά), από τα οποία αποτελείται ο κόσμος, και ότι η σφαίρα καθενός από αυτά έχει μέγεθος διαφορετικό από των άλλων, ανάλογα με την αραιότητά του. Σ' αυτό συμφωνεί κι ο Αριστοτέλης που λέει ότι υπάρχουν πέντε στοιχεία (προσθέτει τον αιθέρα), τοποθετημένα σφαιρικά σε πέντε χώρους. Και πάντοτε ο μικρότερος περιέχεται στό μεγαλύτερο· η γη στο νερό, το νερό στον αέρα, ο αέρας στη φωτιά, η φωτιά στόν αιθέρα. Και αυτός είναι ο κόσμος.




11. Ο αιθέρας λοιπόν ολοφάνερα έχει όγκο πολλαπλάσιο από τη φωτιά (η οποία τον θερμαίνει, γι' αυτό ονομάζεται και «υπέκκαυμα»). Η φωτιά έχει πολλαπλάσιο όγκο από την αερώδη σφαίρα, όπως κι ο αέρας από το νερό, και το νερό από τη γη, η οποία είναι πάρα πολύ συμπιεσμένη κι έχει τον πιο μικρό όγκο από τα τέσσερα στοιχεία τα κάτω από τον ουρανό. Επειδή λοιπόν είναι πολλαπλάσιο το μέγεθος της υδάτινης σφαίρας από το μέγεθος της γης, αν οι δύο αυτές σφαίρες, της γης δηλαδή και του νερού, είχαν το ίδιο κέντρο, το νερό θα πλημμύριζε όλη τη γη και δε θα άφηνε κανένα μέρος της να χρησιμοποιούν τα χερσαία ζώα, καθώς θα κάλυπτε τελείως το έδαφος και θα άφηνε όλη την επιφάνεια της γης σε μεγάλο βάθος. Αφού όμως το νερό δεν περιλαμβάνει όλη την επιφάνεια της γης —η ξηρά, για παράδειγμα τής γύρω από μας οικουμένης είναι ακάλυπτη—, κατ' ανάγκην η σφαίρα του νερού έχει διαφορετικό κέντρο. Πρέπει λοιπόν να αναζητήσομε πόσο απέχει και που είναι αυτό το κέντρο· είναι χαμηλότερα ως προς εμάς ή ψηλότερα; Το δεύτερο είναι αδύνατο, γιατί ένα μέρος της επιφάνειας του νερού το βλέπομε κάτω από εμάς. Άρα το κέντρο της σφαίρας του νερού είναι χαμηλότερα ως προς εμάς και κάτω από το κέντρο της γης. Μένει να εξετάσομε, πόσο απέχει αυτό το κέντρο από το κέντρο της γης.



12. θα μπορούσε ίσως να καταλάβει κανείς, πόσο εκεί που νομίζομε κάτω από μας απέχει από το κέντρο της γης το κέντρο της σφαίρας του νερού, αν σκεφτεί έτσι: Στην επιφάνεια της γήινης σφαίρας, η οποία είναι το κατοικούμενο από μας μέρος, εφάπτεται σχεδόν η επιφάνεια του νερού που βλέπομε και που είναι κάτω από μας, όπως κάτω μας είναι και το έδαφος της γης που πατούμε. Το κατοικήσιμο από μας μέρος της γης είναι το ένα δέκατο περίπου της περιμέτρου της. Γιατί πέντε ζώνες έχει η γη, και κατοικείται το μισό της μίας από αυτές (συνολικά δηλαδή το ένα δέκατο της γης). Αν λοιπόν θελήσει κανείς να φέρει μια σφαίρα που να περιέχει τη σφαίρα της γης και να εφάπτεται στο ένα δέκατο αυτό της επιφάνειάς της, θα βρει ότι αυτή η σφαίρα θα έχει διπλάσια σχεδόν διάμετρο και οκταπλάσιο όγκο από την εσωτερική και το κέντρο της θα βρίσκεται στο νομιζόμενο από εμάς κατώτατο άκρο της γης· αυτό φανερώνεται από το διάγραμμα.



13. Ας παραστήσομε τη σφαίρα της γης με κύκλο, μέσα στον οποίο σημειώνομε α, β, γ, δ, και τη σφαίρα του νερού με άλλο κύκλο που περιέχει τον πρώτο και εφάπτεται στο άνω δέκατο της επιφάνειάς του· έξω από το δεύτερο κύκλο σημειώνομε ε, ζ, η, θ. Θα βρεθεί τότε το προς το μέρος μας κάτω άκρο του εσωτερικού κύκλου, δηλαδή το β, κέντρο του εξωτερικού. Ο οποίος, ενώ έχει διπλάσια διάμετρο, αποδεικνύεται με γεωμετρικές αποδείξεις ότι δίνει οκταπλάσια σφαίρα, γιατί όταν διπλασιαστεί η διάμετρος μιας σφαίρας, οκταπλασιάζεται ο όγκος της. Συμβαίνει βέβαια το ένα όγδοο της υγρής αυτής σφαίρας να έχει αναμιχθεί και να εμπεριέχεται στη γη. Γι' αυτό και πολλές πηγές αναβρύζουν από αυτήν, και άφθονα ποτάμια ρεύματα αναδίδονται και τρέχουν αέναα, και κόλποι πολλών θαλασσών χύνονται σ' αυτήν, και σχηματίζονται πλήθος λίμνες. Και δεν υπάρχει σχεδόν μέρος της γης, όπου να σκάψει κανείς και να μη βρει νερό να ρέει από κάτω.



14. Εκτός από τη δική μας οικουμένη, καμιά άλλη δεν υπάρχει, όπως διδάσκει και το διάγραμμα και η λογική. Όπως δηλαδή, αν ήταν ένα το κέντρο της γης και του νερού, θα ήταν όλη η γη ολωσδιόλου ακατοίκητη, έτσι και πολύ περισσότερο, αν το νερό έχει ως κέντρο το κατώτατο ως προς εμάς άκρο της γης, εκτός από τη γνωστή οικουμένη που βρίσκεται στο επάνω μέρος της υδάτινης σφαίρας, όλα τα άλλα μέρη της γης είναι αδύνατο να κατοικούνται, επειδή καλύπτονται από πολύ νερό. Αφού όμως, όπως προαποδείχθηκε, μόνο πάνω στην κατοικούμενη γη υπάρχει ενσώματη λογική ψυχή, η οποία είναι μία, αυτή που έχομε εμείς, έπεται ότι μόνο πάνω στην κατοικούμενη γη κατοικούν και τα χερσαία άλογα ζώα.

15. Η όραση διαμορφώνεται από τα πολυειδή χρώματα και σχήματα· η όσφρηση από τους ατμούς· η γεύση από τους χυμούς· η ακοή από τους ήχους· η αφή από την τραχύτητα ή την λειότητα των επιφανειών. Οι πληροφορίες που δίνουν οι αισθήσεις, προέρχονται βέβαια από τα σώματα, αλλά δεν είναι σώματα, αν και είναι σωματικές. Γιατί δεν προέρχονται έτσι απλώς από τα σώματα, αλλά από τα είδη (τις φυσικές ιδιότητες) των σωμάτων. Αλλά φυσικά δεν ταυτίζονται με τα σωματικά "είδη"· Είναι μόνο αποτυπώματά τους, που σαν εικόνες χωρίζονται αχώριστα από αυτά. Και αυτό είναι φανερό από την όραση και μάλιστα από τα ορώμενα σε καθρέφτη.



16. Αυτά λοιπόν τα εκμαγεία των αισθήσεων είναι που οικειοποιείται από τις αισθήσεις το φανταστικό μέρος της ψυχής· όχι τις ίδιες τις αισθήσεις, αλλά τις εικόνες που όπως είπαμε υπάρχουν σ' αυτές, και τις χωρίζει τελείως από τα σώματα και τα "είδη" των σωμάτων. Τις αποθηκεύει δε σαν θησαυρούς και προβάλλει ανάλογα προς χρήση του πότε τη μία και πότε την άλλη, ακόμη κι όταν απουσιάζουν τα αντίστοιχα σώματα. Έτσι το φανταστικό της ψυχής τις κάνει όλες ορατές στόν εαυτό του, ακόμη και τις εικόνες της ακοής, της γεύσεως, της οσφρήσεως και της αφής.



17. Η φαντασία της ψυχής στό λογικό ον είναι στο σύνορο μεταξύ νου και αισθήσεως. Αυτές λοιπόν τις εικόνες που παραλαμβάνει η φαντασία από τις αισθήσεις, ως χωρισμένες πια από τα σώματα και ήδη ασώματες, τις βλέπει και τις στριφογυρίζει ο νους και παράγει διαφόρων ειδών λογισμούς, καθώς διαλογίζεται και αναλογίζεται και συλλογίζεται με πολλούς τρόπους, με εμπάθεια ή με απάθεια ή με μια μέση κατάσταση, με πλάνη ή χωρίς πλάνη. Και απ' αυτό γεννιούνται οι περισσότερες αρετές και κακίες, ορθές απόψεις και κακοδοξίες. Και λέω οι περισσότερες, κι όχι όλες οι αλήθειες και οι πλάνες, οι αρετές και οι κακίες, έχουν την αρχή τους στους λογισμούς από τη φαντασία, επειδή δε συμβαίνει να γίνεται κάθε λογισμός του νου από αυτές τις εικόνες και γι' αυτές, αλλά είναι δυνατό να βρει κανείς και ορισμένα που δεν μπορούν να υποπέσουν στις αισθήσεις και που ο νους το κάνει λογισμούς.



18. Άξιο μεγάλου θαυμασμού και προσοχής είναι, πώς από τα πρόσκαιρα και αισθητά προξενείται μέσα στην ψυχή μόνιμο κάλλος ή ασχήμια, πλούτος ή φτώχεια, δόξα ή αδοξία, και γενικά ή νοητό φως που παρέχει ζωή αιώνια, ή νοητό σκότος που κολάζει την ψυχή.



19. Ο νους, χρησιμοποιώντας σαν όχημα τη φαντασία και μέσω αυτής επικοινωνώντας με τις αισθήσεις, αποκτά μια σύμμικτη γνώση. Για παράδειγμα, έστω ότι βλέπει κάποιος με την αισθητή όραση τον ήλιο να δύει, και τη σελήνη να ακολουθεί τον ήλιο με το στραμμένο μέρος της σ' αυτόν, και τις κατοπινές ημέρες να απομακρύνεται σιγά-σιγά και να φωτίζεται περισσότερο, μέχρις ότου φτάσει απέναντί του, και πάλι λίγο-λίγο να πλησιάζει από το άλλο μέρος και το φως της να ελαττώνεται ολοένα και να το αποθέτει εκεί από όπου άρχισε να φωτίζεται. Αφού σημειώσει όλες αυτές τις εικόνες με το νου, επειδή έχει τις προηγούμενες εικόνες στη φαντασία του, και την καθημερινά παρούσα στην αίσθηση, αποκτά από την αίσθηση, τη φαντασία και τη νόηση, τη γνώση, ότι η σελήνη παίρνει το φως της από τον ήλιο αλλά η τροχιά της είναι κοντινότερη στη γη και πολύ χαμηλότερη από του ηλίου.



20. Παρόμοια με τη σελήνη μπορούμε να πούμε και για τον ήλιο. Τις εκλείψεις του και τους συνδέσμους που γίνονται κατ' αυτές, τις μετακινήσεις και τις αποστάσεις μεταξύ τους των άλλων πλανητών και τους ποικίλους σχηματισμούς που δημιουργούν, και γενικά όσα γνωρίζομε για τα ουράνια φαινόμενα, ακόμη και τις αιτίες της φύσεως, τις μεθόδους και όλες τις τέχνες και γενικά κάθε γνώση που συνάγεται από επιμέρους κατανοήσεις, όλα τα συγκεντρώσαμε με την αίσθηση και τη φαντασία μέσω του νου. Και καμιά απ' αυτές τις γνώσεις δεν μπορεί να ονομαστεί πνευματική, αλλά μάλλον φυσική, αφού δεν μπορεί να δεχθεί τα του πνεύματος.



21. Από που μάθαμε κάτι βέβαιο και αληθινό για το Θεό ή για όλον τον κόσμο ή για μας τους ίδιους; Όχι από τη διδασκαλία του Πνεύματος; Αυτή μας δίδαξε ότι μόνο ο Θεός είναι ο αληθινά Ων και πάντοτε Ων και αμετάβλητα Ων και ότι δεν έλαβε το είναι από την ανυπαρξία, ούτε πηγαίνει προς την ανυπαρξία. Και ότι είναι τρισυπόστατος και παντοδύναμος. Αυτός σε έξι ημέρες έφερε τα όντα από το μηδέν στην ύπαρξη με το λόγο, ή μάλλον τα δημιούργησε αμέσως, όπως λέει ο Μωυσής: «Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη»(Γεν. 1,1). Όχι βέβαια με κενό, ούτε χωρίς τα ενδιάμεσα όλα. Η γη ήταν ανάμικτη με το νερό, και το καθένα από τα δύο κυοφορούσε τόσο τον αέρα, όσο και τα αντίστοιχα διάφορα ζώα και φυτά. Ο ουρανός πάλι κυοφορούσε τα διάφορα φώτα και πυρά, πάνω στα οποία έχει την ύπαρξή του το σύμπαν. Έτσι λοιπόν ο Θεός δημιούργησε στην αρχή τον ουρανό και τη γή, σαν ύλη που δέχεται τα πάντα κι έχει τη δυνατότητα να παράγει τα πάντα, ανατρέποντας ορθά από τότε εκείνους που κακώς νομίζουν ότι η ύλη προϋπήρχε από μόνη της.


22. Μετά την αρχική αυτή δημιουργία, ο Θεός που δημιούργησε τα πάντα από την ανυπαρξία, φιλοκαλώντας κατά κάποιο τρόπο και κοσμώντας παραπέρα τον κόσμο, απένειμε μέσα σε έξι μέρες στο καθένα το αρμόδιο σύνολο των γνωρισμάτων που συμπλήρωναν τον διάκοσμό του, ξεχωρίζοντας το καθένα με μόνο το πρόσταγμά του, σαν να έβγαζε από θησαυροφυλάκια κατ' είδος ό,τι είχε τοποθετήσει σ' αυτά, διαθέτοντας και συνθέτοντας αρμονικά, εξαίρετα και κατάλληλα στο καθένα το ένα προς το άλλο, το καθένα προς όλα και όλα προς το καθένα. Και την ακίνητη γη την έβαλε σαν κέντρο στον μέγιστο κύκλο του ουρανού, συνδέοντας πάνσοφα με τα ενδιάμεσα τον αεικίνητο ουρανό, για να μένει πάντοτε ο ίδιος κόσμος και σταθερός και κινούμενος. Αφού δηλαδή τα αεικίνητα και πάρα πολύ ταχυκίνητα σώματα τοποθετήθηκαν γύρω-γύρω, αναγκαστικά το ακίνητο, η γη, κατέλαβε το μέσο, για να είναι η ακινησία του αντίρροπη της κινήσεως, ώστε να μη μετακινείται σαν κύλινδρος ή παγκόσμια σφαίρα.

23. Αφού λοιπόν ο Αριστοτέχνης έδωσε τέτοια θέση στα δύο πέρατα του παντός —τον ουρανό δηλαδή και τη γη—, όλον αυτόν τον κόσμο εύκοσμα, για να πω έτσι, και στερέωσε και εκίνησε. Στο καθένα πάλι από τα ενδιάμεσα απένειμε το πρέπον. Και άλλα τα τοποθέτησε επάνω και διέταξε να περιφέρονται μετέωρα στα ουράνια και να συμπεριστρέφονται με το ανώτατο όριο του παντός πάρα πολύ συνετά και κόσμια χωρίς παύση —εδώ υπάγονται όσα είναι ελαφρά και ενεργά και επιτήδεια να μεταβάλλουν σε χρήσιμα τα κάτω από αυτά. Αυτά είναι υψωμένα πάνω από το μέσο με τόσο πολύ μεγάλη σύνεση, ώστε και το υπερβολικό ψύχος που υπάρχει εκεί να το σπάζουν επαρκώς, αλλά και τη δική τους υπερβολική θερμότητα να την κρατούν στη θέση της, κι ακόμη να συγκρατούν κάπως και την υπερβολική κίνηση των υψηλοτάτων άκρων με δική τους αντίστροφη κίνηση, έτσι που κι εκείνα να κρατούν στη θέση τους με τη δική τους αντίστροφη περιστροφή, και σ' εμάς να παρέχουν τις πολύ ωφέλιμες ετήσιες διαφορές των εποχών, τα μέτρα των διαστημάτων του χρόνου και —όταν εμβαθύνομε σ' αυτά — τη γνώση του Θεού που τα δημιούργησε και τα κατέταξε και τα στόλισε.Αυτά λοιπόν που μετεωροπορούν στα ύψη, τα άφησε να περιφέρονται έτσι με πολλές κινήσεις για δύο λόγους· για χάρη του παγκόσμιου κάλλους και για πολύμορφη ωφέλεια. Τα άλλα πάλι τα τοποθέτησε κάτω και γύρω στό μέσον, όσα δηλαδή έχουν βάρος και μεταβλητή φύση, γίνονται και ξαναγίνονται, χωρίζονται και ενώνονται και τείνουν να μεταβληθούν σε εύχρηστα· τα έβαλε κι αυτά σε ευκοσμία ανάλογα με τη μεταξύ τους αλληλεπίδραση, για να μπορεί να λέγεται το παν αληθινά "κόσμος", δηλαδή στολισμός.

24. Έτσι λοιπόν έγινε το πρώτο ον στην κτίση, και μετά το πρώτο άλλο, και ύστερα απ' αυτό πάλι άλλο και ούτω καθεξής, και ύστερα από όλα ο άνθρωπος. Ο οποίος αξιώθηκε να έχει από το Θεό τόση τιμή και πρόνοια, ώστε ο αισθητός αυτός κόσμος να γίνει πριν από αυτόν γι' αυτόν, η βασιλεία των ουρανών να ετοιμαστεί ευθύς από την αρχή του κόσμου(Ματθ. 25, 34) πριν από αυτόν γι' αυτόν, να προηγηθεί διαβούλευση του Θεού περί αυτού κι έπειτα να πλαστεί με το χέρι του Θεού κατ' εικόνα Του(Γεν. 1, 26), έτσι που να μη λάβει το παν, όπως τα άλλα ζώα, από την ύλη και τον αισθητό κόσμο, αλλά μόνο το σώμα. Την ψυχή όμως την έλαβε από τα υπερκόσμια, ή μάλλον από τον ίδιο το Θεό, με απόρρητο φύσημα(Γεν. 2, 7), ώστε να γίνει κάτι μεγάλο και θαυμαστό και πιό πάνω απ' όλα, να επιτηρεί και να επιβλέπει το παν και να επιστατεί σε όλα και άρα να γνωρίζει το Θεό, να τον δέχεται και να είναι αποτέλεσμα που να δείχνει περισσότερο από κάθε άλλο δημιούργημα την ύψιστη μεγαλοσύνη του Τεχνίτη. Κι όχι μόνο είναι δεκτικός του Θεού και της χάρης Του με αγώνα, αλλά είναι δυνατό και να ενωθεί με Αυτόν σε μία υπόσταση.



25. Αυτά και άλλα όμοια που είναι η αληθινή σοφία και η σωτηριώδης γνώση και προξενούν την άνω μακαριότητα, ποιός Ευκλείδης, ποιος Μαρίνος, ποιος Πτολεμαίος μπόρεσε να τα κατανοήσει, ή ποιος Εμπεδοκλής και Σωκράτης και Αριστοτέλης και Πλάτων, με τις λογικές τους μεθόδους ή τις μαθηματικές αποδείξεις τους; Ή μάλλον, ποιά αίσθηση τα έχει αντιληφθεί; Ποιος νους τα συνέλαβε; Κι αν σ' εκείνους που εκ φύσεως φιλοσοφούσαν και στους ομοίους τους φάνηκε χαμαίζηλη η πνευματική σοφία, αποδεικνύεται κι από αυτό η υπεροχή της. Σχεδόν όσο νιώθουν τα άλογα ζώα τη σοφία εκείνων κι όλες τις γνώσεις τους, ή, αν θέλεις, όπως τα μικρά παιδιά, που θεωρούν σπουδαιότερα τα γλυκίσματα που κρατούν από το βασιλικό στέμμα, έτσι στέκονται κι αυτοί απέναντι στην αληθινή και υψηλότατη σοφία και διδασκαλία του Πνεύματος.

26. Όχι μόνο το να γνωρίζει κανείς —κατά το δυνατόν— το Θεό, είναι ασυγκρίτως καλύτερο της φιλοσοφίας των Ελλήνων, αλλά και μόνο το να γνωρίζει ποιά θέση έχει ο άνθρωπος κοντά στο Θεό, ξεπερνά όλη τη σοφία τους. Γιατί μόνον ο άνθρωπος απ' όλα αυτά τα επίγεια και τα ουράνια δημιουργήθηκε κατ' εικόνα του Πλάστη του, για να βλέπει προς Εκείνον και να τον αγαπά και μόνον Εκείνου να είναι μύστης και προσκυνητής, και να διατηρεί το κάλλος αυτό με την προς Αυτόν πίστη και κλίση και διάθεση. Όλα τ' άλλα, όσα έχει η γη και αυτός ο ουρανός, ο άνθρωπος να τα θεωρεί κατώτερα από τον εαυτό του και ολότελα στερημένα νου. Αυτό οι Έλληνες σοφοί δεν μπόρεσαν καθόλου να αντιληφθούν και ατίμασαν την ανθρώπινη φύση, ασέβησαν στο Θεό και σεβάστηκαν και λάτρεψαν την κτίση αντί τον Κτίστη(Ρωμ. 1, 25). Απέδωσαν δηλαδή νου στα αισθητά, μα αναίσθητα άστρα, και στο καθένα, ανάλογα με το μέγεθός του, του έδωσαν ανάλογη δύναμη και αξίωμα. Ήταν θλιβερό το σέβας τους γι' αυτά, που αφού τα ονόμασαν θεούς, μεγαλύτερους και μικρότερους, παραχώρησαν σ' αυτά την εξουσία του παντός. Αυτοί λοιπόν, από τα αισθητά και τη γύρω απ' αυτά φιλοσοφία, δεν προξένησαν στις ψυχές τους ντροπή και ατιμία και έσχατη πενία και πράγματι νοητό και τιμωρητικό σκοτάδι ?



27. Η γνώση ότι γίναμε κατ' εικόνα του Δημιουργού, δεν επιτρέπει να θεοποιούμε ούτε τον νοητό κόσμο. Γιατί αυτό το "κατ' εικόνα" δεν αναφέρεται στο σώμα, αλλά στη φύση του νου, από τον οποίο τίποτε δεν είναι καλύτερο κατά τη φύση. Γιατί αν υπήρχε κάτι καλύτερο, το "κατ' εικόνα" θα υπήρχε σ' εκείνο. Αφού λοιπόν το καλύτερο μέσα μας είναι ο νους, και τούτο, αν και είναι κατ' εικόνα θεϊκή, κτίσθηκε όμως από το Θεό, δεν είναι εύκολο να καταλάβομε, ή μάλλον δεν είναι από αυτό ολοφάνερο, ότι ο Ποιητής του νοερού μας μέρους είναι ο Ποιητής και κάθε νοερού; Κάθε νοερή λοιπόν φύση, όλοι δηλαδή οι Άγγελοι, είναι δούλοι μαζί μ' εμάς και κατ' εικόνα του Δημιουργού. Αν και είναι ανώτεροι από μας, γιατί δεν έχουν σώμα και πλησιάζουν περισσότερο την εντελώς ασώματη και άκτιστη φύση. Ή μάλλον, όσοι απ' αυτούς φύλαξαν την τάξη τους και αποδέχονται το σκοπό για τον οποίο έγιναν, αν και ομόδουλοί μας, είναι σεβαστοί σ' εμάς και πολύ ανώτεροί μας κατά την τάξη. Εκείνοι όμως που δε φύλαξαν την τάξη τους, αλλά επαναστάτησαν και αθέτησαν το σκοπό για τον οποίο έγιναν, πήγαν όσο γινόταν πιο μακριά από εκείνους που πλησιάζουν το Θεό και ξέπεσαν από την τιμή που είχαν. Και καθώς προσπαθούν να συμπαρασύρουν κι εμάς στην έκπτωση, δεν είναι μόνον αχρείοι και άτιμοι, αλλά και αντίθετοι, και στο ανθρώπινο γένος ολέθριοι και εχθρικώτατοι.



28. Αλλά οι φυσιολόγοι και οι αστρολόγοι αυτοί που καυχιούνται ότι γνωρίζουν τα πάντα, αφού δεν μπόρεσαν με τη φιλοσοφία ν' αντιληφθούν τίποτε απ' όσα προείπαμε, ονόμασαν επιπλέον τον άρχοντα του σκότους και τις κάτω απ' αυτόν δυνάμεις της αποστασίας, όχι μόνον ανωτέρους τους, αλλά και θεούς. Τους τίμησαν με ναούς, πρόσφεραν σ' αυτούς θυσίες και υποτάχθηκαν στις ολεθριότατες προσταγές τους. Κι εκείνοι εύλογα τους εξαπάτησαν για πολύ με ανίερες ιεροτελεστίες και καθαρμούς που μόλυναν και πρόσθεταν την επικατάρατη οίηση, και με προφήτες και προφήτισσες που παραπλανούσαν τους ανθρώπους όσο γίνεται μακρύτερα από την πραγματική αλήθεια.

29. Το να γνωρίζει κανείς το Θεό, ή να γνωρίζει τον άνθρωπο και την αξία του (πράγματα που τώρα και οι απλοϊκοί Χριστιανοί γνωρίζουν) είναι γνώση υψηλότερη από τη φυσιολογία, την αστρολογία και όλη τη γύρω απ' αυτές φιλοσοφία. Επιπλέον όμως, το να γνωρίζει ο ανθρώπινος νους την ασθένειά του και αυτήν να ζητά να θεραπεύσει, αυτό είναι πολύ ανώτερο ασυγκρίτως από το να γνωρίζει και να ερευνά τα μεγέθη των άστρων και τους λόγους των φύσεων, τις γενέσεις των επιγείων και τις περιόδους των ουρανίων σωμάτων, τις μεταβολές και τις ανατολές των αστέρων, τις ακινησίες και τις οπισθοδρομήσεις τους, τις μεταξύ τους αποστάσεις και συνελεύσεις, και γενικά τις ποικίλες σχέσεις που προέρχονται από την εκεί πολυκινησία. Γιατί ο νους που γνώρισε την ασθένειά του, βρήκε από που μπορεί να μπει για να βρεί τη σωτηρία, να πλησιάσει το φως της γνώσεως και να λάβει σοφία αληθινή, η οποία δεν καταλύεται μαζί με τον αιώνα τούτον.



30. Κάθε λογική και νοερή φύση, είτε Άγγελος είτε άνθρωπος, έχει ζωή, με την οποία διαμένει ως ύπαρξη αθάνατη και δεν επιδέχεται φθορά. Η δική μας νοερή και λογική φύση δεν έχει τη ζωή μόνο ως ουσία, αλλά και ως ενέργεια, αφού ζωοποιεί το σώμα με το οποίο είναι ενωμένη. Γι' αυτό και λέγεται ζωή του σώματος. Η ζωή που αναφέρεται σε κάτι άλλο, είναι ενέργεια της ζωής· γιατί ουδέποτε λέγεται ουσία καθεαυτή, αν αναφέρεται σε κάτι άλλο. Η νοερή όμως φύση των Αγγέλων δεν έχει σαν τέτοια ενέργεια τη ζωή, γιατί δεν έλαβε από το Θεό δεμένο μαζί της σώμα από τη γη, για να λάβει και ζωοποιό για τούτο δύναμη. Είναι λοιπόν και αυτή δεκτική των αντιθέτων, δηλαδή της κακίας και της αγαθότητας. Και αυτό δηλώνουν οι πονηροί άγγελοι που ξέπεσαν από έπαρση. Επομένως είναι κάπως σύνθετοι και οι Άγγελοι, από την ιδιαίτερη ουσία τους και από μία από τις δύο αντίθετες ποιότητες, δηλαδή την αρετή και την κακία. Απ' αυτό αποδεικνύεται ότι ούτε αυτοί έχουν ως ουσία τους την αγαθότητα.

31. Η ψυχή καθενός από τα άλογα ζώα είναι η ζωή του σώματος που εμψυχώνει. Και δεν έχουν αυτά τη ζωή ως ουσία, αλλά ως ενέργεια, επειδή αυτή υπάρχει σε σχέση με κάτι άλλο και όχι καθ' εαυτήν. Γιατί βλέπομε ότι αυτή (η ψυχή-ζωή) δεν έχει τίποτε άλλο, εκτός απ' όσα ενεργεί μέσω του σώματος. Γι' αυτό και όταν διαλύεται το σώμα, αναγκαστικά διαλύεται κι αυτή, επειδή είναι το ίδιο θνητή με αυτό, και ό,τι είναι αυτή, είναι και λέγεται σε σχέση με το θνητό σώμα. Γι' αυτό κι’ όταν το σώμα πεθάνει, πεθαίνει κι αυτή μαζί του.



32. Η ψυχή καθενός ανθρώπου είναι και ζωή του σώματος που εμψυχώνει και έχει τη ζωοποιό ενέργεια σε σχέση προς κάτι άλλο, προς το οποίο εκδηλώνεται, δηλαδή προς το σώμα που ζωοποιείται από αυτήν. Έχει τη ζωή όχι μόνο ως ενέργεια, αλλά και ως ουσία, επειδή ζει και καθ' εαυτήν. Γιατί τη βλέπομε να έχει λογική και νοερή ζωή, η οποία είναι φανερά διαφορετική από τη ζωή του σώματος και όσων ενεργούνται δια του σώματος. Γι' αυτό και όταν διαλύεται το σώμα, δε διαλύεται μαζί κι αυτή. Κι όχι μόνο δε διαλύεται μαζί με το σώμα, αλλά και παραμένει αθάνατη, επειδή η ζωή που αυτή έχει καθ' εαυτήν, δεν εκδηλώνεται ως προς κάτι άλλο, αλλά αποτελεί την ουσία της.

33. Η λογική και νοερή ψυχή, έχει ως ουσία τη ζωή, αλλά δεκτική των αντιθέτων, δηλαδή της κακίας και της αγαθότητας. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι δεν έχει ως ουσία την αγαθότητα, καθώς ούτε και την κακία, αλλά ως κάποιες ποιότητες που ανάλογα με τη διάθεσή της βρίσκεται στη μία ή την άλλη. Και βρίσκεται όχι τοπικά, αλλά όταν η νοερή ψυχή, που έχει πάρει το αυτεξούσιο από τον Κτίστη, κλίνει σε μία από τις δύο και θελήσει να ζήσει σύμφωνα με αυτήν. Γι' αυτό και είναι κάπως σύνθετη η λογική και νοερή ψυχή, από την ενέργειά της που αναφέραμε πιο πάνω. Αυτή βέβαια η ενέργεια, επειδή εκδηλώνεται ως προς κάτι άλλο (το σώμα), δεν μπορεί να δημιουργεί σύνθεση. Η σύνθεση δημιουργείται από την ουσία της ψυχής κι από μία οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες αντίθετες ποιότητες, δηλαδή την αρετή και την κακία.



34. Ο υπέρτατος Νους, το άκρο αγαθό, η πάνω από τη ζωή και τη θεότητα φύση, επειδή είναι ολότελα και οπωσδήποτε ανεπίδεκτος των αντιθέτων, είναι φανερό ότι έχει την αγαθότητα όχι ως ιδιότητα, αλλά ως ουσία. Γι' αυτό και ό,τι αγαθό βάλει κανείς στο νου του, υπάρχει σ' Εκείνον ή μάλλον, Εκείνος είναι το αγαθό και είναι πάνω απ' αυτό. Και ό,τι σκεφτεί κανείς για Εκείνον, είναι αγαθό, ή μάλλον είναι αγαθότητα και υπεράγαθη αγαθότητα. Σ' Αυτόν υπάρχει και η ζωή, ή μάλλον Αυτός είναι η ζωή. Γιατί η ζωή είναι αγαθό, και η ζωή σ' Αυτόν είναι αγαθότητα. Και η σοφία υπάρχει σ' Αυτόν, ή μάλλον Αυτός είναι η σοφία· γιατί η σοφία είναι αγαθό, κι η σοφία σ' Αυτόν είναι αγαθότητα. Επίσης, η αιωνιότητα και η μακαριότητα και γενικά οποιοδήποτε αγαθό σκεφτεί κανείς. Και δεν υπάρχει εκεί διαφορά ζωής και σοφίας και αγαθότητας και των ομοίων. Γιατί η Αγαθότητα εκείνη τα συμπεριλαμβάνει όλα κατά τρόπο συγκεντρωτικό, ενιαίο και απλούστατο, και τη νοούμε και την ονομάζομε από όλα τα αγαθά. Ό,τι αγαθό νοήσει κανείς και πει περί Αυτής, είναι και ένα και αληθινό· Εκείνη όμως δεν είναι μόνο αυτό που αληθινά νοείται από αυτούς που νοούν με θεόσοφο νου και θεολογούν με πνευματοκίνητη γλώσσα, αλλά ως αχώρητη στο λόγο και στο νου μας είναι πάνω απ' αυτά και δεν απομακρύνεται από την ενιαία και υπέρλογα απλή κατάστασή Της. Είναι δηλαδή μία Αγαθότητα πανάγαθη και υπεράγαθη, και μ' αυτό μόνο και νοείται και ονομάζεται. Τούτο βέβαια, ότι ο Ποιητής και Κύριος της κτίσεως είναι πανάγαθη και υπεράγαθη Αγαθότητα κι έχει ως ουσία Του την αγαθότητα, δείχνεται από μόνες τις ενέργειές Του προς την κτίση. Γι' αυτό και είναι ολότελα και οπωσδήποτε ανεπίδεκτος της εναντιότητας προς την αγαθότητα, δηλαδή της κακίας. Γιατί ούτε και είναι εναντίον καμιάς υπάρξεως.

35. Η πανάγαθη αυτή και υπεράγαθη Αγαθότητα είναι και πηγή αγαθότητας. Γιατί και τούτο είναι αγαθό, και μάλιστα το ακρότατο αγαθό, και δεν ήταν δυνατό να λείπει από την παντέλεια Αγαθότητα. Επειδή τώρα η παντέλεια και υπερτέλεια αυτή Αγαθότητα είναι Νους, τίποτε άλλο δεν μπορεί να πηγάζει από Αυτή σαν από πηγή, παρά λόγος. Λόγος βέβαια όχι σαν το δικό μας προφορικό λόγο· γιατί τούτος δεν είναι του νου, αλλά του σώματος που κινείται από νου. Ούτε πάλι σαν το δικό μας ενδιάθετο λόγο· γιατί και τούτος γίνεται μέσα μας έχοντας σαν τύπους τους φθόγγους. Ούτε τέλος σαν το δικό μας λόγο της διάνοιας, κι ας είναι αυτός χωρίς φθόγγους, πραγματοποιούμενος με κινήσεις τελείως ασώματες· γιατί και ο λόγος αυτός της διάνοιας είναι μετά από μας, και έχει ανάγκη από διαλείμματα και μεγάλα χρονικά διαστήματα και προχωρεί διεξοδικά, πηγαίνοντας από την ατελή αρχή προς το τελικό συμπέρασμα.


Αλλά ο Λόγος που πηγάζει από τη θεία Αγαθότητα είναι αντίστοιχος με τον έμφυτο σε μας λόγο που εναπόκειται στο νου μας αφότου ο Δημιουργός μάς έκανε κατ' εικόνα Του· ο λόγος αυτός είναι η γνώση που συνυπάρχει πάντοτε με το νου. Η Γνώση-Λόγος λοιπόν, η οποία συνυπάρχει πάντοτε με τον υπέρτατο νου της παντέλειας και υπερτέλειας Αγαθότητας που δεν έχει τίποτε το ατελές, είναι απαράλλακτα όσα είναι κι Εκείνη, εκτός από το ότι προέρχεται από Εκείνη. Γι' αυτό και ο υπέρτατος Λόγος είναι και λέγεται από μας Υιός, για να γνωρίσομε με βεβαιότητα ότι είναι τέλειος με τέλεια δική Του υπόσταση, γιατί έχει την ύπαρξη από τον Πατέρα και δεν υστερεί καθόλου από τον Πατέρα κατά την ουσία, αλλά είναι απαράλλακτος μ' Εκείνον, αν και όχι κατά την υπόσταση· αυτή διακρίνεται από το ότι ο Λόγος προήλθε με θεοπρεπή γέννηση από τον Πατέρα.



36. Επειδή η Αγαθότητα που σαν από πηγή προήλθε με γέννηση από την Αγαθότητα-Νου, είναι Λόγος, και λόγο χωρίς πνεύμα (πνοή), κανένας που έχει νου δεν μπορεί να εννοήσει, γι' αυτό ο εκ Θεού Θεός Λόγος έχει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο προέρχεται και αυτό από τον Πατέρα. Το Πνεύμα αυτό δεν είναι όπως εκείνο που συνυπάρχει με τον προφορικό μας λόγο. Ούτε πάλι είναι όπως εκείνο που συνυπάρχει, αν και ασωμάτως, με τον ενδιάθετο και τον κατά διάνοια λόγο μας· γιατί και τούτο είναι μια ορμή του νου που συνεκτείνεται χρονικά με το λόγο μας κι έχει ανάγκη από τα ίδια διαστήματα κι από το ατελές προχωρεί στο ολοκληρωμένο. Ενώ Εκείνο, το Πνεύμα του υπέρτατου Λόγου, είναι κατά κάποιο τρόπο ένας έρωτας ανέκφραστος του Πατέρα προς το Λόγο που γεννήθηκε με τρόπο απόρρητο. Το ίδιο Πνεύμα -Έρωτα έχει και ο αγαπημένος Λόγος και Υιός προς τον Πατέρα. Το έχει όμως ως συμπροερχόμενο με Αυτόν από τον Πατέρα και αναπαυόμενο σ' Αυτόν λόγω της κοινής Τους φύσεως. Από τον Λόγο, που σαρκώθηκε και μας συναναστράφηκε, μάθαμε το όνομα της διαφορετικής προελεύσεως του Πνεύματος από τον Πατέρα, και ότι Αυτό δεν είναι μόνο του Πατέρα, αλλά και του Υιού. Μας είπε δηλαδή: «Το Πνεύμα της αλήθειας, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα»(Ιω. 15, 26). Από αυτό μαθαίνομε ότι δεν είναι μόνο ο Λόγος, αλλά και το Πνεύμα που προέρχεται από τον Πατέρα, όχι όμως με γέννηση, αλλά με εκπόρευση. Επίσης, ότι είναι και του Υιού που το έχει από τον Πατέρα, αφού είναι Πνεύμα αλήθειας και σοφίας και λόγου. Γιατί η αλήθεια και η σοφία είναι Λόγος κατάλληλος για τον Γεννήτορα. Αυτός ο Λόγος συγχαίρει με τον Πατέρα που χαίρεται γι' Αυτόν, σύμφωνα μ' εκείνο που Αυτός είπε με τον Σολομώντα: «Εγώ ήμουν που χαιρόμουν μαζί Του»(Παροιμ. 8, 30. Δεν είπε χαιρόμουν, αλλά χαιρόμουν μαζί Του. Αυτή η προαιώνια χαρά του Πατέρα και του Υιού είναι το Άγιο Πνεύμα, επειδή είναι και των δύο κατά τη χρήση (γι' αυτό και στέλνεται και από τους δύο σ' όσους είναι άξιοι), αλλά μόνο του Πατέρα κατά την ύπαρξη (γι' αυτό και μόνο από Αυτόν εκπορεύεται ως ύπαρξη).

37. Έρωτα, που είναι εικόνα αυτού του υπέρτατου Έρωτα, έχει κι ο νους μας, ο οποίος δημιουργήθηκε κατ' εικόνα Θεού, προς τη γνώση που προέρχεται από αυτόν και που υπάρχει χωρίς διακοπή μέσα σ' αυτόν. Ο έρωτας αυτός είναι από το νου και μέσα στο νου, πηγάζοντας από αυτόν μαζί με τον εσώτατο λόγο. Εναργέστατη απόδειξη του πράγματος, ακόμη και για εκείνους που δεν μπορούν να βλέπουν τα βάθη του εσωτερικού τους, είναι η ακόρεστη έφεση των ανθρώπων για τη γνώση. Σ' εκείνον όμως τον αρχέτυπο νου, σ' εκείνη την παντέλεια και υπερτέλεια Αγαθότητα στην οποία τίποτε το ατελές δεν υπάρχει, ο θείος Έρωτας (το Πνεύμα) είναι απαράλλακτα όλα όσα κι εκείνη η Αγαθότητα, εκτός από το ότι αυτός προέρχεται από εκείνη. Γι' αυτό κι ο Έρωτας αυτός είναι και λέγεται από μας Πνεύμα Άγιο και άλλος Παράκλητος(Ιω. 14, 16), ως συνακόλουθος του Λόγου, για να γνωρίσομε από αυτό ότι είναι τέλειος, με τέλεια δική Του υπόσταση, και δεν υστερεί διόλου κατά την ουσία από τον Πατέρα, αλλ' είναι απαράλλακτα ο ίδιος και με τον Υιό και τον Πατέρα, αν και όχι κατά την υπόσταση· αυτή διακρίνεται από το ότι (ο Έρωτας-Πνεύμα) προέρχεται από τον Θεό Πατέρα με θεοπρεπή εκπόρευση. Κι έτσι να μελετούμε ένα Θεό, αληθινό και τέλειο, σε τρεις υποστάσεις αληθινές και τέλειες. Όχι τριπλό, άπαγε, αλλά απλό, γιατί δεν είναι κάποια τριπλή αγαθότητα, ούτε τριάδα από αγαθότητες· είναι Τριάδα αγία και σεβάσμια και προσκυνητή η υπέρτατη Αγαθότητα, η οποία ρέει αρρεύστως από τον εαυτό Της στον εαυτό Της κι έχει εγκαθιδρυθεί προαιώνια πάνω στον εαυτό Της θεοπρεπώς. Είναι απεριόριστη και ορίζεται μόνο από τον εαυτό Της· είναι το όριο όλων, εκτείνεται πέρα απ' όλα και κανένα από τα όντα δεν αφήνει έξω της.



38. Επίσης, και η νοερή και λογική φύση των Αγγέλων έχει νου και λόγο από το νου και έρωτα του νου προς τον λόγο, που και αυτός πηγάζει από το νου και συνυπάρχει πάντοτε με το λόγο και το νου, και θα μπορούσε να ονομαστεί και πνεύμα, αφού από τη φύση του συνακολουθεί το λόγο. Αλλά το πνεύμα αυτό δεν είναι ζωοποιό, γιατί δεν έλαβε από το Θεό ενωμένο μαζί του γήινο σώμα, για να λάβει και ζωοποιό και συνεκτική δύναμη γι' αυτό. Ενώ η νοερή και λογική φύση της ψυχής, επειδή δημιουργήθηκε μαζί με γήινο σώμα, έλαβε ζωοποιό το πνεύμα από το Θεό, και μ' αυτό συνέχει και ζωοποιεί το ενωμένο μαζί της σώμα. Απ' αυτό γίνεται φανερό σ' εκείνους που μπορούν να εννοούν, ότι το πνεύμα του ανθρώπου που ζωοποιεί το σώμα του είναι νοερός έρωτας. Κι έχει την ύπαρξή του από το νου και ανήκει στο λόγο· είναι μέσα στο νου και στο λόγο κι έχει μέσα του και το λόγο και το νου. Και η ψυχή έχει εκ φύσεως τέτοια αγαπητική συνάφεια με το σώμα, μέσω του πνεύματος, ώστε δε θέλει ποτέ να το εγκαταλείψει, μήτε το εγκαταλείπει, αν δεν ασκηθεί βία από κάποια βαρειά αρρ’ωστια ή από εξωτερικό τραυματισμό.



39. Η νοερή και λογική φύση της ψυχής, επειδή μόνο αυτή έχει νου και λόγο και πνεύμα ζωοποιό, αυτή μόνο και έχει δημιουργηθεί κατ' εικόνα του Θεού, περισσότερο και από τους ασώματους Αγγέλους. Το προνόμιο αυτό το έχει αμετάβλητο και αν ακόμη δεν εννοήσει την αξία της, και αν δε φρονεί και δε ζει αντάξια του Θεού που τη δημιούργησε κατ' εικόνα Του. Γι' αυτό και μετά την παράβαση των Πρωτοπλάστων στον Παράδεισο, οπότε υποστήκαμε, πριν από το θάνατο του σώματος, το θάνατο της ψυχής που είναι ο χωρισμός της ψυχής από το Θεό, και χάσαμε το "καθ' ομοίωσιν", δεν χάσαμε και το "κατ' εικόνα". Όταν λοιπόν η ψυχή αποστρέφεται τη σχέση προς τα χειρότερα (τα αισθητά), και προσκολλάται με αγάπη στο Θεό και υποτάσσεται σ' Αυτόν με τους τρόπους και τα έργα της αρετής, φωτίζεται από Αυτόν και ομορφαίνει, καθώς βελτιώνεται και υπακούει στις εντολές και τις παραινέσεις Του, από τις οποίες και λαμβάνει την αιώνια αληθινή ζωή. Με αυτήν, αθανατίζει και το ενωμένο μαζί της σώμα που θα επιτύχει στον ορισμένο καιρό την υποσχεμένη ανάσταση και θα γίνει μέτοχο της αιώνιας δόξας.


Όταν όμως δεν αποφεύγει την προς τα χειρότερα σχέση και την πτώση της σ' αυτά, απ' όπου προξενεί στην εικόνα του Θεού αισχύνη και ατιμία, αποξενώνεται και εξορίζεται από το Θεό, ο οποίος είναι η όντως μακάρια και αληθινή ζωή. Έτσι, επειδή πρώτη αυτή εγκατέλειψε το Θεό, εγκαταλείπεται δίκαια από Αυτόν.

40. Η μετά την υπέρτατη Τριάδα τριαδική φύση, δηλαδή η ανθρώπινη ψυχή, επειδή έχει δημιουργηθεί από Εκείνη κατ' εικόνα Της περισσότερο απ' ό,τι οι άλλες φύσεις, κι είναι νοερή, λογική και πνευματική, οφείλει να κρατά την τάξη της και ν' ακολουθεί μόνο το Θεό, μόνο κάτω από το ζυγό Του να μπαίνει και μόνο σ' Αυτόν να υποτάσσεται και να υπακούει. Ακόμη, σ' Αυτόν μόνο να αποβλέπει και να στολίζει τον εαυτό της με την ακατάπαυστη μνήμη και θεωρία Του και με τη σφοδρότατη και διάπυρη προς Αυτόν αγάπη. Με αυτά επισύρει με θαυμαστό τρόπο στον εαυτό της, ή μάλλον επέσυρε κάποτε, τη μυστική και απόρρητη εκείνη αίγλη της φύσεώς της· και τότε έχει αληθινά το "κατ' εικόνα Θεού και ομοίωσιν" και γίνεται χαριτωμένη, σοφή και θεία. Γιατί διδάσκεται από την αίγλη αυτή, ή με φανερή παρουσία της, ή με αφανή προσέγγισή της, να αγαπά, περισσότερο τώρα, το Θεό παραπάνω από τον εαυτό της και τον πλησίον όπως τον εαυτό της, και από αυτό και τη δική της αξία και τάξη να γνωρίζει και να διατηρεί, και τον εαυτό της ν' αγαπά αληθινά. Αντίθετα, όποιος αγαπά την αδικία, μισεί την ψυχή του(Ψαλμ. 10, 5), και ξεσχίζοντας και αχρηστεύοντας το "κατ' εικόνα Θεού" που έχει, παθαίνει κάτι παραπλήσιο μ' εκείνους που από παραφροσύνη χωρίς να το αισθάνονται καταξεσχίζουν ελεεινά τις σάρκες τους. Γιατί κι αυτός, χωρίς να το αισθάνεται, καταστρέφει και καταξεσχίζει αθλιότατα την έμφυτη καλλονή του, κατασυντρίβοντας ανόητα τον εσωτερικό τριαδικό και υπερκόσμιο στολισμό της ψυχής του, τον οποίο δημιουργεί η αγάπη. Υπάρχει πιο άδικο και πιο ολέθριο, να μη θυμάται κανείς και να μη θέλει να βλέπει συνεχώς και να αγαπά Εκείνον που τον δημιούργησε και τον στόλισε κατ' εικόνα Του, και γι' αυτό του δίνει τη δύναμη της γνώσεως και της αγάπης, και σ' εκείνους που τη χρησιμοποιούν καλά επιδαψιλεύει επιπλέον και τις ανέκφραστες δωρεές Του και τηναιώνια ζωή ?



41. Ένας από τους χειρότερους εχθρούς της ψυχής μας και εξαιρετικά χειρότερος από τους άλλους είναι ο νοητός και αρχέκακος όφις, που έγινε τώρα αγγελιοφόρος της κακίας του προς τους ανθρώπους με την πονηρή συμβουλή του. Είναι τόσο κατώτερος και χειρότερος όλων, όσο επιθύμησε υπερήφανα να εξομοιωθεί στην εξουσία με τον Δημιουργό του, από τον οποίο όμως τόσο εγκαταλείφθηκε δίκαια, όσο αυτός πρώτος τον είχε εγκαταλείψει. Και τόσο πολύ ο διάβολος εγκατέλειψε το Θεό, ώστε να γίνει αντίθετος και εχθρός Του και κηρυγμένος αντίπαλος.


Αν λοιπόν Εκείνος είναι η Αγαθότητα και ο Ζωοποιός όσων ζούνε, αυτός είναι η καθαυτό κακία και ο νεκροποιός. Αφού λοιπόν Εκείνος έχει ως ουσία την Αγαθότητα και είναι φύση τελείως ανεπίδεκτη της κακίας, ώστε ούτε να τον πλησιάζουν δεν πρέπει όσοι έχουν μια οποιαδήποτε κακία, πόσο μάλλον απωθεί μακριά Του τον δημιουργό και αρχηγό της κακίας και αίτιο αυτής και στους άλλους; Ο πονηρός τώρα, επειδή η ουσία του είναι η ζωή κι όχι η κακία, γι' αυτό και μένει αθάνατος σ' αυτήν. Η ουσία του βέβαια ήταν δεκτική κακίας κι ο ίδιος είχε τιμηθεί με αυτεξουσιότητα, για να υποτάσσεται θεληματικά και να προσκολλάται στην αέναη πηγή της Αγαθότητας κι έτσι να γίνει μέτοχος της αληθινής ζωής. Επειδή όμως με τη θέλησή του δόθηκε στην κακία, στερείται την αληθινή ζωή, διωγμένος δίκαια από αυτήν, από την οποία αυτός πρώτος έφυγε. Και έγινε πνεύμα νεκρό, όχι κατά την ουσία (γιατί δεν υπάρχει ουσία νεκρότητας), αλλά γιατί απέβαλε την αληθινή ζωή. Αυτός λοιπόν, καθώς δεν αισθάνεται κόρο από την ορμή προς την κακία και προσθέτει κακία πάνω στην κακία αθλιότατα, κάνει τον εαυτό του νεκροποιό πνεύμα και σπεύδει να οδηγεί και τον άνθρωπο σε συμμετοχή της νεκρώσεώς του.



42. Ο διάβολος, ο μεσίτης και πρόξενος της νεκρώσεως, χρησιμοποίησε παλιά, στον Παράδεισο του Θεού(Γεν.3, 1), το φίδι που είναι σκολιό (κινείται ελικοειδώς), επειδή κι ο ίδιος είναι σκολιός στους τρόπους και αφάνταστα δόλιος. Όχι πώς έγινε αυτός φίδι —κάτι τέτοιο μόνο κατά φαντασία μπορεί να κάνει, δίστασε όμως τότε να το δοκιμάσει από φόβο να μη γίνει αντιληπτός. Αλλά, μη έχοντας εμπιστοσύνη στη φανερή συνάντηση, προτίμησε τη δόλια, μέσω του φιδιού, με την οποία πίστευε ότι θα μείνει άγνωστος. Ήθελε, εμφανιζόμενος σαν φίλος, να εισηγηθεί ό,τι εχθρικότερο, και με την παράδοξη προσλαλιά —παράδοξη, γιατί το αισθητό φίδι δεν ήταν λογικό, ούτε μιλούσε ως τότε—, να αιφνιδιάσει την Εύα που θα τον άκουγε, και να την πάρει ολότελα με το μέρος του και να την κάνει υποχείριά του με τα τεχνάσματά του. Κι έτσι να τη μάθει αμέσως να υποτάσσεται στα χειρότερα και να γίνει δούλη σ' εκείνα, στα οποία της έλαχε επάξια να βασιλεύει, γιατί μόνη αυτή απ' όλα τα όντα που έχουν αίσθηση έχει τιμηθεί με λόγο κι έχει πλαστεί από το χέρι του Θεού κατ' εικόνα Του. Παραχώρησε όμως και ο Θεός, για να δει ο άνθρωπος τη συμβουλή που του έδωσε το χειρότερο —πόσο χειρότερο δεν είναι το φίδι από τον άνθρωπο;— και να εννοήσει καθαρά ότι δεν είναι καθόλου ωφέλιμη. Να θεωρήσει τότε τελείως ανάξιά του την υποταγή στο φανερά χειρότερο και να φυλάξει την πίστη του στον Κτίστη, τηρώντας την εντολή Του.


Κι έτσι να γίνει εύκολα νικητής εκείνου που ξέπεσε από την πραγματική ζωή, να λάβει δίκαια τη μακάρια αθανασία και να ζήσει αιώνια έχοντας μέσα του το Θεό.

43. Τίποτε δεν είναι καλύτερο από τον άνθρωπο ώστε να σκεφτεί και να σχηματίσει γνώμη και με αυτή να γνωρίσει και να πάρει ό,τι τον συμφέρει. Αρκεί μόνο να κρατά την τάξη του και να γνωρίζει τον εαυτό του και τον μόνο καλύτερό του, το Θεό. Και να τηρεί όσα μάθει από Εκείνον, ενώ δταν σκέφτεται όσα δεν έμαθε από Εκείνον, να τον παίρνει σύμβουλο. Γιατί κι οι Άγγελοι, αν και ανώτεροι στην αξία από μάς, εντούτοις υπηρετούν στις σχετικές μ' εμάς βουλές του Θεού, αποστελλόμενοι για χάρη εκείνων που μέλλουν να κληρονομήσουν τη σωτηρία(Εβρ. 1, 14) —όχι όλοι βέβαια οι Άγγελοι, αλλά όσοι είναι αγαθοί και φύλαξαν την τάξη τους. Έχουν κι εκείνοι από το Θεό νου, λόγο και πνεύμα, ενωμένα εκ φύσεως αυτά τα τρία, και οφείλουν όπως εμείς να υπακούουν στο Δημιουργό νου και Λόγο και Πνεύμα. Πλεονεκτούν έναντι ημών σε πολλά, υπολείπονται όμως, όπως είπαμε και θα ξαναπούμε, στο ότι δεν είναι κατ' εικόνα του Δημιουργού. Γιατί εμείς έχομε γίνει κατ' εικόνα Θεού, περισσότερο από εκείνους.

44. Οι Άγγελοι έχουν αναλάβει να υπηρετούν με δύναμη το Δημιουργό και έλαβαν ως κλήρο τους μόνο το να άρχονται· δεν τάχθηκαν να άρχουν πάνω στους κατωτέρους τους, εκτός αν σταλούν προς τούτο από τον Εξουσιαστή των πάντων. Ο σατανάς όμως επιθύμησε να άρχει υπερήφανα παρά την γνώμη του Δημιουργού, κι αφού άφησε την τάξη του μαζί με τους συναποστάτες αγγέλους, εγκαταλείφθηκε δικαίως από την αληθινή Πηγή της ζωής και του φωτός και ντύθηκε το θάνατο και το αιώνιο σκοτάδι. Ο άνθρωπος όμως τάχθηκε όχι μόνο να άρχεται, αλλά και να άρχει πάνω σε όλα τα επίγεια(Γέν. 1, 28). Γι' αυτό ο αρχέκακος σατανάς τον φθόνησε και μεταχειρίστηκε κάθε μηχανή για να τον καθαιρέσει από την αρχή. Επειδή όμως δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει βία γιατί εμποδιζόταν από τον Εξουσιαστή των πάντων, ο οποίος δημιούργησε τη λογική φύση ελεύθερη και αυτεξούσια, υπέβαλε στον άνθρωπο με δόλο την συμβουλή που θα τον καθαιρούσε από την αρχή.


Και εξαπάτησε, ή μάλλον έπεισε τους ανθρώπους να περιφρονήσουν, να μην υπολογίσουν καθόλου και να αθετήσουν την εντολή του Θεού, ή μάλλον και να αντιταχθούν και να κάνουν τα αντίθετα. Και τότε, αφού γίνουν συμμέτοχοι της ανταρσίας του, να γίνουν συμμέτοχοι και του αιώνιου σκότους και της νεκρώσεως.


45. Κάποτε νεκρώνεται και η λογική ψυχή, κι ας έχει τη ζωή ως ουσία της· τούτο μας το δίδαξε ο μέγας Παύλος γράφοντας: «Η χήρα που ζει στη σπατάλη, έχει πεθάνει, κι ας είναι ζωντανή»(Α΄ Τιμ. 5, 6). Δεν είναι ανάρμοστο να υποθέσομε ότι τούτο το είπε και γι' αυτό που μιλάμε τώρα, δηλαδή για τη λογική ψυχή.


Η ψυχή δηλαδή που έχασε τον πνευματικό Νυμφίο της, αν δεν έχει συστολή και πένθος και δε βαδίζει το στενό και γεμάτο θλίψεις δρόμο της μετάνοιας, αλλά είναι σε μιά διάχυση και σε μιά παράδοση και σπατάλη του εαυτού της στις ηδονές, αυτή η ψυχή ενώ ζεί (γιατί κατά την ουσία της είναι αθάνατη), έχει ωστόσο πεθάνει. Γιατί είναι δεκτική του χειρότερου θανάτου, όπως είναι και της καλύτερης ζωής. Αλλά κι αν ο Παύλος "χήρα" εννοεί αυτή που έχασε το σωματικό νυμφίο και ζει σπάταλα και σαρκικά, οπωσδήποτε εννοεί ότι έχει πεθάνει κατά την ψυχή. Ο ίδιος λέει αλλού: «Ενώ ήμαστε νεκροί εξαιτίας των παραπτωμάτων μας, ο Θεός μάς έδωσε ζωή μαζί με το Χριστό»(Εφ. 2, 5). Επίσης στο θάνατο της ψυχής αναφέρεται και το ρητό: «Είναι αμαρτία που οδηγεί στο θάνατο»(Α΄ Ιω. 5, 16). Αλλά και ο Κύριος που διέταξε κάποιον να αφήσει τους νεκρούς να θάβουν τους νεκρούς(Ματθ. 8, 22), οπωσδήποτε φανέρωσε ότι οι ενταφιαστές εκείνοι ήταν νεκροί κατά την ψυχή, επειδή ζούσαν σαρκικά.



46. Οι προπάτορες του ανθρώπινου γένους, επειδή απομάκρυναν θεληματικά από τον εαυτό τους τη μνήμη και τη θεωρία του Θεού και αψήφησαν την εντολή Του και συμφώνησαν με το νεκρό πνεύμα του σατανά και έφαγαν από το απαγορευμένο δένδρο αντίθετα με τη θέληση του Δημιουργού, γυμνώθηκαν από τα φωτεινά και ζωηφόρα ενδύματα της ουράνιας λάμψεως κι έγιναν —αλοίμονο— σαν τον σατανά και αυτοί νεκροί κατά το πνεύμα. Επειδή όμως ο σατανάς δεν είναι μόνο νεκρό πνεύμα, αλλά νεκρώνει κι εκείνους που τον πλησιάζουν, κι επειδή αυτοί που έγιναν μέτοχοι της νεκρώσεώς του, είχαν και σώμα, μέσω του οποίου ολοκληρώθηκε σε έργο η θανατηφόρα συμβουλή, μετέδωσαν —αλοίμονο— και στα σώματά τους τα νεκρά και νεκροποιά εκείνα πνεύματα της νεκρώσεως. Και θα διαλυόταν αμέσως το ανθρώπινο σώμα και θα γύριζε στη γη από την οποία και είχε πλαστεί, αν δεν το συγκρατούσε η θεία πρόνοια και δύναμη, ώστε να περιμένει την απόφαση Εκείνου που ενεργεί τα πάντα με μόνο το λόγο Του, χωρίς την οποία τίποτε απ' όσα γίνονται, δεν μπορεί να γίνει. Κι αυτή η απόφαση παίρνεται πάντοτε με δικαιοσύνη. Γιατί, όπως λέει ο ιερός Ψαλμωδός, ο Κύριος είναι δίκαιος κι αγαπά τη δικαιοσύνη(Ψαλμ. 10, 7).

47. Ο Θεός, κατά τη Γραφή, δε δημιούργησε το θάνατο(Σ. Σολ. 1, 13). Αλλά ακόμη εμπόδισε και να δημιουργηθεί τούτος, όσο χρειαζόταν και όσο επιτρεπόταν από τη δικαιοσύνη Του να εμποδίζει εκείνους που ο Ίδιος έκανε αυτεξούσιους. Τους είπε δηλαδή από πριν το θέλημά Του που οδηγούσε στην αθανασία, και για να τους προφυλάξει όσο το δυνατόν περισσότερο, έκανε εντολή Του την ζωοποιό συμβουλή. Και προείπε φανερά και απείλησε ότι η αθέτηση της ζωοποιού εντολής Του θα ήταν θάνατος, ώστε, ή από πόθο του Θεού ή από τη γνώση Του ή από φόβο, να αποφύγουν το θάνατο. Γιατί ο Θεός επιζητεί, γνωρίζει και μπορεί να κάνει αυτό που συμφέρει σε κάθε κτίσμα. Αν μόνο το γνώριζε, αλλά δεν το επιζητούσε, τότε θα εμπόδιζε και δε θ' άφηνε να γίνει εκείνο που γνώριζε καλά. Αν το αγαπούσε μόνον, αλλά δεν το ήξερε ή δεν μπορούσε να το κάνει, τότε, παρόλο που θα το ήθελε, το ποθούμενο και γνωριζόμενο θα έμενε απραγματοποίητο. Αφού λοιπόν πάρα πολύ επιζητεί και γνωρίζει και μπορεί το συμφέρον μας, ό,τι μάς έρχεται από Εκείνον, έστω και χωρίς να το θέλομε, οπωσδήποτε για το συμφέρον μας έρχεται· σ' όποιο όμως δοθούμε εκούσια, ως αυτεξούσιοι, υπάρχει μεγάλος φόβος μήπως είναι ασύμφορο. Όταν δε, με πρόνοια του Θεού, έχει απαγορευτεί ένα μόνο απ' όλα, όπως στην περίπτωση του Παραδείσου(Γέν. 2, 16-17), είτε στο Ευαγγέλιο από τον Κύριο, είτε στους Ισραηλίτες από τους Προφήτες, είτε στο νόμο της χάρης από τους Αποστόλους του Κυρίου και τους διαδόχους τους, τότε είναι φανερά ανωφελέστατο και όλεθριότατο να το ποθεί κανείς από μόνος του και να σπεύδει προς αυτό. Κι αν κανένας άλλος μάς το προτείνει αυτό και μάς οδηγεί να σπεύδομε προς αυτό, είτε παρακινώντας μας με λόγια, είτε παρασύροντας με φιλικό σχήμα, αυτός είναι φανερά αντίπαλος της ζωής μας και εχθρός.



48. Έπρεπε λοιπόν, ή από πόθο Εκείνου που ποθεί να ζούμε (προς τί δηλαδή μάς έπλασε να ζούμε, αν δεν το ήθελε αυτό εξαιρετικά;), ή γνωρίζοντας ότι Εκείνος γνωρίζει καλύτερα από μάς το συμφέρον μας (πώς δεν το γνωρίζει ασυγκρίτως καλύτερα από μάς, Εκείνος που μας έδωσε τη γνώση και είναι Κύριος των γνώσεων(Α΄ Βασ. 2, 3);) ή από φόβο της παντοδύναμης εξουσίας Του, έπρεπε για όλα αυτά να μην απατηθούμε, να μην παρασυρθούμε και να μην πεισθούμε τότε και παραβούμε την εντολή και τη συμβουλή Εκείνου, όπως ούτε τώρα τις σωτήριες εντολές και συμβουλές που μας δίνει ύστερα από εκείνη. Όπως τώρα εκείνοι που δεν προτιμούν να αντιπαρατάσσονται γενναία κατά της αμαρτίας, περιφρονούν τις θείες εντολές και βαδίζουν τον αντίθετο δρόμο, δηλαδή αυτόν που οδηγεί στον εσωτερικό και αιώνιο θάνατο, αν δε θεραπεύσουν με τη μετάνοια την ψυχή τους· έτσι και στο ζεύγος εκείνο των προπατόρων, επειδή δεν αντιστάθηκαν στα λόγια του σατανά, που τους έπειθαν να απειθήσουν στο Θεό και παρέβλεψαν την εντολή, πραγματοποιήθηκε αμέσως η προεξαγγελμένη απόφαση Εκείνου που κρίνει με δικαιοσύνη. Σύμφωνα με αυτήν, μόλις έφαγαν από το δένδρο, πέθαναν.


Και τότε κατάλαβαν στην πράξη τι σήμαινε η λησμονημένη από αυτούς εντολή της αλήθειας και της αγάπης και της σοφίας και της δυνάμεως, και κρύβονταν από ντροπή, αφού γυμνώθηκαν(Γέν. 3, 7-8) από τη δόξα εκείνη που ζωοποιεί κατά θεϊκό τρόπο και τα αθάνατα πνεύματα, χωρίς την οποία η ζωή των πνευμάτων είναι και πιστεύεται πολύ χειρότερη από πολλούς θανάτους.

49. Ότι δεν ήταν ακόμη ωφέλιμο να φάνε οι πρωτόπλαστοι από εκείνο το δένδρο, το φανερώνει κι ο Θεολόγος Γρηγόριος που λέει: «Το φυτό εκείνο ήταν θεωρία, κατά τη δική μου άποψη, την οποία μόνον οι τελειότεροι μπορούν να επιχειρήσουν. Δεν είναι όμως καλή για όσους είναι ακόμη ατελείς και την επιθυμούν λαίμαργα, όπως ούτε η τέλεια τροφή ωφελεί όσους είναι ακόμη νήπια και χρειάζονται γάλα». Αλλά κι αν δεν θέλει κανείς να συσχετίσει μεταφορικά το δένδρο εκείνο και τον καρπό του με τη θεωρία, πιστεύω ότι δεν είναι πολύ δύσκολο να εννοήσει ότι δεν ήταν ωφέλιμο στους πρωτόπλαστους, επειδή εκείνοι ήταν ακόμη ατελείς. Νομίζω δηλαδή ότι με την αίσθησή τους το είδαν και έφαγαν απ' αυτό, και ότι εκείνο ήταν το πιο ευχάριστο απ' όσα δένδρα υπήρχαν στόν Παράδεισο. Η πολύ ευχάριστη όμως τροφή των αισθήσεων δεν είναι από τα όντως κι από κάθε άποψη καλά, ούτε από τα πάντοτε καλά, ούτε από τα καλά για όλους, αλλά είναι καλή για όσους μπορούν να τη χρησιμοποιούν έτσι που να μην τους νικά, όταν πρέπει και όσο χρειάζεται και προς δόξαν του Δημιουργού. Για εκείνους όμως που δεν κάνουν τέτοια χρήση της, δεν είναι καλή. Γι' αυτό νομίζω ότι ονομάστηκε το δένδρο εκείνο, "δένδρο που δίνει τη γνώση του καλού και του κακού"(Γέν. 2, 17). Γιατί μόνο οι τέλειοι στην έξη της θείας θεωρίας και της αρετής μπορούν να έρχονται σ' επαφή με τα πολύ ευχάριστα των αισθήσεων, χωρίς ν' απομακρύνουν το νου τους από τη θεωρία του Θεού και από τους ύμνους και τις προσευχές προς Αυτόν, αλλά να μετατρέπουν τα ωραία του κόσμου σε υλικό και αφορμή της ανατάσεως προς το Θεό και να συγκρατούν τελείως την ηδονή της αισθήσεως με τη νοερή κίνηση προς τα ανώτερα. Και αν η ηδονή της αισθήσεως είναι ασυνήθιστη και μεγάλη και πολύ δυνατή, τότε ακόμη περισσότερο, για το ασυνήθιστο ακριβώς, να μην κενώνουν το λογιστικό μέρος της ψυχής τους προς εκείνο που ενώ είναι κακό, νομίζεται καλό από όποιον κυριεύτηκε τελείως απ’ αυτό και νικήθηκε.



50. Στους προπάτορες επομένως, οι οποίοι έπρεπε, ζώντας στον ιερό εκείνο χώρο του Παραδείσου, να μη λησμονούν ποτέ το Θεό, ήταν ωφέλιμο να γυμναστούν ακόμη περισσότερο και κατά κάποιο τρόπο σαν παιδιά να εξασκηθούν στα γενικώς και όντως καλά και να τελειοποιηθούν στην έξη της θεωρίας, και όχι, ενώ ήταν ακόμη ατελείς, να προχωρήσουν στη δοκιμή πραγμάτων που είναι σε μία μέση κατάσταση —ούτε καλά, ούτε κακά— και που ανάλογα με την ισχύ αυτών που τα χρησιμοποιούν, μεταβαίνουν εύκολα προς το καλό ή το κακό. Και μάλιστα πραγμάτων που από τη φύση τους προσελκύουν και κυριαρχούν στις αισθήσεις και απορροφούν τελείως το νου και δίνουν ευχέρεια στις πονηρές πράξεις και παρουσιάζουν ως αξιόπιστο τον αρχηγό και δημιουργό των παθών αυτών, που η αρχή τους —υστέρα από το διάβολο— είναι η εμπαθής κατανάλωση των πολύ απολαυστικών φαγητών. Γιατί αν, κατά την ιερή ιστορία, και μόνον η θέα του δένδρου έκανε ευκολοπαράδεκτο το φίδι και αξιόπιστο συμβουλάτορα, πόσο μάλλον η άφθονη από αυτό τροφή; Άρα δεν είναι σαφές ότι δεν ήταν ακόμη ωφέλιμο να δοκιμάσουν από αυτό με την αίσθηση οι προπάτορες; Άρα δεν έπρεπε, αφού έφαγαν όταν δεν έπρεπε, να εξοριστούν από τον Παράδεισο του Θεού(Γέν. 3, 23-24), για να μην κάνουν βουλευτήριο και εργαστήριο της κακίας τον θεϊκό εκείνο χώρο; Και άρα δεν έπρεπε να υποστούν αμέσως και το θάνατο του σώματος οι παραβάτες; Ο Κύριος όμως έδειξε μακροθυμία







Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς,

Πατέρας της Θ΄ Οικουμενικής Συνόδου

 



Εορτάζεται τη Β΄ Κυριακή τών Νηστειών

τής Μεγάλης Τεσσαρακοστής



Σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί αδελφοί! Η μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά συμπίπτει με την 14η Νοεμβρίου. Η Σύνοδος όμως του 1368, η οποία διακήρυξε εις τον κόσμο την αγιότητα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, λόγω των θαυμάτων τα οποία εποίει και όχι λόγω της παιδείας του, ούτε λόγω των συγγραμμάτων του, που είναι το υψηλότερο στην εποχή του επίτευγμα, αλλά και στην κορυφή συγχρόνως της αγιοπατερικής θεολογικής παραδόσεως, μετέφερε τη μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά εις την Β΄ Κυριακή των Νηστειών. Είναι μία πράξις συμβολική και αποφασιστική, διότι η σημερινή ημέρα τιμάται από τους Ορθοδόξους όλου του κόσμου ως επέκταση και προέκταση της Κυριακής της Ορθοδοξίας. 

Είναι συνέχεια της νίκης της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού και εν Χριστώ κοινωνίας εναντίον της πλάνης. Δεν είναι νίκη προσώπων εναντίον άλλων προσώπων, δεν είναι νίκη παρατάξεων εναντίον άλλης παρατάξεως η άλλων παρατάξεων, αλλά είναι η νίκη της Πίστεως. Ο θρίαμβος της Πίστεως ως τρόπου σκέψεως, ως τρόπου ζωής και εμπειρίας αγιοπνευματικής, που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο εις την θέωση. Είναι νίκη δηλαδή της σωτηρίας, την οποία εισήγαγε στην ιστορία ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, άσαρκος εις την Παλαιά Διαθήκη και ένσαρκος εις την Καινή Διαθήκη.

Για να κατανοήσουμε τη σημασία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τον οποίο εις τον τίτλο της αποψινής ομιλίας ονομάζουμε Πατέρα της 9ης Οικουμενικής Συνόδου, θα ήθελα να οριοθετήσουμε τα συστατικά του τίτλου αυτού.

 

Η Προσωπικότητα του Αγίου

Ο Άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1296 και σπούδασε φιλοσοφία, κυρίως αριστοτελική, σε τέτοιο βαθμό, ώστε όταν έδινε δεκαεξαετής τις εξετάσεις του εις το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως, ο μεγάλος λόγιος ο Θεόδωρος Μετοχίτης ενθουσιασμένος να του πει: «Παιδί μου, ούτε ο ίδιος ο Αριστοτέλης θα μπορούσε να εκφραστεί κατά καλύτερο τρόπο».

Θεολογία ο Άγιος Γρηγόριος εσπούδασε εις την Θεολογική Σχολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Δεν ήταν κάποιο ίδρυμα κρατικό, διότι η Θεολογική Σχολή είναι το μοναστήρι, είναι το (κοινοβιακό) μοναστήρι. Μέσα στο μοναστήρι ο Άγιος Γρηγόριος έγινε Θεολόγος. Μέσα από την άσκηση και την πνευματική ζωή. Εις το Παπίκιον Όρος, μεταξύ Μακεδονίας και Θράκης, στο Άγιον Όρος και στην Βέροια, με τη αυστηροτάτη άσκησή του. Πέντε ημέρες της εβδομάδος ήταν απομονωμένος εις την αναχωρητική άσκηση, την βαρειά άσκησή του, και δύο ημέρες κατέβαινε για να συζητήσει με το μοναστικό σώμα τα προβλήματα, να μετάσχει δηλαδή στην κοινωνική εν Αγίω Πνεύματι ζωή των συμμοναστών του.

Ο Άγιος Γρηγόριος αναδείχθηκε σε μέγα Θεολόγο της Εκκλησίας, διότι είχε τις κατάλληλες προϋποθέσεις. Ήταν ο Θεολόγος της ασκήσεως, της μετανοίας, και όχι ο Θεολόγος των πτυχίων και των πανεπιστημιακών τίτλων. Επιτρέψτε μου να το πω. Με αξίωσε ο Θεός, το λέγω γιατί τώρα βρίσκομαι στο τελευταίο στάδιο της ζωής μου, δεν ξέρω πόσο ο Θεός θα μ’ αφήσει στον κόσμο, αγγίζω τα εβδομήντα. Λέγω συνήθως, όσα πτυχία και να έχουμε δεν μας καταξιώνουν ως Θεολόγους. Με τη Χάρη του Θεού έχω πέντε πανεπιστημιακά διπλώματα, τρία πτυχία και δύο «Ντοκτορά», διδακτορικούς τίτλους, διδακτορικό Θεολογίας και Φιλοσοφίας - Ιστορίας, αυτά σε ξένο Πανεπιστήμιο.

 Γιατί τα είπα αυτά; Για να επαναλάβω αυτό που αρέσκομαι να λέγω συνήθως, ότι όλα αυτά, οι τίτλοι και τα πτυχία είναι μηδέν και κάτω του μηδενός, μηδέν και κάτω του μηδενός, ένα τίποτα. Εκείνο, το οποίο χρειάζομαι και μάλιστα ως Κληρικός, είναι μια αχτίδα της Χάριτος του Θεού. Λίγη Χάρη Θεού χρειάζομαι, για να ανταποκριθώ εις τις απαιτήσεις του διακονήματος και λειτουργήματός μου, και σ’ αυτό πιστεύω ότι θα συμφωνούν όλοι οι σεβαστοί συνάδελφοι εν Χριστώ, που είναι στο Άγιον Βήμα.


Έγινε, λοιπόν, μ’ αυτήν την Θεολογία συνεχιστής των Αγίων Πατέρων, ως Θεολόγος κατεξοχήν της παραδόσεως. 

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς εντάχθηκε σε μια σκυταλοδρομία του Αγίου Πνεύματος, η οποία αρχίζει με τους Αποστόλους, τους Αποστολικούς Πατέρες, με πρώτον τον Άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας, συνεχίζεται με τον Άγιο Ειρηναίο, με τον Άγιο Κυπριανό, φθάνει στο Μέγα Αθανάσιο, τους Καππαδόκες Πατέρες, τους Κυρίλλους, των Ιεροσολύμων και της Αλεξανδρείας, και συνεχίζεται αυτή η σκυταλοδρομία με τον Μάξιμο τον Ομολογητή, τον Μέγα Φώτιο τον 9ο αιώνα, για να κορυφωθεί τον 14ο αιώνα στον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και εν συνεχεία στους αγίους Κολλυβάδες Πατέρες, τους ησυχαστές του 18ου αιώνα.


Από την άλλη πλευρά, Φώτιος, Γρηγόριος Παλαμάς και Μάρκος Ευγενικός είναι στην ευθεία γραμμή της παραδόσεως, η οποία προέβαλε τους αγίους Πατέρες, την σκέψη τους και την βιοτή τους απέναντι στην αλλοτριωμένη και διεστραμμένη Δυτική Χριστιανοσύνη. Παρ’ όλα αυτά, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς -ο Θεός το επέτρεψε, για να τον δυναμώσει περισσότερο- έγινε και ομολογητής της πίστεως. Κατηγορήθηκε ως καινοτόμος και μάλιστα ως αιρετικός. Αυτή ήτανε η κρίση του 14ου αιώνος.

Μετά την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο (691/2) έχουμε τέτοια παραδείγματα μέσα στη ζωή της Εκκλησίας, από τα τέλη του 7ου αιώνος και εξής. Οι Άγιοι να θεωρούνται ως καινοτόμοι, οι Άγιοι να θεωρούνται ως αιρετικοί, διότι δεν συμφωνούσαν με μια πολιτική Θεολογία, η οποία είχε διαδοθεί, με Ιεράρχες και Θεολόγους, οι οποίοι προσπαθούσαν να τα έχουν καλά με την εξουσία, για να καρπούνται οφέλη γήινα και προσωρινά. Το 1343 εφυλακίσθη ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στη φυλακή των ανακτόρων και το 1344 καταδικάσθηκε σε ακοινωνησία! Σύνοδοι είχαν καταδικάσει παλαιότερα τον Ιερό Χρυσόστομο, (σκεφτείτε τον ιερό Χρυσόστομο!) δύο φορές σε εξορία, ώστε να πεθάνει στην εξορία. 


Ανάλογες Σύνοδοι κατεδίκασαν τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, γιατί δεν ήταν πρόθυμος να υπηρετήσει τα συμφέροντα των ισχυρών του εκκλησιαστικού χώρου και της πολιτείας. Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο, αγαπητοί αδελφοί, Σύνοδοι που θεωρούνται Ορθόδοξοι, να αθωώνουν τους ενόχους και να καταδικάζουν τους Αγίους. Αυτό το φαινόμενο, που σημαίνει διαστροφή της Παραδόσεως εκ μέρους των, που αποκαλύπτει την εκκοσμίκευση του εκκλησιαστικού χώρου, θα συνεχίζεται όσο υπάρχει η αμαρτία, και φοβερά αποστασία, μέσα στο ράσο. 

Έτσι, λοιπόν, -θα μου επιτρέψετε παρενθετικά- να προσθέσω κάτι: Συνήθως λέγουν κάποιοι, και δεν είναι άστοχο το ερώτημα, γιατί δεν συμμετέχουν και οι λαϊκοί, μέλη και αυτοί του Σώματος του Χριστού, εις τας Συνόδους της Εκκλησίας. Οι Άγιοι Πατέρες τα έχουν διατάξει κατά τέτοιο τρόπο, ώστε δεν χρειάζεται ούτε εμείς οι πρεσβύτεροι, ούτε οι λαϊκοί να συμμετέχουμε στις Συνόδους. Διότι τότε θα αρχίσει το ερώτημα: γιατί αυτός και όχι εγώ!

Ο Επίσκοπος μετέχει στη Σύνοδο, μεταφέροντας σ’ αυτήν αυτούσια τη γνώμη του ποιμνίου του. Όταν, λοιπόν, κάθε Επίσκοπος μέσα στη Σύνοδο εκφράζει την γνώμη της τοπικής του εκκλησίας, τότε συμμετέχει σ’ αυτήν, έμμεσα, και το πλήρωμά της. Φτάσαμε όμως σε καταστάσεις, αγαπητοί αδελφοί, που άλλη είναι η γνώμη του λαού, άλλη είναι η γνώμη των πρεσβυτέρων, του κλήρου του ευρυτέρου, άλλη είναι η γνώμη των Επισκόπων και τελικά άλλα αποφασίζουν οι Σύνοδοι. Αυτή είναι η κακοτυχία, η οποία μας δέρνει. Και θα μου επιτραπεί ταπεινά να υποβάλω γονυπετής, την παράκλησή μου στην Ιερά Σύνοδο. 

Ας πνεύσει και σ’ αυτήν ένας αέρας Πατερικός. Ας γίνει και στη Σύνοδό μας μία αναγέννηση, Πατερική όμως και Αποστολική και Προφητική. Κι ας ακούει τη φωνή του ποιμνίου -η Σύνοδος-, διότι θα έλθει εποχή, όπου οι αταξίες που συμβαίνουν στο πεζοδρόμιο καθημερινά, θα εισέλθουν και μέσα στην Εκκλησία. Μόλις ολοκληρωθεί ο σχεδιαζόμενος χωρισμός Εκκλησίας-Πολιτείας, με την πλέον αρνητική έννοια του όρου, τότε θα καταντήσουμε χειρότερα από τους Παλαιοημερολογίτες. Και αν δεν θελήσουμε με πρώτους τους Επισκόπους μας, τους οποίους σέβομαι απόλυτα, εάν δεν θελήσουμε να σωφρονισθούμε και να μην προκαλούμε τον λαό του Θεού, θα φθάσουμε σε φοβερές καταστάσεις στο χώρο τον εκκλησιαστικό. 

Δεν είμαι προφήτης, αλλά ο Θεός μου επέτρεψε να ασχολούμαι με την επιστήμη της Ιστορίας. Ο ιστορικός εργάζεται πάνω σε νομοτέλειες. Όχι λοιπόν με την διαίσθηση Προφήτου, διότι είμαι ακάθαρτος και ασήμαντος, αλλά με την διαίσθηση που μου δίνει ο χώρος της Ιστορίας, προβλέπω ότι εκεί θα καταλήξουμε. Κλείνω την παρένθεση.

Ο Άγιος Γρηγόριος απελευθερώθηκε το 1343 και από το 1347 μέχρι το 1359, μέχρι την κοίμησή του, διετέλεσε Αρχιεπίσκοπος Θεσ/κης. Το 1368, όπως είπα, η Σύνοδος του Πατριαρχείου για πρώτη φορά στην ιστορία επεμβαίνει για να διακηρύξει, όχι να αγιοποιήσει, -αυτά είναι φράγκικα, δεν έχουμε αγιοποίηση- αλλά επεμβαίνει η Σύνοδος να διακηρύξει την αγιότητά του, την υπάρχουσα και αποδεικνυομένη, όχι από τα βιβλία του, αλλά από τα θαύματά του.

 

Ο Θεσμός των Οικουμενικών Συνόδων


Μιλήσαμε όμως στον τίτλο για 9η Οικουμενική Σύνοδο. Ποια είναι η 9η Οικουμενική Σύνοδος, με την οποία θα συνδέσουμε την παρουσία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά; Είναι γνωστό από την Ιστορία, ότι έχουμε επίσημα επτά Οικουμενικές Συνόδους. Η Οικουμενική Σύνοδος είναι το ανώτερο κριτήριο της εκκλησιαστικότητος. Για μας τους ορθοδόξους υψίστη μορφή εκκλησιαστικού πολιτεύματος είναι η Οικουμενική Σύνοδος. Κορυφή μας δεν είναι ένας άνθρωπος, ένας Πάπας -εδώ είναι ουσιαστική η διαφορά μας με τον παπισμό. 

Οι Προτεστάντες τα κατήργησαν όλα, και είναι πιο έντιμοι από τους παπικούς. Είναι πιο έντιμοι, γιατί δε θέλησαν να κρατήσουν τίποτε από την παράδοση της Εκκλησίας και να το διαστρεβλώνουν. Ο Παπισμός όμως υποκατέστησε την Οικουμενική Σύνοδο με τον Πάπα και την έκανε όργανο του παπισμού την Οικουμενική Σύνοδο, θεραπαινίδα των παπικών σχεδίων.

Στην Ορθοδοξία υπάρχει και θα υπάρχει μέχρι τέλους της ιστορίας, ως ύψιστος θεσμός εις την ζωήν της, η Οικουμενική Σύνοδος. Η Οικουμενική Σύνοδος –οικουμενική σημαίνει Σύνοδος όλου του κράτους. Κατά τον όρο του Ξενοφώντος και στο Ελληνικό Βυζάντιο, στην Ελληνική, δηλαδή, Ρωμανία, η λέξη Οικουμένη, σημαίνει κατ’ ουσίαν το κράτος, οικουμενικός διδάσκαλος, οικουμενικοί πατέρες κ.ο.κ.-. Η Οικουμενική Σύνοδος, λοιπόν, είναι η Σύνοδος όλου του κράτους και αντιμετωπίζει τα μεγάλα προβλήματα της πίστεως και τάξεως της Εκκλησίας. 

Οι Οικουμενικές Σύνοδοι προϋποθέτουν κρίσεις εις το σώμα της Εκκλησίας, που σημαίνει ότι απειλείται η σωτηρία. Και τότε έρχεται ως στόμα της Εκκλησίας η Οικουμενική Σύνοδος, για να διακηρύξει, σε κάθε περίπτωση, την σώζουσα Αλήθεια, σύμφωνα με τους Πατέρες, τους Αποστόλους, τους Προφήτες και τις Μητέρες όλων των αιώνων. Έχουμε επί παραδείγματι την 1η και την 2α Οικ. Σύνοδο, 325 και 381, οι οποίες ασχολήθηκαν με το πρόβλημα, τη μάστιγα καλύτερα, του Αρειανισμού και το Τριαδολογικό πρόβλημα. 

Έχουμε, λοιπόν, το 381 την ομολογία της πίστεως που είναι το «Πιστεύω», το οποίο απαγγέλλουμε στην Θ. Λειτουργία και σε πολλές άλλες ακολουθίες. Το «Πιστεύω» είναι η ομολογία της πίστεως που σώζει, που οδηγεί στη θέωση, με βάση τις αιρέσεις που προέκυψαν από τον Αρειανισμό. Δεν είναι ολόκληρη η πίστις της Εκκλησίας.

Την περασμένη Κυριακή -πιστεύω ότι κι εδώ, όπως και σε όλη την Ορθοδοξία- ανεγνώσθη ένα μέρος του Συνοδικού της Ορθοδοξίας. Το Συνοδικόν είναι η συνέχεια του Συμβόλου της πίστεως. Άρχισε να συντάσσεται στην Σύνοδο του 843, που έγινε η αναστήλωση των αγίων Εικόνων, και ολοκληρώθηκε τον 14ον αι., στην εποχή του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, περιλαμβάνοντας και όλες τις μεταγενέστερες, μετά το 843, αιρέσεις. Το Συνοδικόν της Ορθοδοξίας είναι προέκταση, επέκταση του Συμβόλου της Πίστεως. 

Ο μακαρίτης ο Κοραής, ο οποίος θέλησε να διαμορφώσει όλον τον ελληνικό βίο, έλεγε: «Δέχομαι το Σύμβολο της Πίστεως, άρα είμαι Ορθόδοξος»! Αλλά και οι Προτεστάντες και οι παπικοί, έστω με την μικρή αλλαγή, που έχει μεγάλη σημασία βέβαια, του Filioque, το ίδιο Σύμβολο δέχονται. 

Εκείνο που χαρακτηρίζει την Ορθοδοξία είναι η συνέχεια του Συμβόλου της Πίστεως, και σ’ αυτήν ανήκει το κείμενο του Συνοδικού της Ορθοδοξίας.

Από την 3η μέχρι την 7η Οικ. Σύνοδο, μέχρι το 787, έχουμε αντιμετώπιση από τους Αγίους μας του Χριστολογικού προβλήματος. Είναι οι σχέσεις των δύο φύσεων, ανθρωπίνης και θείας εις Χριστόν, των δύο ενεργειών, θείας και ανθρωπίνης και των δύο θελήσεων, με κορύφωση εις το πρόβλημα του εικονισμού του Θείου Λόγου. Αν είναι δυνατόν ο Θεός Λόγος, που εσαρκώθη «δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν», αν είναι δυνατόν να εικονισθεί. Έχουμε μία σύγκρουση μεταξύ του ελληνικού πνεύματος που δέχεται τον εικονισμό, και του ασιατικού πνεύματος, με όλα τα παρακλάδια του που αρνείται αυτόν τον εικονισμό, ήδη στην Παλαιά Διαθήκη.

Και η απόφαση, η διακήρυξη καλύτερα των Αγίων Πατέρων (7η Οικ. Σύνοδος και Σύνοδος του 843) είναι ότι, αφού ο Θεός Λόγος προσέλαβε τον άνθρωπο ολόκληρο, ψυχή και σώμα, και έχουμε εν Χριστώ τέλειον άνθρωπον και τέλειον Θεόν, εικονίζεται ο Θείος Λόγος, κατά την ανθρώπινη φύση Του. Και έτσι μπορούμε να έχουμε τον Ιησούν Χριστόν σε εικόνες και να προσκυνούμε δια της ανθρωπίνης φύσεως, την θεότητα του Ιησού Χριστού. Αυτό είναι τεράστιο επίτευγμα της Εκκλησίας, αλλά και του ελληνικού πνεύματος, το οποίο προσέφερε και αυτό την παράδοσή του, για να εκφρασθεί, να ενισχυθεί και να κηρυχθεί σε όλο τον κόσμο η Ορθοδοξία.


Εάν είχαμε τον Ιησούν Χριστόν σήμερα, (βέβαια Εκείνος επέλεξε το πότε θα ήρχετο μέσα στην Ιστορία ως Θεάνθρωπος), εάν ο Ιησούς Χριστός κυκλοφορούσε ανάμεσά μας σήμερα, θα μπορούσαμε με μία κινηματογραφική μηχανή ή με μία φωτογραφική μηχανή να αποτυπώσουμε την μορφή του, όπως θα φαινόταν ο ίδιος ανάμεσά μας. Αυτό είναι τεράστια νίκη, επαναλαμβάνω, της Ορθοδοξίας και η λύσις του Χριστολογικού προβλήματος.


Υπάρχει όμως και η 8η Οικ. Σύνοδος. Είναι η Σύνοδος του 879, επί Μ. Φωτίου. Ο γνωστός δογματολόγος και δάσκαλός μας, ο Ιωάννης Καρμίρης, στην Θεολογική Σχολή Αθηνών, έλεγε ότι η Σύνοδος του 879 επί Μ. Φωτίου, είναι η τελευταία προ του Σχίσματος Γενική Σύνοδος της Αρχαίας Εκκλησίας, με όλα τα γνωρίσματα Οικ. Συνόδου. Η Σύνοδος αυτή καταδικάζει την δυτική αλλοτρίωση εις την διατύπωση του Filioque, της εκπορεύσεως δηλαδή του Αγίου Πνεύματος, όχι μόνο από τον Πατέρα, όπως ο Χριστός μας το λέει στο 15,26 του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου -«ό παρά του Πατρός εκπορεύεται»- αλλά και «εκ του Υιού».

Θα μου επιτρέψετε, μιλώντας για θεολογικά θέματα να πω ότι είναι υπόθεση όχι επαγγελματιών της Θεολογίας, αλλά είναι υπόθεση όλου του Σώματος, όπως η πίστις μας τον 19ο αι. ήταν υπόθεση και του αγραμμάτου –σχολικά- Μακρυγιάννη. Χριστιανός Ορθόδοξος, ο οποίος δεν ζητεί να ενημερωθεί και να κατανοήσει τα προβλήματα της πίστεως, δεν είναι Ορθόδοξος. 

Γι’ αυτό διάφοροι χώροι που παρουσιάζονται ως Ορθόδοξοι από τον 19ο αι. μέχρι σήμερα, ασχολούνται με ηθικολογικά, με ηθικιστικά προβλήματα και νομίζουν ότι η ενασχόληση με τα δογματικά, -λόγω των σφαλμάτων του Μακράκη- θα οδηγήσει σε παρεκτροπές. Όχι αδελφοί μου, με ταπείνωση, με φόβο Θεού και με την στήριξη των Γερόντων, των πνευματικών μας, πρέπει να επιδιώκουμε να κατανοήσουμε τα θεολογικά προβλήματα και τη σημασία τους. 

Γιατί τα λέω αυτά;

Κάποτε ένας καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, το 1981 σε ένα συνέδριο (αιωνία του η μνήμη) μου λέει: «Μα είναι δυνατόν να ερίζουμε, να φιλονικούμε με τους Δυτικούς χριστιανούς για μία λεξούλα; (για το Filioque). Και τότε ο παπα-Γιώργης –ο Θεός φώτισε– του είπα ένα επιχείρημα που το κηρύσσω μέχρι σήμερα. Λέω, πως υπάρχει μία φρασούλα που λέγεται βλασφημία. Βλασφημούμε τον Θεόν, τον Χριστόν μας, την Παναγία και πολλά άλλα πρόσωπα της εκκλησιαστικής μας πίστεως. Ο αιρετικός, έστω και με μία φράση, εκτοξεύει συνεχώς βλασφημία κατά του Θεού. 

Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, έστω και σε ατελείς Θ. Λειτουργίες να μετέχουμε με τους αιρετικούς, όταν αυτό που λέγουν, αυτό που διδάσκουν, ο παπισμός, το πρωτείον, το αλάθητον, είναι εκτόξευση «κατά ριπάς» βλασφημιών εναντίον του Θεού; Εμείς με τους λόγους των Αγίων μας, χωρίς να ισχυρίζομαι ότι εμείς είμαστε καλύτεροι ως άνθρωποι, αλλά με τους λόγους των Αγίων μας υμνούμε θεαρέστως τον Θεόν. Εκείνοι με τα λόγια των Παπών και των ψευδοσυνόδων τους βλασφημούν συνεχώς τον Θεό. 

Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, να υπάρξει κοινωνία; Καταλαβαίνετε τη σημασία και μιας μικρής λέξεως ακόμη. Αν το σκεφθείτε έτσι, ότι κάθε αιρετική παρέκκλιση είναι βλασφημία κατά του Θεού, θα καταλάβετε, γιατί οι Άγιοι Πατέρες τρέμουν κυριολεκτικά, όταν ακούνε τα λόγια των αιρετικών. Εμείς έχουμε φθάσει, μιλώ για τον εαυτό μου, σε τέτοια αναισθησία, ώστε ακούμε συνεχώς να βλασφημείται ο Θεός και δε μας ενδιαφέρει καθόλου. Είναι θάνατος πνευματικός, νάρκωση πνευματική!

Η 8η Οικ. Σύνοδος είναι η σύνοδος του 879, η οποία καταδικάζει το Filioque, την προσθήκη της φράσεως αυτής εις το Σύμβολον και κυρίως εκείνους που εισήγαγαν στο Σύμβολον αυτή την προσθήκη, δηλαδή τον φραγκικό κόσμο και την ηγεσία του.

 

Η Διασταση Ανατολής και Δύσεως


Υπάρχει όμως και η 9η Οικ. Σύνοδος. Είναι οι Σύνοδοι της περιόδου της εκρήξεως του προβλήματος που αφορούσε στον ησυχασμό. Δεν είναι «ησυχαστικές έριδες», οι Φράγκοι μας μάθανε να τις λέμε ησυχαστικές έριδες. Είναι η έκρηξη της αντιστάσεως των ησυχαστών, των Ορθοδόξων δηλαδή, απέναντι στις παπικές και σχολαστικές προκλήσεις.

Είναι οι Σύνοδοι του 1341, του 1347, του 1351, με κατακλείδα την Σύνοδο που ανέφερα πριν, του 1368. Η αφορμή εδόθηκε από τα προβλήματα, τα οποία δημιούργησε η σύγκρουση των δύο παραδόσεων, της Ανατολής και της Δύσεως. Επίσης σχολαστικοί του Βυζαντίου, της Ρωμανίας, λατινίζοντες, ρίχνουν λάδι στη φωτιά. Εκείνα όμως τα πρόσωπα, τα οποία ηγούνται, στην διασπορά πλανών εις την Ορθοδοξο Ανατολή είναι, όπως ξέρετε, ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός και ο Γρηγόριος Ακίνδυνος ή Πολυκίνδυνος, όπως τον έλεγαν, ο μαθητής του.

Ο Βαρλαάμ και ο Ακίνδυνος αλλά και οι άλλοι οπαδοί τους, μετέφεραν την δυτική αλλοτρίωση στην Ανατολή. Ήδη στη Δύση είχε διαμορφωθεί ένας άλλος Χριστιανισμός, είχε αλλάξει η ουσία του Χριστιανισμού με την εκκοσμίκευση του Χριστιανισμού στη Δύση, η οποία εκκοσμίκευση σαρκώνεται και κορυφώνεται στην δημιουργία του παπικού κράτους.

Εμείς σήμερα, με ποιόν Πάπα μιλούμε; Με τον Πάπα επίσκοπο, έστω και super επίσκοπο, όπως θέλει να ονομάζεται, -γενικός επίσκοπος υπεράνω όλων των επισκόπων- ή με τον Πάπα βασιλέα και αυτοκράτορα και αρχηγό κράτους; Διερωτώμαι αυτοί που διεξάγουν τέτοιους διαλόγους, πότε θα το συνειδητοποιήσουν; Δύο τινά συμβαίνουν. Ή δεν μπορούν να τα καταλάβουν τα προβλήματα –κάτι που δεν θέλω να πιστέψω, γιατί διαθέτουν λογικό καλύτερο από το δικό μου,– η αδιαφορούν και τα θεωρούν όλα αυτά άνευ σημασίας, ασχολούμενοι με κοινωνικά, με πολιτικά και διπλωματικά θέματα.

Η Δύση και όλος ο Χριστιανισμός είχε αλλοτριωθεί σε σημείο που να λέγει ο Ντοστογιέφσκυ, δύο φορές, εις τους αδελφούς Καραμάζωφ και εις τον Ηλίθιον: Με τον άθεο, -ήταν η εποχή της άθεης ιντελιγκέντσιας εις την Ρωσία- με τους αθέους μπορώ να μιλήσω, διότι ξέρω που κινείται η σκέψη τους και ο λόγος τους, τι πιστεύουν και τι δεν πιστεύουν. Με τον παπισμό δεν μπορώ να μιλήσω, διότι ο παπισμός μου δίνει αλλοτριωμένη πίστη, «μου δίνει Χριστό που δεν υπάρχει, μου δίνει τον Αντίχριστο». Αυτό το λέγει ο Φιοντόρ, ο Θεόδωρος, δηλαδή, Ντοστογιέφσκι.

Έτσι λοιπόν η Δύσις εισάγει ό,τι εισάγει, χτυπώντας την καρδιά της Ορθοδοξίας που είναι ο ησυχασμός. Ο ησυχασμός ως άσκηση, ως πρακτική πνευματικότητος, συνοδεύει τον άνθρωπο από την αρχή της Δημιουργίας. Η επιστροφή των Πρωτοπλάστων γίνεται μέσω της πνευματικής ζωής, όπως και η πτώσις τους ήταν καρπός της αρνήσεως της πνευματικής, της αγιοπνευματικής, καλύτερα, ζωής. Ο ησυχασμός με την κάθαρση της καρδιάς, τον φωτισμό της καρδιάς από την Χάρη του Θεού, την άκτιστη, και με την θέωση, ανατρέπει την πλάνη, την αμαρτία μας, ανατρέπει την τραγικότητά μας. 

Η θεολογική ταυτότητα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, είναι ο ησυχασμός. Συνεχίζει και επανεκφράζει την πατερικότητα, αλλά κυρίως ο Άγιος Γρηγόριος αντελήφθη την αλλοτρίωση της Δύσεως. Μία Δύση που οι σχολαστικοί οι δικοί μας την ήθελαν και τότε ως συνομιλητή και συνοδοιπόρο.

 

Η Θεολογία της Θεώσεως


Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σ’ αυτό το σημείο, συνεχίζει τον Μ. Φώτιο. Ο πρώτος που αντελήφθη την αλλοτρίωση του Δυτικού Χριστιανισμού, -ότι είναι κάτι άλλο, αλλά όχι Χριστιανισμός των Αγίων Πατέρων- ήταν ο Άγιος Φώτιος, με το περίφημο έργο του «Περί της μυσταγωγίας του Αγίου Πνεύματος», που είναι πηγή μέχρι σήμερα εις την διδασκαλία και στα συγγράμματα όλων των θεολόγων μας περί Αγίου Πνεύματος. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ανοίγει περισσότερο τον δρόμο. Είχε δε τις προκλήσεις του Καλαβρού Βαρλαάμ, ώστε να συλλάβει την πλήρη αλλοτρίωση της Δυτικής Θεολογίας. 

Ποια είναι η ουσία της διδασκαλίας του Αγίου Γρηγορίου, που είναι η συνέχεια της πατερικότητος; Ανακεφαλαιώνει τους Αγίους Πατέρες όλων των εποχών ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και επαναδιατυπώνει και επανεκφράζει την πίστη με τα μέσα, που του έδιδε η εποχή του. 

Την ίδια Ορθοδοξία εκφράζει και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, με τη δική του γλώσσα, με τον δικό του τρόπο, μένοντας όμως πιστός στην θεολογική ομολογία των πατέρων του 4ου, του 5ου κ.ο.κ αιώνος. Δέχεται πρώτον την διάκριση ουσίας και ενέργειας εις τον Θεόν, την ονομάζει «διάκρισιν θεοπρεπή και απόρρητο», που είναι η προϋπόθεση της θεώσεως.

Εάν αρνηθούμε, όπως ο σχολαστικισμός, η θεολογία του παπισμού δηλαδή, την διάκριση ουσίας και ενέργειας, μένει μετέωρον το θέμα της θεώσεως. Πώς θεούμεθα; Ο σκοπός, ο απόλυτος σκοπός και προορισμός κάθε ανθρώπου, όχι μόνο των χριστιανών, είναι η θέωση. Κάθε άνθρωπος να φτάσει στη θέωση. «Ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄ Τιμ. 2, 4).

 Η «επίγνωση της αληθείας» είναι η θέωση. Να ενωθούμε με την άκτιστη Χάρη τού Θεού. Με την ουσία του Θεού δεν υπάρχει δυνατότητα ενώσεως. Υπερβαίνει πάσα κατάληψη η ουσία του Θεού. Ενούμεθα με την άκτιστη Χάρη και ενέργεια του Θεού, οπότε, αν δεν υπάρχει αυτή η ενέργεια, αλλά η ενέργεια είναι κτιστή, - η μεγαλύτερη βλασφημία μετά το Filioque είναι η παραδοχή κτιστής χάριτος, κτιστής ενέργειας εις τον Θεόν-, δεν είναι δυνατή η σωτηρία.

Κτιστή ενέργεια σημαίνει, έχει αρχή και τέλος. Πώς θα σε σώσει κάτι που έχει αρχή και τέλος; Η ενέργεια της Αγίας Τριάδος, ούτε αρχή έχει, ούτε τέλος. Είναι άναρχη και ατελεύτητη, όπως η ουσία του Θεού. Αφού, λοιπόν, την ουσία δεν μπορούμε να την δεχτούμε -την ουσία του Θεού-, δεχόμεθα την ενέργειά Του. Χάρις, ενέργεια, Βασιλεία, δύναμις, η Βασιλεία των ουρανών, όλα αυτά σημαίνουν την άκτιστη ενέργεια που εκπορεύεται από την Αγία Τριάδα.

Σε κάποιο έργο που προέρχεται από τον ησυχαστικό κύκλο, επιτρέψτε μου αυτή τη στιγμή να ομολογήσω την αδυναμία μου να πω αν είναι του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ή όχι (αλλά δεν έχει καμιά σημασία, ίσως ανήκει στον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά), αποσαφηνίζεται πώς βλέπει τον Θεό η Δύση, ο παπισμός. Βλέπει τον Θεό ως έναν δίσκο ηλιακό, που βρίσκεται στον ουρανό, αλλά οι ακτίνες του δεν φτάνουν στην γη. Τότε ή υπάρχει ο ήλιος ή δεν υπάρχει είναι το ίδιο πράγμα. Δεν μας ζεσταίνει, δεν μας ζωογονεί, αφού οι ακτίνες του δεν φτάνουν εις τον κόσμον. 

Ο Θεός της Ορθοδοξίας, των Αγίων Πατέρων, είναι ένας ήλιος που στέλνει τις ακτίνες του και ζωογονεί τη γη, και όλη την κτίση, αγιοπνευματικά. Οπότε από τα διάφορα υπόγεια, από την αμαρτία μας, από την πτώση μας, σπεύδουμε να ανεβούμε στην επιφάνεια του εδάφους, για να δεχθούμε τις ζωογόνες ακτίνες, όχι του φυσικού ηλίου, αλλά του υπερφυσικού Ηλίου, του Ηλίου της Δικαιοσύνης.

Γι’ αυτό έφτασε η Δύση από τον Deismus, στον «θάνατο του Θεού». Deismus τι σημαίνει; Θεός, Δημιουργός, αλλά όχι κυβερνήτης του κόσμου. Deus creator, sed non gubernator. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός είτε υπάρχει, είτε δεν υπάρχει, δεν έχει καμία σημασία. Γι’ αυτό ασχολείται η Δύση με κοινωνικά, με ηθικά προβλήματα. 

Όχι ότι δεν τα συμμεριζόμεθα κι εμείς, αλλά δεν είναι η κύρια προτεραιότητα της πίστεώς μας. Αυτοί ασχολούνται με τα αποτελέσματα, χωρίς να αναζητούν τις ρίζες, την ουσία. Η Δύση, λοιπόν, έφτασε από τον Deismus, εις τον θάνατον του Θεού. Στην δεκαετία του 1950 στην Αμερική και μετά στην Ευρώπη ο θεολογικός κόσμος μιλεί για τον «θάνατο του Θεού» και για την θεολογία «μετά τον θάνατο του Θεού». 

Τι σημαίνει θάνατος του Θεού; Δεν σημαίνει ότι ο Θεός καθ’ εαυτόν πεθαίνει. Δεν τους απασχολεί, γιατί ή υπάρχει ή δεν υπάρχει ο Θεός δεν λέει τίποτε γι’ αυτούς. Θάνατος του Θεού σημαίνει ότι ο Θεός δεν έχει καμιά σχέση με τη ζωή μας. Ο Θεός δεν μπορεί να μας σώσει. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, όχι μόνο βλασφημία, πόση ανοησία κρύβει αυτή η πορεία. 

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, μιλώντας για τη διάκριση ουσίας και ενεργείας, όπως ο Μ. Βασίλειος και οι λοιποί Άγιοι Πατέρες, σώζει την Πίστη και την δυναμική της συγχρόνως εις την θέωση του ανθρώπου. Μιλεί, επίσης, για την ουσία του Θαβωρίου Φωτός. Στην συζήτηση με τους σχολαστικούς και τον Βαρλαάμ ετέθη το θέμα του Θαβωρίου Φωτός. 


Τι φως είναι; κτιστό ή άκτιστο; Ο Άγιος Γρηγόριος μας λέγει ότι και στο Σινά και στο Θαβώρ και στην Πεντηκοστή έχουμε την άκτιστη ενέργεια του Θεού ως άκτιστο φως. Η αίρεση είναι που προκαλεί όλα αυτά τα προβλήματα. Ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός εχαρακτηρίζετο σοφός. Είχε σπουδάσει στην Ρώμη μαθηματικά, φιλοσοφία. Ήταν ουμανιστής. ανθρωπιστής. 

Για να καταλάβετε αυτό το θέμα, παραπέμπω σε μια πρόσφατη μελέτη του αγαπητού αδελφού και συναγωνιστού, του πατρός Θεοδώρου Ζήση, Καθηγητού στην Θεσσαλονίκη (είναι και αυτός τώρα ομότιμος όπως και ο ομιλών αυτή τη στιγμή) εις τον Ορθόδοξον Τύπον. Σε τρεις συνέχειες αναλύει το αν ο Μέγας Φώτιος ήταν ανθρωπιστής, όπως διάφοροι φιλοσοφούντες θέλουν να τον παρουσιάσουν. Δεν θα επιμείνω περισσότερο γιατί θέλω να ολοκληρώσω αυτές τις σκέψεις.

Ήρθε, λοιπόν, ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός από τη Μεγάλη Ελλάδα, την Καλαβρία. Ήρθε και έγινε καθηγητής εις την Κων/πολη. Δέχτηκε μεγάλες τιμές. Μάλιστα εξεπροσώπησε την Ορθοδοξία σε μια Σύνοδο στις αρχές του 14ου αι. εις την Avinion της Γαλλίας, όπου οι πάπες μέσα στις συγκρούσεις τους ήταν εξόριστοι. Ο Παλαμάς διέγνωσε αμέσως τον αιρετικό τρόπο σκέψεως του Βαρλαάμ. 

Κάποιος μοναχός, για να καταλάβετε τι σημαίνει Άγιος και Πατέρας της Εκκλησίας, κάποιος μοναχός έδωσε στον Άγιο Γρηγόριο ένα κείμενο περί Αγίου Πνεύματος, κατά του filioque, το οποίο είχε γράψει ο Βαρλαάμ. Και όλοι πίστευαν ότι είναι η κορυφή της Ορθοδόξου πίστεως και παραδόσεως. Μόλις διάβασε λίγες γραμμές ο Άγιος Γρηγόριος λέει «είναι αιρετικό το κείμενο». Έκανε τον αντιπαπικό ο Βαρλαάμ, αλλά η μέθοδος την οποία ακολουθούσε προέδιδε την εξάρτησή του από την πτώση του παπισμού, από την σχολαστική φιλοσοφία. Διότι η σκέψη του στηρίζονταν σε συλλογισμούς ανθρωπίνους και όχι στην αποκάλυψη του Θεού δια του Ιησού Χριστού στην Παλαιά και Καινή Διαθήκη και στους Πατέρες της Εκκλησίας. Η φιλοσοφία, λοιπόν, για τον Βαρλαάμ είχε λυτρωτική σημασία, λυτρωτικό χαρακτήρα, και ζητούσε ούτε λίγο ούτε πολύ την εκφιλοσόφηση της πίστεως. 

Έπρεπε δηλαδή, έλεγε ο Βαρλαάμ, να γίνει κανείς φιλόσοφος, για να μπορέσει να σωθεί. Ένας «ελιτισμός» στον χώρο της πίστεως, στον χώρο της σωτηριολογίας. Ο Άγιος Γρηγόριος απαντούσε ότι ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι, είτε ξέρουμε γράμματα, είτε δεν ξέρουμε. Έχουμε μια άλλη παιδεία μέσα στην καρδιά μας, την παιδεία και την νουθεσίαν του Θεού. Και δεν στηριζόμαστε στα ανθρώπινα γράμματα. Τώρα κατανοείτε γιατί κατεδίκασα όλα τα πτυχία που με την χάρη του Θεού μπόρεσα να αποκτήσω. Μηδέν και κάτω του μηδενός εις την σωτηρία.

 Η Χάρις του Θεού και το άνοιγμα της καρδιάς σ’ αυτή τη Χάρη είναι η δυνατότητα της σωτηρίας μας και όχι τα γράμματα. Όχι η επίδειξη γνώσεων. Όλα αυτά μπορούν να ωφελήσουν σε πρακτικά θέματα, να κηρύξεις καλύτερα, να χρησιμοποιήσεις μια υψηλότερη γλώσσα, αλλά τις περισσότερες φορές, τα προσόντα αυτά τα κοσμικά γίνονται η αφορμή της πτώσεώς μας. Διότι «φυσιούται» ο άνθρωπος. Αποκτά ο άνθρωπος έπαρση, στηριζόμενος εις τις γήινες γνώσεις του.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στη συνέχεια γίνεται υπερασπιστής του μοναχισμού, του μοναχισμού της πατερικής παραδόσεως, τον οποίον πολεμούσε ο Βαρλαάμ. Ξέρετε η Δύση είχε χάσει τον αυθεντικό μοναχισμό, όπως είχε χάσει και την αληθινή θεολόγηση. Η αληθινή θεολόγηση περνάει μέσα από την ασκητική πραγματικότητα και πράξη, δηλαδή η Θεολογία είναι καρπός ασκήσεως, ανοίγματος του ανθρώπου στην Χάρη του Θεού. 

Η Θεολογία δεν είναι υπόθεση διανοητική. Όταν σπούδαζα στη Δύση, έμαθα την φράση «lavoro da tavolino», εργασία του τραπεζιού, του γραφείου. Δεν είναι αυτή η Θεολογία. Η Θεολογία γεννιέται μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, με τον φωτισμό του ανθρώπου από την Χάρη του Θεού. Διαφορετικά συντάσσουμε ωραία κείμενα, τα οποία όμως δεν μπορούν να μας οδηγήσουν στην Θεολογία, διότι δεν είναι καρπός αγιοπνευματικής εμπειρίας.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στη συνέχεια είναι ο Θεολόγος της Θείας Χάριτος. Η Χάρις του Θεού, λέγει, είναι άκτιστη, δεν είναι δημιουργημένη χάρις, κτιστή χάρις, gratia creata. Οι θεούμενοι είναι οι αυθεντίες και όχι τα κείμενα. Αυτό το είχε υποστηρίξει πρώτον ένας μικρασιάτης Θεολόγος, Πατέρας της Εκκλησίας στο κέντρον της Ευρώπης, στο Λούγδουνον, την Λυών, ο Άγιος Ειρηναίος, τον 2ο αι. Ότι αυθεντίες στην Εκκλησία δεν είναι τα κείμενα, αλλά είναι ο θεούμενος, ο άγιος. Αυτός είναι αυθεντία. Ο προφήτης, ο Απόστολος, ο Πατέρας και η Μητέρα όλων των αιώνων. Αυτός που φτάνει στην θέωση. 

Οι θεολόγοι της Εκκλησίας, λοιπόν, είναι οι θεόπτες, είναι οι προφήτες που ονομάζονται στην Παλαιά Διαθήκη «Ροέ» από το εβραϊκό ρήμα «ραά» (αυτό δεν είναι επίδειξη, είναι γνωστότατο). Το ρήμα «ραά» σημαίνει βλέπω. Προφήτες είναι οι βλέποντες. Τι βλέπουν; Την Χάρη του Θεού, την άκτιστη. (Έχει ένα σπουδαίο βιβλίο ο σεβαστός και αγαπητός συναγωνιστής, ο π. Ιερόθος Βλάχος, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου: «Οι βλέποντες»). 

Έτσι, λοιπόν, οι Θεολόγοι είναι οι θεόπτες. Οι Θεολόγοι είναι αυτοί που βλέπουν το άκτιστο φως, αυτοί που φθάνουν εις την θεοπτίαν. Και κάτι άλλο. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σε αντίθεση με τον Βαρλαάμ, ο οποίος ζητούσε την εκφιλοσόφηση της πίστεως και τόνιζε ιδιαίτερα τις φιλοσοφικές γνώσεις του ανθρώπου ως παράγοντα σωτηριολογίας, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ιεραρχεί την σοφία-παιδεία. Έχουμε, διδάσκει, την θύραθεν, την κοσμική σοφία-παιδεία που παίρνουμε στα σχολεία, και την εσωτερική σοφία-παιδεία που παίρνουμε μέσα από τον πνευματικό αγώνα. 

Οπότε, λοιπόν, αυτό περνάει στο Συνοδικόν της Ορθοδοξίας εξ αφορμής του Ιωάννου του Ιταλού και άλλων νοθευτών της πίστεως. Είναι το περίφημο εκείνο: «τοις τα ελληνικά διεξιούσι μαθήματα, ου προς παίδευσιν μόνον, αλλά και ταις ματαίαις αυτών γνώμαις επομένοις και ως αληθέσι πιστεύουσι, ανάθεμα»! Το ανάθεμα δεν είναι, όπως νομίζουν πολλοί, κατάρα. Το ανάθεμα σημαίνει χωρισμός. Οι αναθεματιζόμενοι δεν ανήκουν στο Σώμα του Χριστού και ορθά πρέπει να εκφωνείται «πάσι τοις αιρετικοίς ανάθεμα». Τα γράμματα, δηλαδή, δεν μας σώζουν. Το πρόβλημα είναι να μελετάς φυσική, αστροφυσική, και να νομίζεις ότι αυτό μπορεί να σε σώσει. Άλλο η εκπαίδευση του ανθρώπου, (αυτά καθορίζονται από τον Γρηγόριον τον Θεολόγον τον 4ο αιώνα) και άλλο το θέμα της σωτηρίας, της αιωνιότητός μας. 

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διακρίνει δύο σοφίες, δύο γνώσεις. Όπως και όλοι όσοι ακολουθούν την παράδοση από τον Απόστολο Παύλο και τον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο μέχρι τον Ευγένιο Βούλγαρη. 


Δέχεται ότι η Αποκάλυψις είναι υπέρ κατάληψιν. Δέχεται ότι η Αποκάλυψις του Θεού είναι ο Αληθινός Λόγος του Θεού. Θα σάς πω δε κάτι που κάποιους θα τους ξενίσει. Εμείς λέμε συνήθως η Βίβλος, η Αγία Γραφή περιέχει το Λόγο του Θεού. Δεν είναι η Βίβλος ο Λόγος του Θεού, αλλά είναι καταγραφή της Αποκαλύψεως του Θεού στην καρδιά των Αγίων, των Προφητών και των Αποστόλων. Ο Θεός δεν επικοινωνεί με γλώσσα ανθρώπινη.

 Ο Θεός δεν επικοινωνεί με κείμενα. Ο Θεός επικοινωνεί, εισερχόμενος δια του Ακτίστου Φωτός Του μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, ο οποίος φθάνει να γίνει δεκτικός της Χάριτος του Θεού. Επομένως η Βίβλος δεν είναι ο Λόγος του Θεού καθεαυτόν, είναι «λόγος περί του Λόγου του Θεού». Προηγείται η Αποκάλυψη της καταγραφής της, του γράμματος, της Βίβλου. Πιστεύω να έγινα κατανοητός. 

Εκεί μας οδηγεί ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Εμείς μιλούμε συνεχώς για την Γραφή ως τον Λόγον του Θεού. Είναι «λόγος για τον Λόγο του Θεού». Ο Λόγος του Θεού είναι η φανέρωση της Χάριτος του Θεού μέσα στην καρδιά των Προφητών, των Αποστόλων και όλων των Αγίων.

 

Η Μέλλουσα Πανορθόδοξος Σύνοδος

Αγαπητοί αδελφοί, οι Σύνοδοι του 14ου αιώνος διατυπώνουν την θεολογία περί της Θείας Χάριτος. Η Ορθόδοξη Παράδοση δέχεται αυτές τις Συνόδους ως 9η Οικουμενική και πανορθόδοξα γίνεται αυτό αποδεκτό από γνωστούς Θεολόγους. Διότι και η Σύνοδος αυτή, όπως και η 8η το 879, διαφοροποιούν ριζικά την ορθόδοξη Εκκλησία, στην πατερική συνέχειά της, από τον χριστιανισμό της Δύσεως. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, λοιπόν, με την θεολογία του, καρπό της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος μέσα στην φωτισμένη από το Άγιο Πνεύμα καρδιά του, είναι ο Πατέρας της 9ης Οικουμενικής Συνόδου.

Ένα επίκαιρο ερώτημα είναι: Η μέλλουσα να συνέλθει πανορθόδοξος Σύνοδος τι θα κάνει; Ετοιμάζεται αυτή η Σύνοδος, για να μας οδηγήσει, όπως διαβάζουμε και όπως βλέπουμε, στην αποδοχή του παπισμού και του Προτεσταντισμού ως αυθεντικών χριστιανισμών. Αυτό είναι το τραγικό. Εύχομαι να μη γίνει ποτέ. Αλλά εκεί οδηγούνται τα πράγματα. 

Εάν, λοιπόν, συνέλθει η Πανορθόδοξος Σύνοδος, που θα έχει τον χαρακτήρα για μας Οικουμενικής Συνόδου, εάν συνέλθει και δεν δεχθεί μεταξύ των Οικουμενικών Συνόδων την 8η και την 9η, θα είναι ψευδοσύνοδος. Όπως η Σύνοδος Φεράρας-Φλωρεντίας.

Και τότε επεβλήθη από κάποιους δεσποτάδες Ανατολικούς και Δυτικούς, επεβλήθη η Σύνοδος Φεράρας-Φλωρεντίας, αλλά ήταν αρκετή η αντίσταση εν Αγίω Πνεύματι κάποιων κορυφών της παραδόσεώς μας, όπως ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ώστε τελικά να χαρακτηριστεί ψευδοσύνοδος. Αιρετική Σύνοδος, αποτυχημένη Σύνοδος, η Σύνοδος Φεράρας-Φλωρεντίας.

Η μέλλουσα να συνέλθει, λοιπόν, Πανορθόδοξος Σύνοδος θα κριθεί σ’ αυτό το σημείο. Εάν παρακάμψει αυτές τις δύο Συνόδους που τοποθετούν την Ορθοδοξία απέναντι στον Δυτικό χριστιανισμό. Εκεί είναι το κρίσιμο ερώτημα. Αυτοί θέλουν να παρουσιάσουν την ενότητα, ότι ο Δυτικός Χριστιανισμός είναι παράλληλη μορφή της Ορθοδοξίας των Αγίων Πατέρων. Εκεί κάποιοι εργάζονται, προς τα εκεί κάποιοι θέλουν να οδηγήσουν. Ο Θεός όμως είναι πάνω από όλους μας.

Ένα ψευδοεπιχείρημα, λοιπόν, που κυκλοφορείται στο χώρο της δικής μας Θεολογίας, της Ακαδημαϊκής Θεολογίας, είναι ότι ουδεμία Οικουμενική Σύνοδος κατεδίκασε τον Δυτικό Χριστιανισμό. Και όμως έχουμε δύο Οικουμενικές Συνόδους, του 879 και εκείνης του 14ου αιώνος, που διαφοροποιούν την Ορθοδοξία από τον Δυτικό Χριστιανισμό.

Είναι τραγικό! Δεν επιχαίρω, ούτε θριαμβολογώ. Η επιθυμία όλων μας πρέπει να είναι να συναντηθούμε στην ενότητα των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων όλων των αιώνων. Διαφορετικά κάθε ένωση θα είναι ψευδένωσις και όχι μόνον αυτό, αλλά θα καταστρέφει και θα διαστρέφει κάθε προσπάθεια, ειλικρινή προσπάθεια, που θέλει να οδηγηθεί στο θέμα της σωτηρίας. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ελέγχει την σημερινή κατάσταση της Ορθοδοξίας. Υπάρχει σύγχυση. Σχετικοποίηση της πίστεως, πολιτικοί συμβιβασμοί. 

Οι διάλογοι οι εκκλησιαστικοί είναι απομίμηση των πολιτικών συζητήσεων. Έτσι, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς -γι’ αυτό δεν γίνεται ευχάριστα δεκτός- εμπνέει διάθεση ομολογίας και μαρτυρίου ακόμη, αν ο Θεός το επιτρέψει, στην εποχή μας. Βοηθεί, επίσης, στη συνέχεια της Ορθοδοξίας, της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Η επανέκφραση της Πίστεως με τα μέσα κάθε εποχής δεν έχει τίποτε το κοινό με την αναζητούμενη από δικούς μας θεολόγους Οικουμενιστές «επανερμηνεία» της πίστεως. 

Δεν είναι θέμα επανερμηνείας, πώς θα κατανοήσουμε λ.χ. το παπικό πρωτείο. Συγγνώμη για την φράση, και ο σκύλος χορτάτος και η πίτα αφάγωτη! Μα είναι αυτά σοβαρά πράγματα, όταν παίζουμε «εν ου παικτοίς»; Όταν παίζουμε με τη σωτηρία; Όταν παίζουμε με την αιωνιότητα; Διαγράφουμε όλους τους Αγίους εν ονόματι των Αγίων. Διότι το πνεύμα, το οποίον κυριαρχεί, είναι να εκθειάζουμε τους Αγίους. 

Κι όπως, μακαρίτης τώρα, Αρχιεπίσκοπος έλεγε: Δεχόμεθα τον Μάρκο τον Ευγενικό και τον τιμάμε. Εκείνος έτσι έπρεπε να μιλήσει στην εποχή του, εμείς μιλούμε με τον δικό μας τρόπο στην δική μας εποχή. Κάτι παρόμοιο ελέχθη. Ο Χριστός όμως είναι πάντα ο αυτός «παρατεινόμενος εις τους αιώνες». Και η πίστη που σώζει είναι μία συνταγή, ένα φάρμακο που δεν αλλοιώνεται, δεν δέχεται αλλαγές. Είναι μία και ενιαία η πίστις. Η αποδοχή του Λόγου του Θεού από την εμπειρία των Αγίων, για να γίνει και δική μας εμπειρία.

Η κατανόηση, λοιπόν, των Αγίων, όπως ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, θέτει το πρόβλημα της αποδοχής της γλώσσας των Αγίων. Η γλώσσα των Αγίων είναι η έκφραση της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Με αυτή τη σκέψη καταλήγω κι εύχομαι ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς να συνοδεύει τη ζωή μας. Καλόν το υπόλοιπον Στάδιον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και Καλή Ανάσταση!


.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου