Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2020

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ - ΑΝΘΡΩΠΟΣ

                   

                   Ο ΘΕΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ                                






                       

                             ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ

                            (Η δημιουργία του ανθρώπου)

“Πήρε, λοιπόν, ο Θεός χώμα από τη γη και έπλασε τον άνθρωπο”. Δεν συμπληρώθηκε η δημιουργία του κόσμου, δεν σταμάτησε η σειρά, για να γίνει η διήγηση της δικής μας δημιουργίας, αλλά λέει: δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο και σταμάτησε οριστικά από όλα τα έργα. Και επειδή διέκοψε, μας διδάσκει πως ακριβώς δημιούργησε: “πήρε ο Θεός χώμα από τη γη”. Και όταν ακούς χώμα, διδάσκεσαι το να μη φοβάσαι, το να μη λογαριάζεις το πρόσωπο των ανθρώπων. Και για τον εαυτό σου γιατί νομίζεις ότι είναι κάτι ξεχωριστό; Όταν σου έρχονται σκέψεις που προκαλούν έπαρση και πληγώνουν τη καρδιά, φέρε στο μυαλό σου τη δημιουργία, ξαναθυμήσου το πώς δημιουργήθηκες. “πήρε χώμα ο Θεός από τη γη και δημιούργησε τον άνθρωπο”. Μπορείς να ξεχάσεις ποτέ τον εαυτό σου; Τότε μόνο θα τον ξεχάσεις, όταν φύγεις από τη γη. Αν όμως δεν αποχωρίζεσαι ποτέ τη γη, αλλά είσαι “κολλημένος” με τη γη, βαδίζεις πάνω στη γη, αναπαύεσαι πάνω στη γη, κρίνεσαι πάνω στη γη, και ότι άλλο κάνεις είτε μικρό είτε μεγάλο, αν το κάνεις πάνω στη γη, θυμάσαι πάντα την ταπεινότητά σου.

Είσαι βίαιος και θυμώνεις; Από πού προέρχεται ο θυμός; Δεν προέρχεται από την ντροπή; Γιατί δεν ανέχεσαι να ακούσεις πως είσαι ασήμαντος ως προς την καταγωγή σου. Αμέσως βράζει μέσα σου ο θυμός, και θες να πεις χειρότερα από αυτά που άκουσες. Χαμήλωσε το βλέμμα σου προς τα κάτω, και θα σταματήσει ο θυμός σου. Κοίταξε τη γη και σκέψου. Είπε ασήμαντο στην καταγωγή εμένα, που έχω γίνει από το χώμα; λιγότερο είπε από αυτό που εγώ είμαι. Γιατί δεν είπε πως προέρχομαι από το χώμα, αλλά έχω γεννηθεί από άνθρωπο. Αλλά πόσο πιο πολύτιμος είναι ο έμψυχος άνθρωπος από τη γη που πατιέται; Εγώ όμως θυμάμαι την πρώτη μητέρα, τη γη, για να μην θεωρώ πως είναι προσβολή το να γεννηθώ από ένα δούλο, αλλά πως είναι τιμή, το να γεννηθώ με ψυχή. Εκείνος όμως που θεωρεί σπουδαίο το να με προσβάλει, κάνει το λάθος να με τιμά περισσότερο, με τον τρόπο που με προσβάλει. Γιατί, με το να έχω συνείδηση της φύσης μου, γνωρίζω ποιος είμαι και από πού κατάγομαι.

Έτσι το να θυμόμαστε το πώς έχουμε δημιουργηθεί από το χώμα, δεν αφήνει ποτέ το θυμό μας να μας πολιορκεί. Ας είναι σύμμαχος με το μυαλό η γη, αφού πάντα βρίσκεται κοντά μας και μας το θυμίζει. Όταν θες να ικανοποιήσεις κάποια επιθυμία σου, να θυμάσαι τον τρόπο με τον οποίο φεύγεις απ’ τη ζωή. Αν θυμηθείς ότι θα διαλυθείς μέσα στο χώμα θα σβήσει η μανία της επιθυμίας σου. “είσαι χώμα, και στο χώμα θα καταλήξεις”. Να θυμάσαι πως μετά από λίγο αυτό το σώμα που τώρα είναι σφριγηλό, ή η σαρκική επιθυμία που έχεις τώρα, δεν θα υπάρχει ύστερα από λίγο, όταν θα διαλυθεί το σώμα μέσα στο χώμα. να θυμάσαι ότι προέρχεσαι από το χώμα, και θα σβήνει κάθε πονηρή κίνηση. Ας γίνει φύλακας για μας από κάθε αμαρτία αυτή εδώ η υπόμνηση: “ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο παίρνοντας χώμα από τη γη”. Είναι καλό το να είσαι ασήμαντος, και έμφυτη αυτή η υπόμνηση. Αν έλεγε “ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο παίρνοντας από τον ουρανό”, πότε θα τον προσέχαμε για να θυμόμαστε τη φύση μας; Η υπόμνηση της μηδαμινότητάς μας γίνεται με όσα είναι πρόχειρα και βρίσκονται κοντά μας από αυτά που πατάμε.

Σκύψε το κεφάλι σου προς τη γη και κατάλαβε ότι πήρες μορφή από το χώμα, που είναι συγγενικό με τη γη. Τι άλλο είναι πιο ευκαταφρόνητο από εμάς; Τι άλλο απ’ τα δικά μας είναι το πιο κατάλληλο για να εξουθενώνουμε τους εαυτούς μας; Βλέπεις κάποιον να υπερηφανεύεται, να ντύνεται πλούσια και όμορφα, να φορά κοσμήματα και να ακτινοβολεί από τους πολύτιμους λίθους, και γι’ αυτό να υπερηφανεύεται, να ντύνεται με μετάξι, να έχει δούλους, να επιδεικνύει την ομορφιά του, να βαδίζει επιδεικτικά, να μιλάει με έπαρση, να υπερηφανεύεται για το πλήθος των υπηρετών που σέρνουν γύρω τους; Όταν βλέπεις αυτούς τους άρχοντες, που εμφανίζονται με δυνατή φωνή, όταν βλέπεις αυτούς να τρομοκρατούν κάποιους και να ξεσκίζουν τις σάρκες κάποιων άλλων, να θανατώνουν κάποιους άλλους, μην φοβηθείς, μην τρομάξεις από όσα γίνονται, ούτε και εξαιτίας εκείνου που διατάζει όλα αυτά. Μην σε εντυπωσιάσει η φαντασμαγορία. Να θυμάσαι ότι ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο παίρνοντας σώμα από τη γη. Αν αυτός είναι κάτι διαφορετικό, να τον φοβηθείς. Αν όμως είναι χώμα από τη γη, περιφρόνησέ τον.

Και έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο. Αυτή η λέξη το “έπλασε”, δεν δηλώνει μια ορισμένη τεχνική ενέργεια του Θεού για τον άνθρωπο; “ο Θεός έπλασε”. Δηλαδή έπλασε όπως πλάθουν οι άνθρωποι τα πήλινα σκεύη; Ασφαλώς όχι. Γιατί τα πλάσιμο ενός αγάλματος και η διάπλαση του γύψου περιορίζουν τα σημάδια της μορφής μόνο στην επιφάνεια. Βλέπεις π.χ. το άγαλμα πως είναι στημένο και με ποια χαρακτηριστικά. Δείχνει το θυμό του στρατιώτη, ή δείχνει το γυναικείο χαρακτήρα ανάλογα με τη μορφή που έχει. Αλλά το δημιούργημα του Θεού δεν είναι τέτοιο γιατί έπλασε τον άνθρωπο, αλλά η δημιουργική του ενέργεια διαμόρφωσε τα πάντα, με το να προχωρήσει στο εσωτερικό βάθος του ανθρώπου. Αν είχα στη διάθεσή μου περισσότερο χρόνο, για να σου παρουσίαζα τον τρόπο κατασκευής του ανθρώπου, θα μάθαινες από τον εαυτό σου τη σχετική με σένα, σοφία του Θεού. Θα μάθαινες ότι ο άνθρωπος είναι αληθινά ένας μικρός κόσμος, δηλαδή ένα μικρό στολίδι, και καλά κάνουν όσοι τον εξυμνούν με αυτό το όνομα. Πόσες πραγματείες έχουν γραφτεί γύρω από αυτό το θέμα; Οι ανατομίες των γιατρών, οι προσεκτικές εξετάσεις των γυμναστών ή για την αναλογία των μελών ή για τη μεταξύ τους συμμετρία, όλα αυτά παρεμβάλλονται στη μελέτη για τη κατασκευή του ανθρώπου. Αλλά για μένα το πρόβλημα είναι άλλο. Που θα βρω ένα λόγο τόσο σημαντικό, ώστε να μπορέσω να εκφράσω με ακρίβεια όσα περιέχονται στην λέξη “έπλασε”; Αλλά ακόμη και αν εγώ δε μιλήσω για τα αυτονόητα, εσύ τα γνωρίζεις.

Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο όρθιο. Αυτό το σχήμα σου το έδωσε ξεχωριστό από τα υπόλοιπα ζώα. Γιατί; Επειδή επρόκειτο να σου αναθέσει αργότερα ένα εξαίρετο έργο. Γιατί τα άλλα ζώα είναι χορτοφάγα και έχουν την κατασκευή τους ανάλογη με τη φύση τους. Το πρόβατο π.χ. έγινε για να βόσκει. Και έχει το κεφάλι να σκύβει κάτω, να βλέπει το στομάχι και όσα βρίσκονται κάτω απ’ το στομάχι, επειδή για τα πρόβατα σκοπός της ευτυχίας είναι να γεμίζουν το στομάχι τους. Ο άνθρωπος όμως δεν κοιτάζει προς το στομάχι αλλά προς τα πάνω. Το κεφάλι του βρίσκεται πάνω ψηλά, για να προσέχει την προς τα πάνω συγγένεια με τον Θεό. Τα μάτια δεν σκύβουν προς τη γη. Μην βγάζεις λοιπόν τον εαυτό σου έξω από τη φύση. Μην προσέχεις τα επίγεια, αλλά τα ουράνια οπού βρίσκεται ο Χριστός. Γιατί λέει ο Απόστολος: “αν έχετε αναστηθεί μαζί με τον Χριστό, να αναζητάτε τα άνω, όπου υπάρχει ο Χριστός”. Έτσι πλάστηκες. Και αυτή η κατασκευή είναι σχολείο που διδάσκεσαι το σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκες. Έγινες για να βλέπεις το Θεό, και όχι για να σέρνεται η ζωή σου στη γη. Όχι για να απολαμβάνεις όσα απολαμβάνουν τα ζώα, αλλά για να πραγματοποιείς τον ουράνιο τρόπο ζωής. Γι’ αυτό “τα μάτια του σοφού βρίσκονται πάνω στο κεφάλι του”, λέει ο σοφός Εκκλησιαστής. Υπάρχει όμως κανένας που να μην έχει τα μάτια στο κεφάλι; Όχι, αλλά βρίσκονται στο κεφάλι για να περιεργάζονται τα υψηλά. Και όποιος δεν προσέχει τα υψηλά, αλλά τα γήινα, έχει μάτια που σέρνονται στη γη.


ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΟΝ



Αλλά διά τι ουν εν τη κατασκευή το αναμάρτητον έσχομεν, φησίν, ώστε μηδέ βουλομένους ημίν υπάρχειν το αμαρτάνειν; Οτι και σύ τους οικέτας, ουχ όταν δεσμίους έχης, εύνους υπολαμβάνεις, αλλ' όταν εκουσίως ίδης αποπληρούντας σοι τα καθήκοντα. Και θεώ τοίνυν ου το ηναγκασμένον φίλον αλλά το εξ' αρετής κατορθούμενον. Αρετή δε εκ προαιρέσεως και ουκ εξ' ανάγκης γίνεται. Προαίρεσις δε των εφ' ημίν ήρτηται. Το δε εφ' ημίν εστι το αυτεξούσιον. Ο τοίνυν μεμφόμενος τον ποιητήν ως μη φυσικώς κατασκευάσαντα ημάς αναμαρτήτους, ουδέν έτερον ή την άλογον φύσιν της λογικής προτιμά και την ακίνητον και ανόρμητον της προαιρετικής και εμπράκτου. Ταύτα ει και παρεκβατικώς, αλλ' αναγκαίως είρηται, ίνα μή εις βυθόν διαλογισμών εμπεσών πρός τη στερήσει των περισπουδάστων έτι και θεού στέρησιν υπομείνης. Παυσώμεθα ούν επανορθούμενοι τον σοφόν. Παυσώμεθα το βέλτιον των παρ' αυτού γινομένων επιζητούντες. Ει γαρ και των κατά μέρος οικονομουμένων διαφεύγουσιν ημάς οι λόγοι , αλλ' έν γε εκείνο δόγμα ταις ψυχαίς ημών ενυπαρχέτω , το , μηδέν κακόν παρά του αγαθού γίνεσθαι.


(Μ. Βασίλειος, “ότι ουκ εστιν αίτιος των κακών ο θεός", Ε.Π.Ε. Εργα Μ. Βασιλείου, τ.7 , σελ. 110-112 )







      ΓΙΑΤΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΛΑΣΤΗΚΕ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ

 

Ο

Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης θέλοντας να δείξει τη μεγάλη αξία του ανθρωπίνου όντος, υπογραμμίζει από την αρχή το βασιλικό του δώρο, με το οποίο ο Θεός τον κατέστησε άρχοντα της κτίσεως, αφού τον έπλασε τελευταίο μετά από όλα όσα συγκροτούν το σύμπαν. Στο «ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ» μαζί με τη συστηματική και ακριβή ανάλυση των βιβλικών δεδομένων συνδυάζονται και οι φιλοσοφικο-επιστημονικές  αντιλήψεις, προκειμένου να φανερωθεί η υπεροχή του ανθρώπου και να συνειδητοποιηθεί ο προορισμός του.

  Οι αρχαίοι Ελληνες φιλόσοφοι είχαν ήδη διατυπώσει πολύ σημαντικές απόψεις για τη φύση του ανθρώπου και την ηθικοκοινωνική του συμπεριφορά, ξεκινώντας ο καθένας από διαφορετική αφετηρία. Υπήρχαν ακόμη και οι μελέτες που εστίαζαν το ενδιαφέρον στην ανατομία και φυσιογνωμία του σώματος, καθώς και σε βασικές λειτουργίες της Ζωής, ( Ιατρικο- Επιστημονική κληρονομιά της αρχαιότητας, καταχωρημένη στα σχετικά βιβλία ) . Ο Άγιος Γρηγόριος, σαφέστατα είναι ενημερωμένος για όλα αυτά. Γνωρίζοντας και τις απαιτήσεις των καλλιεργημένων ανθρώπων της εποχής του, φροντίζει να ανταποκριθεί σ’ αυτές και παράλληλα να μιλήσει για τις υψηλές αλήθειες της αποκάλυψης, οι οποίες υπογραμμίζουν τη θεϊκή καταγωγή του ανθρωπίνου γένους.

  

Η ενσωμάτωση των «θύραθεν» αντιλήψεων (περί ανθρώπου) στην πατερική θεολογία είναι καθ’ όλα νόμιμη, διότι η εκκλησία αποδέχεται την «πρόσληψη» των πολιτισμικών επιτευγμάτων της προ Χριστού εποχής, ως διαδικασία ερμηνείας του περιεχομένου της πίστεως, προς τους «εκτός» αυτής ευρισκόμενος. Η πατερική θεολογία μας επιτρέπει να διακρίνουμε αυτή την «μέθοδο εργασίας» , με έναν ξεκάθαρο τρόπο, αφού μπορούμε να διακρίνουμε τι είναι βιβλική αποκάλυψη σε σχέση με τα υπόλοιπα «θύραθεν» στοιχεία, τα εγκατεσπαρμένα «εδώ και εκεί» μέσα στην αφήγηση.

    

 Ενώ, όμως η σύνθεση των πατέρων έχει την διαχρονική της αξία, ως αποστολή προς τους «έξω», ολοφάνερα λείπει στη σημερινή εποχή μια «άλλη σύνθεση» (συμπληρωματική ίσως της πατερικής) η οποία θα συμπεριλαμβάνει τις νεότερες επιστημονικές αντιλήψεις περί ανθρώπου και θα απαντά σε νέα ερωτήματα.



Είναι σαφές πως η επιστήμη (και η μέθοδος εργασίας της) έχουν τροποποιήσει σημαντικά το «ανθρωποείδωλο» στη σύγχρονη εποχή, ιδιαιτέρως δε οι ανακαλύψεις της βιολογίας (ως κατεξοχήν επιστήμης της ζωής). Οι περί «θείας εικόνας» θεολογικές παραστάσεις λίγο- πολύ θεωρούνται «μεταφυσικές φαντασιώσεις» Ο άνθρωπος «ερευνάται» ως προέκταση της φύσης και «εξάρτημά» της. Αυτός ο Απόλυτος Βιολογισμός αναπόφευκτα οδηγεί στη θεωρία της εξελίξεως. Αν και έχουν γίνει σημαντικές προσπάθειες θεολόγων να απαντήσουν σε ερωτήματα, που θέτει η εν λόγω θεωρία, ουσιαστικά ελλείπει ένα έργο αντίστοιχο εκείνου του Γρηγορίου Νύσσης.

  Ισως κάτι τέτοιο να επιβάλλεται σήμερα ως απάντηση της ορθοδόξου θεολογίας στην θεωρία της Εξελίξεως, η οποία (κατά τη γνώμη επιφανών στοχαστών) έγινε διάσημη, λιγότερο για τα ευρήματά της και περισσότερο για την απόπειρα υποκατάστασης της βιβλικής αποκάλυψης περί ανθρώπου, με μια νεα αντίληψη ( και την μόνη ορθή κατά τη γνώμη των Δαρβινιστών).

   

 Στους Αγίους Πατέρες βρίσκουμε αναφορές στην εξέλιξη των όντων, όχι όμως τις ίδιες ερμηνείες (για να φανεί έτσι ότι τα αυτά δεδομένα, μπορούν να έχουν τελείως διαφορετικές εξηγήσεις). Οι σύγχρονοι εξελικτικοί θέλουν τον άνθρωπο ως την τελευταία βαθμίδα μιας τυφλής διαδικασίας που αρχίζει από τους ωκεανούς και φτάνει ως το έλλογο όν, όπως το γνωρίζουμε σήμερα.

Πρόκειται για μια «εκ τω κάτω» θεώρηση της ανθρώπινης υπόστασης, που κυριαρχεί διεθνώς στον επιστημονικό χώρο, παρά τις πολλές ελλείψεις αντικειμενικότητας τις οποίες παρουσιάζει. Το ακόμα χειρότερο για την εξελικτική θεωρία συνίσταται στην δικαιολόγηση του νόμου της ζούγκλας, στις ανθρώπινες κοινωνίες (μικρές ή μεγάλες) ως δήθεν φυσικού νόμου (εξαφάνιση του αδυνάτου, του «κατωτέρου») και στην ιδεολογική κάλυψη των ποικίλων ηθικών παρεκτροπών (ρατσισμός, βία, κλπ).

   

 Μπορεί να υποστηριχθεί, ότι η νατουραλιστική θεώρηση της ζωής εξοβελίζει το Δίκαιο από τις σχέσεις, αφού θεωρεί ως «φυσιολογική» κάθε εκδήλωση αγριότητας και υποταγής του ασθενεστέρου.

Οι πατέρες της εκκλησίας ( και αληθείς άνθρωποι του θεού), είναι ενήμεροι και αυτοί για την άλογη και κτηνώδη ζωή (την φορά προς το ζωώδες), της δίνουν όμως άλλη ερμηνεία. Η φορά αυτή εξηγείται ως πτώση από τον αρχικό προορισμό (πράγμα που αδυνατεί να δει η επιστήμη και οι λογικές της μέθοδοι) και ως «ένδυση» με «δερμάτινους χιτώνες». Ο άνθρωπος, στην τωρινή του φάση βρίσκεται σε μια «αντίστροφη εξέλιξη» έχοντας απομακρυνθεί από τις αρχικές του καταβολές και έχοντας «εξομοιωθεί τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις».

Γι’ αυτό το λόγο οι θείοι Πατέρες μπορούν να μιλούν για ανθρώπινη κοινωνία και για αγάπη (ως κατόρθωμα της Πίστης) ενώ οι σύγχρονοι επιστήμονες, πέραν των φυσιοκρατικών τους απόψεων , αδυνατούν να προσφέρουν οποιαδήποτε ηθική ανάταση μέσα από τις «συνθήκες της ύπαρξης» στις οποίες ο άνθρωπος έχει «ριχτεί Οι μέθοδοι της επιστήμης είναι οι ίδιες φυλακισμένες στις συνθήκες της πτώσης (λέει ο ορθ.στοχαστής Clement Olivier) και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο αδυνατούν να αναχθούν στην αλήθεια για την Πρωταρχική κατάσταση και φύση του ανθρώπου.

    Νομίζουμε πως η ανάγνωση των πατέρων έχει να διδάξει πολλά τους σημερινούς γνωστικούς και να τους διανοίξει νεα πεδία αντίληψης, στην προσέγγιση της φύσης και του προορισμού του ανθρώπου. Χρειάζεται φυσικά παραμέρισμα των προκαταλήψεων για την «υποδοχή» του Αγιοπατερικού λόγου, και θέληση εντίμου διαλόγου, στα όρια της σύνθεσης θεολογίας, φιλοσοφίας και επιστήμης. Να θυμίσουμε εδώ και πάλι, πως η Επιστήμη αποτελεί θείο Δώρο («κύριος έδωκεν ανθρώποις επιστήμην») μέσω του οποίου μπορούμε να θαυμάζουμε τα έργα του Δημιουργού.

Οι ανακαλύψεις της νεότερης βιολογίας δεν θα έπρεπε, κατά ταύτα να οδηγούν στην αθεϊα. Με οδηγό το έργο των πατέρων, η θεολογία οφείλει να προχωρήσει σε μια νέα σύνθεση, ικανή να ανταποκρίνεται στην αναζήτηση των σημερινών γνωστικών, επαναβεβαιώνοντας το κύρος των αποκαλυπτόμενων αληθειών της βίβλου, προς Δόξαν Θεού.

 




ΚΕΙΜΕΝΟ 

ΓΙΑΤΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ : Ε.Π.Ε εκδ. « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, τ. 5, σελ. 30.



Αυτό το σπουδαίο και πολύτιμο πράγμα, ο άνθρωπος, δεν είχε ακόμη εμφανισθεί στον κόσμο των δημιουργημάτων. Άλλωστε δεν ήταν σωστό, να είχε παρουσιασθεί πριν από τους αρχόμενους ο άρχοντας, αλλά αφού προετοιμασθεί έγκαιρα το βασίλειο, στη συνέχεια να παρουσιασθεί ο βασιλιάς. Και τούτο διότι ο Δημιουργός του παντός προετοίμασε για τον μελλοντικό βασιλιά κάποια βασιλική κατοικία. Κι αυτή είναι η γη και τα νησιά και η θάλασσα κι ο ουρανός, που είναι κυρτός σαν οροφή πάνω απ`αυτά.

Σ`αυτά τα βασιλικά κτήματα εναποθηκεύτηκε πλούτος παντοειδής Κι όταν λέγω πλούτο, εννοώ όλα τα δημιουργήματα, τόσο αυτά που συγκαταλέγονται στα φυτά και στα δέντρα, όσο κι εκείνα που έχουν αίσθηση και πνοή και ψυχή μέσα τους. Ίσως μάλιστα πρέπει, να συμπεριλάβω σ`αυτό τον πλούτο και τα διάφορα υλικά αγαθά, όσα φαίνονται πολύτιμα στα ανθρώπινα μάτια, εξαιτίας του καλού χρώματός τους, όπως είναι το χρυσάφι και το ασήμι κι εκείνες οι πέτρες, που αγαπούν οι άνθρωποι. Κι αυτών όλων έκρυψε την αφθονία μέσα στους κόλπους της γης, σαν να ήταν άλλοι βασιλικοί θησαυροί.

Κι έπειτα απ`όλα αυτά αναδεικνύει στον κόσμο τον άνθρωπο, ο οποίος σε μερικά από τα θαύματα του κόσμου θα είναι θεατής και σε άλλα κύριος. Κι έτσι με την απόλαυση αυτού του πλούτου αφενός μεν να συνειδητοποιεί τη φρόνηση εκείνου που τον χορηγεί, αφετέρου δε δια μέσου του κάλλους και του μεγαλείου εκείνων που βλέπει, να εξιχνιάζει την απόρρητη, και υπεράνω κάθε λογικής, δύναμη του Δημιουργού.


Γι`αυτούς τους λόγους εμφανίζεται τελευταίος μετά τη δημιουργία ο άνθρωπος, κι όχι γιατί τάχα περιφρονήθηκε μεταξύ των τελευταίων ως απόβλητος, αλλά επειδή έπρεπε να είναι βασιλιάς των υπηκόων ευθύς με τη γέννησή του. Κι ο Θεός, σαν άλλος καλός ξενοδόχος, δεν εισάγει εκείνον, που πρόκειται να γευματίσει, πριν από την ετοιμασία των φαγητών, αλλά όταν τα τακτοποιήσει όλα με ευπρέπεια και στολίσει το σπίτι με τα ανάλογα διακοσμητικά, δηλ. το ανάκλιντρο, το τραπέζι, τότε οδηγεί προς τα ήδη ετοιμασμένα για το γεύμα εδέσματα, τον προσκαλεσμένο στο τραπέζι.

Με τον ίδιο τρόπο ο πλούσιος και πλουσιοπάροχος εστιάτωρ του γένους μας, αφού στόλισε καλά την κατοικία με παντοειδή κάλλη κι ετοίμασε αυτή τη σπουδαία και ποικίλη πανδαισία, τότε οδήγησε μέσα τον άνθρωπο. Και το έργο που του ανέθεσε, δεν ήταν να αποκτήσει αυτά που έλειπαν, αλλά να απολαύσει αυτά που υπήρχαν. Γι`αυτό τον λόγο και προσφέρει στον άνθρωπο διπλά τα μέσα για την επιτυχία του σκοπού της δημιουργίας του, αναμιγνύοντας το θείο με το γήινο στοιχείο έτσι , ώστε και με τα δυο να έχει σύμφυτη και οικεία την απόλαυση από τον καθένα. Και να απολαμβάνει το Θεό με την πιο θεία φύση, δηλ. με την ψυχή, και τα υλικά αγαθά με την όμοια προς αυτά αίσθηση.

Αξίζει να μην μείνει και τούτο ανεξέταστο το ότι δηλ. η δημιουργία σχεδιάζεται σε γενικές γραμμές κατά κάποιο τρόπο από τη θεϊκή δύναμη, κι αρχίζει να υπάρχει από τη στιγμή που δόθηκε το πρόσταγμα, όταν είχαν τεθεί κάτω τα θεμέλια όλου αυτού του κόσμου και των επί μέρους στοιχείων του για τη σύσταση του σύμπαντος.

Για τη δημιουργία όμως του ανθρώπου γίνεται από πρίν σκέψη. Σχεδιάζεται εκ των προτέρων από τον Δημιουργό με την περιγραφή του λόγου αυτό, που πρόκειται να δημιουργηθεί. Συγκεκριμένα πως ακριβώς ταιριάζει να είναι, με ποιο πρότυπο να ομοιάζει, και για ποιο σκοπό δημιουργήθηκε και τι έργο θα επιτελέσει, όταν δημιουργηθεί και ποια άλλα δημιουργήματα θα εξουσιάζει. Όλα τα εξετάζει προσεκτικά από την αρχή ο λόγος, ώστε το αξίωμα που θα λάβει ως κλήρο ο άνθρωπος, να είναι προγενέστερο από τη δημιουργία του, αφού θα έχει αποκτήσει την εξουσία των δημιουργημάτων, πρίν ακόμη ο ίδιος δημιουργηθεί.

Γιατί λέγει «Είπε ο Θεός ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο σύμφωνα με την δική μας εικόνα και την ομοίωση, με το σκοπό να εξουσιάζει τα ψάρια της θάλασσας και τα θηρία της γης και τα πετεινά του ουρανού και τα κτήνη κι όλη τη γη».

Ώ τι θαύμα είναι αυτό! Δημιουργείται ο ήλιος και δεν προηγείται καμία σκέψη. Το ίδιο και με τον ουρανό, δηλ. τα δημιουργήματα αυτά, που δεν έχουν το όμοιό τους σ`όλη την κτίση. Κι αυτό το θαύμα γίνεται με το λόγο μόνο, χωρίς ούτε το πού , ούτε το πώς, ούτε κάτι άλλο παρόμοιο να επισημανθεί από το λόγο. Με τον ίδιο τρόπο και το καθένα απ`όλα τα δημιουργήματα, δηλ. η ατμόσφαιρα, τα αστέρια, ο αέρας που υπάρχει ανάμεσά τους, η θάλασσα, η γη, τα ζώα, τα φυτά, τα πάντα δημιουργούνται με πρόσταγμα.

Μόνο για τη δημιουργία του ανθρώπου προχωρεί ο Δημιουργός του σύμπαντος με τόση περίσκεψη, ώστε να προετοιμάσει γι`αυτόν και το υλικό της δημιουργίας, να εξομοιώσει τη μορφή του με κάποιο αρχέτυπο κάλλος, να του θέσει εκ των προτέρων το σκοπό για χάρη του οποίου δημιουργείται, να δημιουργήσει γι`αυτόν κατάλληλη και συγγενή ως προς τα έργα τη φύση, ώστε να είναι ικανή γι`αυτό που υπάρχει μπροστά της.

Όπως σ`αυτήν εδώ τη ζωή οι τεχνίτες κατασκευάζουν το όργανο ανάλογα με την ανάγκη, έτσι κι ο αριστοτέχνης Θεός δημιούργησε τη φύση μας, σαν άλλο σκεύος κατάλληλο για βασιλικό έργο. Και προετοίμασε τον άνθρωπο να είναι τέτοιος, τόσο με τα ψυχικά πλεονεκτήματα, όσο και μ`αυτή τη μορφή του σώματος, ώστε να ασκεί με επιδεξιότητα τη βασιλική εξουσία.


Η ψυχή π.χ. δείχνει από μόνη της τη βασιλική και ηγεμονική ιδιότητα, αφού είναι αποχωρισμένη από την άσημη ταπεινότητα και είναι η ίδια ελεύθερη κι απεριόριστη και διοικείται κατά τρόπο αυτεξούσιο, σύμφωνα με τις δικές της επιθυμίες. Αυτό το γνώρισμα σε ποιόν άλλον ανήκει, εκτός από τον βασιλιά; Κι ακόμη με το να δημιουργηθεί ο άνθρωπος ως εικόνα της φύσης εκείνης, δηλ. του Θεού, που εξουσιάζει τα πάντα, δε σημαίνει τίποτε άλλο, παρά μόνο ότι αυτός δημιουργήθηκε αμέσως βασιλιάς.

Είναι γνωστό πως εκείνοι που φτιάχνουν σύμφωνα με κάποια ανθρώπινη συνήθεια τις εικόνες των αρχόντων, αναπλάθουν και τα χαρακτηριστικά της μορφής, και μαζί με τα πορφυρά ενδύματα περιγράφουν ταυτόχρονα και το βασιλικό αξίωμα. Και λέγεται και η εικόνα από συνήθεια βασιλιάς. Κι ο άνθρωπος, λοιπόν, επειδή δημιουργήθηκε για είναι άρχοντας των άλλων, με την ομοιότητα προς τον Βασιλιά του Παντός, ανορθώθηκε σαν άλλη έμψυχη εικόνα, που βρίσκεται σε κοινωνία με το πρότυπο και με το αξίωμα του βασιλικού ονόματος. Δε φοράει βέβαια πορφυρά ενδύματα, ούτε με τη βασιλική ράβδο και το στέμμα φανερώνει το αξίωμά της, αφού ούτε και το πρότυπο τα έχει αυτά.

Όμως αντί για την αλουργίδα φοράει την αρετή, που είναι ανώτερη από όλα τα βασιλικά ενδύματα. Αντί για τη ράβδο στηρίζεται στη μακαριότητα της αθανασίας. Αντί για το βασιλικό στέμμα, στολίζεται με το στεφάνι της δικαιοσύνης. Κι έτσι φαίνεται δια μέσου όλων, ότι είναι εξομοιωμένη με ακρίβεια προς το αρχέτυπο κάλλος, που υπάρχει στο βασιλικό αξίωμα.


Όμως το θείο κάλλος δεν υπάρχει σε κάποιο σχήμα κι ούτε στολίζεται από το πλεονέκτημα της μορφής, αλλά εμφανίζεται με την ανέκφραστη μακαριότητα, που πηγάζει απ`την αρετή. Οι ζωγράφοι μεταφέρουν στους πίνακες τις ανθρώπινες φυσιογνωμίες με τη βοήθεια χρωμάτων, αφού επιχρίσουν το αντίγραφο με τις ανάλογες και συγγενείς αποχρώσεις έτσι, ώστε να μεταφερθεί με κάθε ακρίβεια το κάλλος του προτύπου στο ομοίωμα.

Με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να εννοήσουμε και το δικό μας Πλάστη. Γιατί δείχνει στο πρόσωπό μας τη δική του εικόνα, όταν με τις αρετές, τις οποίες ρίχνει επάνω μας σαν άλλα χρώματα, στολίζει γύρω – γύρω την εικόνα του, δηλ. την ψυχή μας, ανάλογα με το δικό του κάλλος. Αυτού του είδους τα χρώματα της εικόνας είναι ποικίλα και κάθε μορφής. Με αυτά ζωγραφίζεται εκ νέου το αληθινό πρόσωπο. Κι αυτά δεν είναι η ερυθρότητα και η φωτεινότητα κι οποιαδήποτε μεταξύ τους ανάμιξη. Ούτε το ελαφρό βαψιμο με μαύρη βαφή, που γίνεται στα φρύδια και στα μάτια, και το οποίο δίνει στις κοιλότητες του προσώπου μια ελαφριά φωτοσκίαση με κάποια ανάμιξη, κι όσα άλλα επενόησαν τα χέρια των ζωγράφων.

Αλλά αντί γι`αυτά τα υλικά χρώματα χρησιμοποιούνται η καθαρότητα, η απάθεια, η μακαριότητα, η αλλοτρίωση από κάθε κακό κι όσα άλλα ανήκουν σ`αυτή την κατηγορία, με τα οποία διαμορφώνεται στους ανθρώπους η ομοίωση προς το Θεό. Με τέτοια άνθη σμίλεψε ο Δημιουργός τη φύση της δικής του εικόνας.


Αν μάλιστα μαζί με αυτά εξετάσεις προσεκτικά και τα άλλα, με τα οποία σχηματίζεται το θείο κάλλος, τότε θα βρεις να σώζεται κι ως προς εκείνα και με ακρίβεια η ομοιότητα της εικόνας που υπάρχει ανάμεσά μας. Και να τι ακριβώς εννοώ. Ο Θεός είναι Νους και Λόγος, γιατί καθώς λέγει ο ευαγγελιστής, «Στην αρχή υπήρχε ο Λόγος» (Ιωαν. 1,1). Και οι προφήτες, σύμφωνα με το λόγο του αποστόλου Παύλου, «έχουν νουν Χριστού, ο Οποίος ομιλεί δια μέσου αυτών» (Α` Κορ. 2, 16 και Β` Κορ. 13,3).

Αλλά κι ο άνθρωπος δε βρίσκεται έξω από αυτά. Βλέπεις μέσα σου και το λόγο και το νου, που είναι απομίμηση και του όντος Λόγου. Ο Θεός είναι αγάπη και η πηγή της αγάπης. Αυτό λέγει κι ο πολύς Ιωάννης « η αγάπη προέρχεται από τον Θεό» κι «ο Θεός είναι αγάπη» (Α` Ιωαν. 4,7-8). Αυτή την αγάπη κάμνει και δικό μας προσωπικό γνώρισμα ο Δημιουργός μας «Με αυτό το σημείο θα σας αναγνωρίζουν οι άλλοι ως μαθητές μου, λέγει ο Κύριος, αν αγαπάτε ο ένας τον άλλο» (Ιωαν. 13,35). Συνεπώς όταν απουσιάζει η αγάπη, μεταβάλλεται όλη η μορφή της εικόνας. Ο Θεός επιβλέπει τα πάντα κι ερευνά τα πάντα. Και συ με την όραση και με την ακοή έχεις αντίληψη για τα όντα. Έχεις και νου, ο οποίος ερευνά κι εξετάζει με ακρίβεια τα όντα.






ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΣΩΜΑ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΙΟ




 άνθρωπος μόνος μεταξύ των άλλων έμψυχων όντων διακρίνεται και ξεχωρίζει από την όρθια στάση του σώματός του, η οποία κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης επιτρέπει την ανάπτυξη του λόγου. Οι πατέρες γενικά βλέπουν το σώμα ως «υπηρέτη» της ψυχής χωρίς να το υποτιμούν, αφού είναι πράγματι θεόπλαστο. Ο ίδιος ο θείος Λόγος κατοίκησε σε σώμα και δι’ αυτού ενήργησε «σημεία και τέρατα» και δίδαξε τους ανθρώπους.

Η κατασκευή του σώματος είναι τέτοια, που να εξυπηρετεί ορισμένες βασικές λειτουργίες και ενώ τα ζώα απλώς τρέφονται και αναπαράγονται, σκύβουν προς τα κάτω αναζητώντας υλική τροφή και εκτελούν ενστικτώδεις κινήσεις (οι οποίες κατά τον Μ.Βασίλειο επίσης αντανακλούν το σχέδιο του Θεού γι’ αυτά), ο άνθρωπος έχει επιπλέον το προνόμιο της όρθιας στάσης, ακριβώς γιατί είναι έλλογος .Αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις του τον κόσμο, συνάμα δε ερμηνεύει τον κόσμο με τη νόησή του και καλλιεργεί πολιτισμό ποικιλοτρόπως.

    

Γράφει λοιπόν, ο άγιος Γρηγόριος μεταξύ άλλων και τα παρακάτω, άκρως διαφωτιστικά για το φαινόμενο της ζωής: «Και εγώ  νομίζω πως ο Μωυσής, με όλα όσα λέει, μας φανερώνει κάποια από τις κρυμμένες αλήθειες της πίστης μας και ότι με τα μυστήρια της δημιουργίας, μας παρουσιάζει τη διδασκαλία περί της ψυχής. Γι’ αυτήν έκανε βέβαια υποθέσεις και η ανθρώπινη παιδεία, χωρίς όμως και να την κατανοήσει σαφώς. Μας διδάσκει λοιπόν με αυτά ο λόγος, ότι η ζωτική και ψυχική δύναμη εμφανίζεται με τρεις διαφορετικές μορφές. Η μια είναι μόνο για να αυξάνει και να τρέφει, προσφέροντας σε όσα τρέφονται με αυτή το απαραίτητο για την ανάπτυξη : αυτή ονομάζεται φυσική και εμφανίζεται στα φυτά. Γιατί μπορεί να βρεις και στα φυτά κάποια ζωτική δύναμη, που δεν μετέχει όμως σε καμία αίσθηση.

Μια άλλη μορφή ζωής, εκτός από την πρώτη, την των φυτών… βρίσκεται στη φύση των ζώων. Γιατί αυτά, όχι μόνον αυξάνουν και τρέφονται, αλλά διαθέτουν αλλά διαθέτουν και τη λειτουργία της αίσθησης και της αντίληψης. Η τέλεια όμως σωματική ζωή, εμφανίζεται καθαρά στη λογική φύση, δηλαδή στην ανθρώπινη. Αυτή και  τρέφεται και αισθάνεται και μετέχει στο λόγο και κυβερνάται από το νου» ( Γρηγ.Νύσσης. Απαντα, τομ.5 ).

    

Τα τελευταία τούτα λόγια του Αγίου, σαφώς υπονοούν τον άρρηκτο σύνδεσμο ψυχής σώματος, αφού ο άνθρωπος έχει «σχεδιαστεί» κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μετέχει και του υλικού και πνευματικού σύμπαντος. Η ίδια η κατασκευή του σώματος (η όρθια στάση) εξυπηρετεί τη λειτουργία του λόγου και στο σημείο αυτό βρίσκεται  μια ουσιώδης διαφορά από το ζωώδες στοιχείο.



Η σύγχρονη όμως νατουραλιστική (φυσιοκρατική) ερμηνεία του ανθρώπου, θα βρει σ’ αυτόν, μόνο ένα «ζώο που κατασκευάζει εργαλεία» και έτσι «αναπτύσσεται ο εγκέφαλός του», παράγοντας πολιτισμό. Είναι και αυτή μια υπόθεση της ανθρώπινης σοφίας-παιδείας (όπως την χαρακτηρίζει ο Αγιος Γρηγόριος), η οποία εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της Εξελικτικής θεωρίας, για την οποία  έχει γίνει ήδη λόγος. Γι’ αυτό και οι αδυναμίες αυτής της υπόθεσης, ταυτίζονται σχεδόν με τις αδυναμίες κάθε εξελικτικού συστήματος, το οποίο θέλει να εξηγήσει την ανωτερότητα του ανθρώπου (την οποία άλλωστε δεν μπορεί να αρνηθεί), ως προϊόν διαδικασιών τυφλής φύσης, χωρίς Δημιουργό.





ΚΕΙΜΕΝΟ 

ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΙΟ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΣΩΜΑ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ : Ε.Π.Ε. εκδ. « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, τ. 5, σελ. 50.


Το σώμα είναι όρθιο για τον άνθρωπο και ανυψώνεται προς τον ουρανό και βλέπει προς τα επάνω. Είναι κι αυτά δείγματα της εξουσίας κι αποκαλύπτουν το βασιλικό αξίωμα. Γιατί μόνος ο άνθρωπος μεταξύ των άλλων ζώων είναι έτσι πλασμένος, όλων δε των άλλων τα σώματα σκύβουν προς τα κάτω. Κι αυτό είναι σαφής απόδειξη της διαφοράς της αξίας τόσο εκείνων που υποκύπτουν, όσο και της εξουσίας, η οποία στέκεται πάνω απ`αυτά. Γιατί σ' όλα τα άλλα ζώα τα μπροστινά μέλη του σώματος είναι τα πόδια, γιατί το σκυφτό μέρος χρειάζεται οπωσδήποτε ένα υποστήριγμα.

Κατά τη δημιουργία όμως του ανθρώπου μπροστινά μέλη του σώματος έγιναν τα χέρια. Γιατί για την ανάγκη της όρθιας στάσης επαρκεί η μια βάση, όταν στηρίζει με ασφάλεια στα δυο πόδια τον άνθρωπο σ`αυτή τη θέση. Άλλωστε η υπηρεσία των χεριών συνεργάζεται και με την ανάγκη του λόγου. Κι αν κανείς χαρακτηρίζει ως γνώρισμα της λογικής φύσης την εξυπηρέτηση που προσφέρεται από τα χέρια, δε σφάλλει καθόλου.

Και για να το διαπιστώσεις αυτό, είναι αρκετό να ανατρέξεις με τη σκέψη σου σ`αυτό το κοινό και πρόχειρο παράδειγμα στο ότι δηλ. φανερώνουμε το λόγο με τα γράμματα, τα οποία σχηματίζουν τα χέρια. Άλλωστε δεν είναι καθόλου αμέτοχο της λογικής κι αυτό, το να μιλάμε, δηλ. με τα γράμματα, και κατά κάποιο τρόπο να συνδιαλεγόμαστε με το χέρι, αφού διασώζουμε τις λέξεις μέσα από τις μορφές των γραμμάτων. Εγώ όμως αποβλέπω και σ`έναν άλλο σκοπό, όταν ισχυρίζομαι ότι συνεργάζονται τα χέρια για την εκφώνηση του λόγου.

Καλύτερα όμως πριν ασχοληθούμε με την εξέταση αυτών, να μελετήσουμε το λόγο, που αφήσαμε ατελείωτο. Γιατί από λάθος μας διέφυγε για λίγο η σειρά των γεγονότων της δημιουργίας. Για χάρη ποιας σκοπιμότητας προηγείται η βλάστηση των φυτών από τη γη και μεταγενέστερα εμφανίζονται τα άλογα ζώα, και μετά τη δημιουργία αυτών έρχεται ο άνθρωπος; Γιατί ίσως να διδασκόμαστε κι αυτό που υπονοείται με αυτό το πρόχειρο παράδειγμα, το ότι δηλ. η χλόη φάνηκε στο Δημιουργό ωφέλιμη για χάρη των ζώων, και τα ζώα για τον άνθρωπο. Για χάρη αυτού, πρίν μεν από τα ζώα βλαστάνει η τροφή τους, και πριν από τον άνθρωπο δημιουργείται αυτό που επρόκειτο να εξυπηρετεί την ανθρώπινη ζωή.

Αλλά εγώ νομίζω πως ο Μωυσής, με όλα αυτά που γράφει, μας φανερώνει κάποια από τις κρυμμένες αλήθειες της πίστης μας κι ότι με τα μυστήρια της δημιουργίας μας, παρουσιάζει τη διδασκαλία περί τα ψυχής. Γι`αυτήν έκανε βέβαια υποθέσεις και η ανθρώπινη παιδεία, χωρίς όμως και να την κατανοήσει σαφώς.



Μας διδάσκει, λοιπόν, με αυτά τα ο λόγος, ότι η ζωτική και η ψυχική δύναμη εμφανίζεται με τρεις διαφορετικές μορφές : Η μια είναι μόνο για να αυξάνει και να τρέφει, προσφέροντας σε όσα τρέφονται με αυτήν το απαραίτητο για την ανάπτυξη. Αυτή ονομάζεται φυσική κι εμφανίζεται στα φυτά. Γιατί μπορεί να βρεις και στα φυτά κάποια ζωτική δύναμη , που δεν μετέχει όμως σε καμία αίσθηση.

Μια άλλη μορφή ζωής, εκτός από την πρώτη, την των φυτών, είναι κι αυτή η οποία έχει πάρει πάνω της( ως οικονόμος) και το να αισθάνεται. Αυτή η μορφή ζωής βρίσκεται στη φύση των αλόγων ζώων. Γιατί αυτά όχι μόνο αυξάνουν και τρέφονται, όπως τα φυτά, αλλά διαθέτουν και τη λειτουργία της αίσθησης και της αντίληψης.

Η τέλεια όμως σωματική ζωή εμφανίζεται καθαρά στη λογική φύση, δηλ. στην ανθρώπινη. Αυτή και τρέφεται και αισθάνεται και μετέχει στο λόγο και κυβερνάται από το νου.

Εγώ διαιρώ τη λογική φύση των όντων ως εξής: Το ένα μέρος των όντων αποτελεί το νοητό κόσμο, το δε άλλο αποτελεί οπωσδήποτε τον υλικό κόσμο. (Αλλά τώρα ας αφήσουμε την ανάλυση του νοητού κόσμου στα μέρη του, γιατί δεν είναι γι`αυτά ο λόγος.). Από τον υλικό κόσμο ένα μέρος είναι εντελώς αμέτοχο ζωής, ένα άλλο όμως έχει μέσα του κάποια ζωτική ενέργεια. Και πάλι ένα μέρος των σωμάτων, που έχουν μέσα τους ζωτική ενέργεια, ζει μαζί με την αίσθηση, ενώ το άλλο είναι αμέτοχο αίσθησης. Έπειτα κι αυτό το μέρος των σωμάτων, που έχει αίσθηση, χωρίζεται σε λογικό και άλογο.


Γι`αυτό κι ο νομοθέτης Μωυσής (που εκθέτει τα της δημιουργίας του κόσμου), λέγει ότι πρώτα, σαν άλλο υπόβαθρο του γένους των εμψύχων, δημιουργείται αυτή η φυσική ζωή, στην οποία εμφανίζεται η βλάστηση των φυτών. Έπειτα απ`αυτά προχωρεί ο Θεός στη δημιουργία εκείνων, που διευθύνονται ανάλογα με την αίσθηση. Σύμφωνα με την ίδια φυσική τάξη, τα ζώα εκείνα που έλαβαν ως κλήρο τη σαρκική ζωή και διαθέτουν αίσθηση, μπορούν να διατηρούν την ύπαρξή τους και χωρίς να μετέχουν στη νοητή φύση. Εκείνα όμως που ανήκουν στη λογική φύση, δεν μπορούν να υπάρχουν εν σώματι κατά κάποιο τρόπο διαφορετικό, παρά μόνο αν συνανακραθούν με τα αισθητά.

Γι`αυτό άνθρωπος δημιουργείται τελευταίος μετά από τα φυτά και τα ζώα, επειδή η φύση ακολουθεί με συνέπεια κάποιο δρόμο προς την τελειότητα. Γιατί ο άνθρωπος, αυτό το λογικό ζώο, σχετίζεται με κάθε σημασία που αποδίδεται στις ψυχές. Και τρέφεται μεν σύμφωνα με το φυσικό τρόπο διατροφής των εμψύχων, δίπλα όμως από την αυξητική δύναμη έχει φυτευτεί και η αισθητική, που βρίσκεται κατά τη φύση της μεταξύ νοερής και υλικής ουσίας. Και είναι αφενός μεν πιο πυκνή ( η αισθητική) από τη νοερή ουσία, αφ`ετέρου δε πιο καθαρή από εκείνη, δηλ. την υλική. Έπειτα γίνεται μια κάποια προσαρμογή, κι ανάμιξη της νοερής ουσίας με το λεπτό και φωτεινό μέρος της αισθητικής φύσης, ώστε με αυτά τα τρία συστατικά, δηλαδή το νοερό, το αισθητό και το υλικό, να αποτελείται ο άνθρωπος.

Όπως ακριβώς και το διδασκόμαστε αυτό από τον Απόστολο, με όσα γράφει προς τους Θεσσαλονικείς (Α`, Θες. 5,23), όταν εύχεται σ`αυτούς να φυλάξουν ολόκληρη τη χάρη και στο σώμα και στην ψυχή και στο πνεύμα, κατά την ημέρα της Παρουσίας του Κυρίου. Εκεί αντί για το θρεπτικό μέρος αναφέρει το σώμα, το δε αισθητικό το υποδηλώνει με την ψυχή και το νοερό με το πνεύμα.

Επίσης κι ο Κύριος διδάσκει με το ευαγγέλιο το γραμματέα, να βάλει μπροστά από κάθε άλλη εντολή την αγάπη προς τον Θεό, που γίνεται ενεργητική με όλη την καρδιά και την ψυχή και την διάνοια. Νομίζω δε ότι κι εδώ την ίδια παραλλαγή αποσαφηνίζει ο λόγος, όταν ονομάζει την μεν σωματική κατάσταση καρδιά, ψυχή δε τη μεσαία, διάνοια δε την ανώτερη φύση, που είναι νοητική και ποιητική δύναμη.

Γι`αυτό κι ο Απόστολος γνωρίζει τρεις παραλλαγές προαίρεσης. Την πρώτη ονομάζει σαρκική, επειδή ασχολείται με τη γαστέρα και τις γύρω από αυτήν ηδονές και απολαύσεις. Την άλλη ψυχική, η οποία βρίσκεται μεταξύ αρετής και κακίας. Σ`αυτή την κατάσταση η προαίρεση στέκεται πάνω από την κακία, αλλά δε μετέχει εξ ολοκλήρου και στην αρετή. Την Τρίτη τη αποκαλεί πνευματική. Μέσα σ`αυτή βρίσκεται η τελειότητα του κατά Θεόν τρόπου ζωής.

Γι`αυτό γράφει στους Κορινθίους και τους επιπλήττει για την τάση τους προς τις απολαύσεις και τα πάθη: «Είσαστε σαρκικοί και δεν είσαστε ικανοί να κλείσετε μέσα σας τα τελειότερα δόγματα». Και σε άλλο σημείο κάνει σύγκριση της μέσης κατάστασης της προαίρεσης προς τη τέλεια και γράφει: «Ο ψυχικός άνθρωπος δεν αποδέχεται τα λόγια του Πνεύματος, γιατί τα θεωρεί ανοησία, ενώ ο πνευματικός διακρίνει τα πάντα, χωρίς ο ίδιος να γίνεται κατανοητός από κανέναν» (Α` Κορ. 3,1 και 2, 14-15). Όπως λοιπόν βρίσκεται ψηλότερα ο ψυχικός από τον σαρκικό, σύμφωνα με την ίδια αναλογία, στέκεται πιο ψηλά κι ο πνευματικός από τον ψυχικό.

Όταν, λοιπόν, λέγει η Γραφή ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε τελευταίος, μετά από κάθε έμψυχο ον, δεν κάνει τίποτε άλλο ο νομοθέτης από το να μας διδάσκει τα περί ψυχής, βλέποντας το τέλειο δημιούργημα, τον άνθρωπο, μεταξύ των τελευταίων σύμφωνα με κάποια αναγκαία σειρά της φυσικής τάξης. Γιατί μέσα στο λογικό συμπεριλαμβάνονται και τα υπόλοιπα. Και στο αισθητικό μέρος υπάρχει οπωσδήποτε και το φυσικό. Εκείνο όμως φαίνεται μόνο γύρω από το υλικό. Φυσικά, λοιπόν, ανεβαίνει η φύση από τα μικρότερα προς το τέλειο, χρησιμοποιώντας σκαλοπάτια, δηλαδή τις ιδιότητες της ζωής.

Κι επειδή ο άνθρωπος είναι ζώο λογικό, έπρεπε κατά συνέπεια , το όργανο του σώματος να κατασκευασθεί ανάλογο για τη χρήση του λόγου, όπως μπορείς να δείς και στους μουσικούς, οι οποίοι γράφουν τις μουσικές συνθέσεις, ανάλογα με το είδος του οργάνου, που θα τις εκτελέσει. Και με τις λύρες δεν παίζουν συνθέσεις, που είναι γραμμένες για αυλό, ούτε εκείνες που είναι για αυλούς με κιθάρες. Κατά τον ίδιο τρόπο έπρεπε και η κατασκευή των οργάνων για το λόγο, να είναι κατάλληλη, ώστε να ηχεί φυσικά, όταν θα σχηματίζεται από τα φωνητικά μέρη, ανάλογα με τη χρήση των λέξεων. Γι` αυτό προσκολλήθηκαν στο σώμα και τα χέρια.

Πράγματι μπορεί καθένας να απαριθμήσει αμέτρητες ανάγκες κατά τη διάρκεια του βίου, για τις οποίες χρησιμεύουν αυτά τα εφευρετικά και υπερεπαρκή όργανα για κάθε τέχνη και για κάθε ενέργεια, σε κείνον που τα χρησιμοποιεί και κατά τον πόλεμο και κατά την ειρήνη, όταν τα χρησιμοποιεί καλά. Αλλά η φύση πρόσθεσε στο σώμα τα χέρια, πέρα από κάθε άλλο σκοπό, κυρίως για χάρη του λόγου.

Γιατί, αν ο άνθρωπος δε διέθετε τα χέρια, οπωσδήποτε τα μέρη του προσώπου θα ήταν κατασκευασμένα και σ`αυτόν όμοια με τα των τετραπόδων, κατάλληλα για τη χρήση της τροφής. Έτσι θα είχε το πρόσωπο μακρουλό, που θα γινόταν πιο λεπτό κοντά στα ρουθούνια. Τα χείλη θα προεξείχαν μπροστά από το στόμα σκληρά, σαν να είχαν κάλους, σταθερά και χονδρά, για να είναι κατάλληλα για να συλλέγουν τη χλόη. Μέσα από τα δόντια θα βρισκόταν η γλώσσα, διαφορετική όμως και αυτή. Πως ακριβώς θα ήταν; Πολύσαρκη, σκληρή, τραχειά για να κατεργάζεται μαζί με τα δόντια, αυτό που βρίσκεται κάτω από τα δόντια; Ή ακόμη θα ήταν υγρή κι απλωμένη προς τα πλάγια, όπως είναι των σκύλων και των άλλων ζώων, που τρώγουν ωμά κρέατα, και του καρχαρία, που διαρρέει μέσα από τα μεταξύ των δοντιών διαστήματα;

Αν, λοιπόν, δεν υπήρχαν τα χέρια στο σώμα, πως θα αποτυπωνόταν σ`αυτό η έναρθρη φωνή, όταν η κατασκευή των γύρω από το στόμα τμημάτων δεν διαμορφωνόταν μαζί με αυτά για τη χρήση του λόγου; Τότε ως αναπόφευκτη συνέπεια θα ερχόταν ή το βέλασμα, ή ο βρυχηθμός, ή το γαύγισμα, ή το να χρεμετίζει ο άνθρωπος, ή να φωνάζει παρόμοια με τα βόδια και τους όνους, ή να μουγκρίζει σαν θηρίο. Τώρα όμως με το να τεθεί στο σώμα το χέρι, μένει απερίσπαστο το στόμα στην υπηρεσία του λόγου.

Συνεπώς τα χέρια έχουν δοθεί ως ιδιαίτερο γνώρισμα της λογικής φύσης, μια και ο Δημιουργός επενόησε έτσι, ώστε ο λόγος να διευκολυνθεί με τα χέρια.




ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΟΜΟΙΩΣΗ

«Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν»



Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης στην πραγματεία του «Περί κατασκευής του ανθρώπου» θέτει ένα πολύ σημαντικό ερώτημα, το οποίο και σήμερα απασχολεί κάθε γνωστικό: «Πως γίνεται να είναι εικόνα του θεού, αυτό το όν, που τώρα βρίσκεται μέσα στα πάθη, τις ασθένειες και τη φθορά, αυτό το όν, που καθώς φαίνεται έχει την ίδια μοίρα με το κουνούπι και το ποντίκι (όπως χαρακτηριστικά και με δόση χιούμορ μας το περιγράφει ο Άγιος)».

Έτσι η ανάπτυξη του θέματος της θείας εικόνος στον άνθρωπο συναρτάται με «γνωστικά» ερωτήματα που χρήζουν διερεύνησης..Ο Άγιος Γρηγόριος συμπεραίνει, πως μέσα στον άνθρωπο υπάρχουν δυο στοιχεία αντιμαχόμενα: αφ’ ενός μεν το στοιχείο της θείας εικόνος, η «φορά προς τα άνω», αφ’ ετέρου δε το στοιχείο της αλόγου φύσεως η «φορά προς τα κάτω». Ωστόσο ο άνθρωπος είναι τέτοιος όπως τον γνωρίζουμε, μόνο «μετά την πτώση του από το αγαθό».

Η θεία εικόνα δεν εξαφανίσθηκε , λένε οι πατέρες, αλλά εξαχρειώθηκε και έτσι όπως βρίσκουμε το ανθρώπινο ον, βυθισμένο στα βάσανα, δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε σ’ αυτό «το αρχαίο κάλλος».



Η ορθόδοξη Θεολογία έχει ως αφετηρία της ανθρωπολογίας της, την «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν θεού» πλάση του ανθρώπου και γι’ αυτό το λόγο μπορεί να φωτίσει με άπλετο φως και το ζήτημα του προορισμού του. Ολες οι άλλες θεωρήσεις του ανθρώπου τις οποίες μας δίδει η φιλοσοφία και η επιστήμη, μόνον «σπαράγματα» αληθείας μπορούν να περιέχουν, τα οποία χρειάζεται να ολοκληρωθούν στο φως της Αποκαλύψεως.


Η βιβλική αποκάλυψη, την οποία προϋποθέτει το έργο του Γρηγορίου Νύσσης, δεν «διαιρεί» τον άνθρωπο σε σώμα και πνεύμα, όπως καθαρά εξηγεί η αφήγηση της Γενέσεως. Αρκετά συχνά στην Αγία Γραφή ο όρος «σάρξ» υποδηλώνει τον όλο άνθρωπο. Μεταξύ σώματος και πνεύματος υπάρχει άρρηκτος σύνδεσμος, τέτοιος που ακόμη και η σύγχρονος επιστημονική ανθρωπολογία αδυνατεί να εξιχνιάσει.

Εδώ μάλιστα αξίζει να υπενθυμίσουμε και το περίφημο πρόβλημα της σχέσης του εγκεφάλου (ως υλικής βάσης της σκέψης) και του νου ή της ψυχής (πρόβλημα το οποίο υποκινεί ατελείωτες έρευνες και θεωρίες, παραμένοντας πάντα μυστηριώδες και ανεξιχνίαστο) κατεξοχήν αντικείμενο της σημερινής Γνωσιοεπιστήμης.


Στην βιβλική αφήγηση σαφώς διακρίνουμε πρώτιστα την διάπλαση της υλικής φύσης του ανθρώπου (αφού ο θεός κατά την γνωστή ανθρωποπαθή έκφραση, λαμβάνει «χουν από της γης»), η οποία εμψυχούτεται με τη παντοδύναμη ενέργεια της θεότητος, η οποία «εμφυσά» στο πρόσωπο της φιλοτεχνηθείσης μορφής «πνοήν Ζωής». Αυτή, ακριβώς, η εμψυχωμένη ύλη είναι που συνιστά το «ανεπανάληπτο Ένα» της ανθρωπότητας, δηλαδή τη θεόμορφη εικόνα της από όπου κατάγεται και η καθιέρωση μιας αμοιβαίας σχέσης με το θεό, που δικαιολογεί και την αδιάκοπη νοσταλγία και αναζήτησή Του.


Μπορούμε να βεβαιώσουμε πως τα βασικά σημεία του στοχασμού των Ορθοδόξων Πατέρων έχουν ήδη τεθεί ευκρινώς . Πρώτο σημείο: η ανθρώπινη φύση φέρει επάνω της, σαν ανεξίτηλη σφραγίδα, τη θεία εικόνα, έχει δημιουργηθεί με σκοπό την πρόοδο στο αγαθό, την «ομοίωση» με το Θεό. Δεύτερο σημείο: η ανθρώπινη φύση, στην τωρινή της κατάσταση, δεν είναι ακριβώς στη θέση που την τοποθέτησε ο θεός, έχει εκπέσει από το αρχικό μεγαλείο και χρειάζεται πολύς μόχθος για να ανυψωθεί και πάλι.


Ετσι μία σύγχρονη ανθρωπολογία της εκκλησίας απαραίτητα οφείλει να εκκινεί από αυτά τα δύο θεμελιακά στοιχεία,εάν θέλει να ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας. Διαφορετικά κινδυνεύει από τις πάσης φύσεως αιρετικές αποκλίσεις οι οποίες «συλλαμβάνουν» τον άνθρωπο σε μία αποσπασματικη θεώρηση και ταυτόχρονα οδηγούν σε μη-ορθή σωτηριολογία και κατανόηση του προορισμού του.



ΚΕΙΜΕΝΟ 

ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΟΜΟΙΩΣΗ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ : Ε.Π.Ε. εκδ. « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, τ. 5, σελ. 112.


Ας επαναλάβουμε και πάλι τη θεία φωνή «Ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο σύμφωνα με τη δική μας εικόνα και ομοίωση». Μερικοί από τους έξω της Εκκλησίας φαντάσθηκαν πράγματα φτωχά κι ανάξια για την ανθρώπινη μεγαλοφυΐα, εξυψώνοντας, καθώς νόμιζαν, τον άνθρωπο, με το να τον συγκρίνουν προς αυτό τον κόσμο. Γιατί λέγουν πως ο άνθρωπος είναι ένας μικρός κόσμος, που έχει τη σύστασή του από τα ίδια στοιχεία με εκείνα του σύμπαντος.

Όσοι όμως με τα μεγάλα ονόματα χαρίζουν τέτοιον έπαινο στην ανθρώπινη φύση, έχουν ξεχάσει ότι παρουσιάζουν ως σεβαστό τον άνθρωπο με τις ιδιότητες που υπάρχουν στο κουνούπι και το ποντίκι, γιατί και εκείνα τα ζώα έχουν τη σύστασή τους από αυτά τα τέσσερα στοιχεία. Γιατί οπωσδήποτε φαίνεται πως έχει κάποιο μερίδιο, ή μικρότερο ή μεγαλύτερο ως προς το έμψυχο, καθένα από τα όντα. Χωρίς αυτά τα στοιχεία κανένα από όσα διαθέτουν αίσθηση δεν μπορεί να υπάρχει ως προς τη φύση.

Ποιο είναι, λοιπόν το μεγαλείο, όταν θεωρείται ο άνθρωπος σαν μορφή και ομοίωμα του κόσμου; Του ουρανού δηλ. που παρέρχεται, ή της γης που αλλοιώνεται,( ή και όλων εκείνων που μέσα στον ουρανό και στη γη περικλείονται) , και με το πέρασμα αυτού που τα περιέχει, παρέρχονται μαζί κι αυτά; Αλλά σύμφωνα με το λόγο της Εκκλησίας σε τι έγκειται το ανθρώπινο μεγαλείο; Όχι βέβαια στην ομοιότητά του προς τον κτιστό, τον δημιουργημένο κόσμο, αλλά στο γεγονός ότι έχει δημιουργηθεί σύμφωνα με την εικόνα του Δημιουργού της ανθρώπινης φύσης.

Ποιο είναι το νόημα της εικόνας; Ίσως να αναρωτηθείς : πως γίνεται να εξομοιώνεται προς το σώμα το ασώματο; Πως (γίνεται ναεξομοιώνεται) το προσωρινό προς το αιώνιο , το μεταβλητό προς το αναλλοίωτο, δια της τροπής, το εμπαθές και φθαρτό προς το απαθές και το άφθαρτο , αυτό που πάντοτε συνυπάρχει και τρέφεται με την κακία προς το χωρισμένο από κάθε κακία ; Γιατί υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σ`αυτό που νοείται γύρω από το πρότυπο και σ`εκείνο που έχει δημιουργηθεί σύμφωνα με την εικόνα του. Γιατί η εικόνα προσδιορίζεται με αυτό το όνομα, αν ομοιάζει με το πρότυπο. Αν όμως η απομίμηση ξεφύγει απ`αυτό που υπάρχει μπροστά ως πρότυπο, είναι κάτι άλλο παρόμοιο κι όχι εικόνα εκείνου.

Πως, λοιπόν ο άνθρωπος, αυτό το θνητό και γεμάτο ασθένειες ζώο, που γρήγορα πεθαίνει, είναι εικόνα της αμόλυντης και καθαρής και αιώνιας φύσης; Τον αληθινό λόγο γι`αυτό το θέμα τον γνωρίζει με σαφήνεια μόνο η πραγματική Αλήθεια, ο Θεός. Εμείς, στο βαθμό που μπορούμε, ψάχνοντας για την αλήθεια μέσα από στοχασμούς και υποθέσεις, φρονούμε τα εξής για όσα αναζητούμε : Ούτε ο θεϊκός λόγος ψεύδεται, λέγοντας πως ο άνθρωπος δημιουργήθηκε σύμφωνα με την εικόνα του Θεού, ούτε η αξιολύπητη κακοπάθεια του ανθρώπινου σώματος ομοιάζει προς την μακαριότητα της χωρίς πάθη (θείας) ζωής.

Γιατί αν κανείς συγκρίνει τον άνθρωπο προς το Θεό, πρέπει να παραδεχθεί το ένα από τα δυο : Ή ο Θεός υπόκειται σε πάθος, ή είναι απαθής ο άνθρωπος. Ετσι να βρεθεί ο λόγος της ομοιότητας δια μέσου των ίσων γνωρισμάτων. Αν όμως ούτε ο Θεός είναι εμπαθής, ούτε κι ο άνθρωπος βρίσκεται έξω από το πάθος, άρα απομένει κάποιος άλλος λόγος, σύμφωνα με τον οποίο λέμε, ότι είναι αληθινή η θεία φωνή, που αναφέρει ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε σύμφωνα με την εικόνα του Θεού.

Αυτό το λόγο της Αγίας Γραφής, λοιπόν, πρέπει να τον επαναλάβουμε, μήπως και χειραγωγηθούμε με την βοήθεια των λέξεων προς την κατανόηση αυτού που συζητάμε. Αφού είπε «Ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο σύμφωνα με την εικόνα», και για ποιους λόγους να τον δημιουργήσουμε, προσθέτει και τούτο το λόγο : ότι δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο, σύμφωνα με την εικόνα του Θεού τον εδημιούργησε. «Άνδρα και γυναίκα τους εδημιούργησε».

( Το είπαμε ήδη και πιο πάνω, ότι αυτός ο λόγος ειπώθηκε από την αρχή, για να καταλύεται η ασέβεια των αιρετικών, για να μάθουμε ότι ο μονογενής Θεός εδημιούργησε τον άνθρωπο σύμφωνα με την εικόνα του Θεού, ώστε να μην ξεχωρίζουμε για καμία αιτία τη θεότητα του Πατρός και του Υιού, αφού η Αγία Γραφή ονομάζει Θεό εξίσου και τους δυο, τόσο Εκείνον που δημιούργησε τον άνθρωπο, όσο κι Εκείνον σύμφωνα με την εικόνα του οποίου δημιουργήθηκε. ). Ας αφήσουμε όμως το λόγο γι`αυτά, γιατί πρέπει να ξαναγυρίσουμε τη συζήτηση στο θέμα μας. Πως δηλαδή είναι κι ο Θεός μακάριος κι ο άνθρωπος αξιολύπητος, κι ονομάζεται αυτός από την Αγία Γραφή όμοιος προς Εκείνον.

Επιβάλλεται, λοιπόν, να εξετασθούν τα λόγια με προσοχή. Και θα διαπιστώσουμε πως άλλο βέβαια το δημιουργημένο σύμφωνα με την εικόνα, κι άλλο αυτό που τώρα φαίνεται μέσα στα βάσανα. «Δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο, σύμφωνα με την εικόνα του Θεού τον εδημιούργησε» λέγει. Τελειώνει η δημιουργία αυτού που δημιουργήθηκε σύμφωνα με την εικόνα. Κι έπειτα επαναλαμβάνει το σχετικό με τη δημιουργία λόγο και συμπληρώνει : «Άνδρα και γυναίκα τους εδημιούργησε».

Πιστεύω πως είναι στον καθένα γνωστό, ότι αυτός ο λόγος δεν αναφέρεται στο πρωτότυπο. Γιατί, καθώς λέγει ο Απόστολος, «Εν Χριστώ Ιησού δεν υπάρχει ούτε άνδρας ούτε γυναίκα» (Γαλ. 3,28). Κι όμως ξεχωρίζει ο λόγος τον άνθρωπο σε άνδρα και σε γυναίκα. Νομίζω πως αποκαλύπτεται από την Αγία Γραφή κάποια μεγάλη αλήθεια με όσα μας λέγει. Κι η αλήθεια είναι αυτή δυο πράγματα υπάρχουν και διαφέρουν μεταξύ τους στο έπακρο. Το ένα είναι η θεία κι ασώματη φύση, και το άλλο η άλογη και κτηνώδης ζωή. Στη μέση αυτών των δυο βρίσκεται η ανθρώπινη φύση. Και μπορεί κανείς να διακρίνει μέσα στο σύνθετο ανθρώπινο σώμα το μερίδιο του καθενός από τα δυο που αναφέραμε.


Και της μεν θείας φύσης μερίδιο είναι το λογικό και το διανοητικό, που δεν διακρινόταν ως προς τον άνδρα και τη γυναίκα. Ενώ της άλογης το μερίδιο χωρίζεται κατά την κατασκευή και τη διάπλαση σε άνδρα και σε γυναίκα. Γιατί το καθένα από αυτά τα δυο βρίσκεται οπωσδήποτε στο καθετί, που παίρνει μέρος στην ανθρώπινη ζωή.

Αλλά καθώς μαθαίνουμε από το Μωυσή που περιγράφει με τη σειρά τη δημιουργία του ανθρώπου, πρώτα δημιουργείται το νοερό, και εκ των υστέρων δημιουργείται για τον άνθρωπο η σχέση και η συγγένεια προς την άλογη φύση. Γιατί πρώτα λέγει ότι «εδημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο, σύμφωνα με την εικόνα του Θεού εδημιούργησε τον άνθρωπο», και δείχνει με αυτό που λέγει,( καθώς αναφέρει ο Απόστολος) , ότι σ`αυτόν δεν υπάρχειο άνδρας κι η γυναίκα. Έπειτα προσθέτει τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης, λέγοντας, «Άνδρα και γυναίκα τους εδημιούργησε».

Τι μαθαίνουμε, λοιπόν, απ`αυτό; Και κανείς ας μη με κατηγορήσει ότι από μακριά φέρω κοντά το λόγο στην έννοια που υπάρχει μπροστά μας. Ο Θεός κατά τη φύση του είναι καθετί που μπορεί να χωρέσει ο νους μας ως αγαθό. Ή μάλλον κι από κάθε αγαθό, που νοείται και γίνεται καταληπτό, είναι ακόμη ανώτερος. Και δεν δημιουργεί τον άνθρωπο για κανένα άλλο λόγο, παρά μόνο γιατί είναι αγαθός. Κι επειδή είναι αυτό που είναι, κι επειδή γι`αυτό παρακινήθηκε να δημιουργήσει τον άνθρωπο, δεν θα έδειχνε μισοτελειωμένη τη δύναμη της αγαθότητάς του, δίνοντας μεν ένα μέρος από τα προσόντα του, λυπούμενος δε να μεταδώσει και το άλλο. Αλλά η τέλεια μορφή της αγαθότητας βρίσκεται εδώ ακριβώς, στο να δημιουργήσει δηλ. τον άνθρωπο από την ανυπαρξία, και να τον καταστήσει ελεύθερο από την ανάγκη των αγαθών.

Επειδή όμως είναι μεγάλος ο κατάλογος των επί μέρους αγαθών, δεν είναι εύκολο να τον περιλάβει κανείς σε αριθμό. Γι`αυτό, αφού τα περιέλαβε όλα στην περιληπτική λέξη, τα φανερώνει λέγοντας πως ο άνθρωπος δημιουργήθηκε σύμφωνα με την εικόνα του Θεού. Κι αυτό είναι το ίδιο με το να λέγει, ότι δημιούργησε τον άνθρωπο να έχει μετοχή και κοινωνία σε κάθε αγαθό. Γιατί αν ο Θεός είναι το πλήρωμα των αγαθών, κι ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού, άρα με το να έχει την πληρότητα κάθε αγαθού, ομοιάζει η εικόνα με το πρότυπο







ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΨΥΧΗ



Χωρίς αμφιβολία, η πλατωνική και νέο-πλατωνική φιλοσοφία της οποίας κάνουν χρήση οι άγιοι Πατέρες, μπορεί να οδηγήσει σε παρεξήγηση των όρων σώμα-πνεύμα και σε απομάκρυνση από την καθαρά βιβλική θεώρηση του ανθρώπου, ως ψυχοσωματικής οντότητας.. Παραμένουμε πιστοί σ' αυτή τη Βιβλική θεώρηση όταν διαβάζουμε σωστά τους σχετικούς ανθρωπολογικούς όρους, διότι εάν αυτοί οι όροι «αναγνωσθούν» φιλοσοφικά και μόνον, μπορεί να παρασύρουν τη σκέψη σε υποτίμηση του σώματος (σώμα= σήμα ), ως δήθεν φυλακής της ψυχής (Πλάτων), κάτι που ήδη έχει συμβεί αρκετά συχνά στην Ιστορία της Εκκλησίας.

Το δόγμα όμως περί αναστάσεως των νεκρών μας υποδεικνύει την αξία του σώματος, ως «υπηρέτη» της ψυχής, αφού όλα τα καλά ή τα άσχημα διαπράττονται σε αυτή τη ζωή μέσω αυτού του «υλικού κομματιού» της φύσεώς μας, το οποίο θα περάσει στην αφθαρσία.


Ως ορθόδοξοι δεν πιστεύουμε απλώς στην «αιωνιότητα της ψυχής» αλλά στην «ανάσταση σαρκός». Οι Αγιοι Πατέρες, προκειμένου να διαλεχτούν με τον άνθρωπο της εποχής τους, είναι αλήθεια ότι «μετέγραψαν» τη βιβλική γλώσσα, του ελληνιστικού γεω-πολιτισμικού περιβάλλοντος, ασκώντας ένα είδος ιεραποστολής (με την Παύλεια έννοια). Σε μετέπειτα όμως εποχές οι ίδιοι αυτοί όροι οδήγησαν σε παρερμηνεία των «σημαινομένων» τους και έτσι ίσχυσαν ως «χριστιανική παράδοση» κάποιες αντιλήψεις, ξεκάθαρα απομακρυσμένες από τη βιβλική αποκάλυψη.


Αλλά και στην ίδια την Πατερική εποχή, είχαμε «πρακτική» εφαρμογή φιλοσοφικών τάσεων λ.χ. στο φαινόμενο του «εγκρατιτισμού», το οποίο κατεδίκασε η εκκλησία με τοπικές συνόδους (π.χ.Σύνοδος Γάγγρας κλπ). Οι εγκρατίται ήσαν ακραίοι ασκητές, που απέφευγαν την κρεοφαγία και το γάμο, όχι για λόγους άσκησης, αλλά διότι τα θεωρούσαν απορριπτέα «αυτά κάθε αυτά», ως σχετιζόμενα με την υλική υπόσταση του ανθρώπου. Οι πατέρες εν προκειμένω απεφάνθησαν δίνοντας το ορθό μέτρο της άσκησης και λέγοντας χαρακτηριστικά πως «δεν έμαθαν να είναι σωματοκτόνοι, αλλά παθοκτόνοι».


Μέσα στην ηθικο-κοινωνική ζωή των πιστών αρκετές φορές υπήρχαν παρεκκλίσεις, ακρότητες αλλά και συνήθειες ελάχιστα βιβλικές. Η περίπτωση των ηθικών «αιρέσεων» είναι ένα καλό δείγμα αυτών των ακροτήτων. Όμως οι άγιοι πατέρες ήσαν πάντοτε άνθρωποι του μέτρου, της βασιλικής οδού. Φρόντιζαν να δηλώσουν «τω βραχεί ρήματι και πολλή συνέσει» όχι μόνον το ορθό της πίστεως, αλλά το ορθόν και του ήθους. Ετσι το ποίμνιο ήταν δυνατόν να ακούει «τι λέγει το πνεύμα» και να ηττάται ο διάβολος, ο εφευρέτης των άκρων (τα άκρα είναι του διαβόλου, έλεγαν οι άγιοι).


Ο εχθρός του ανθρώπινου γένους δεν επιχαίρει μόνον για την ακολασία, την πορνεία, την ασέλγεια κλπ δια των οποίων μιαίνεται το σώμα, αλλά και για την μετ’ υπερηφανείας άσκηση και την εν τη πράξει υποτίμηση της «καλής λίαν» δημιουργίας (νοοτροπία που μολύνει πρώτα το πνεύμα). Όπως, λοιπόν, το ορθοδοξείν «εστί αεί σχοινοβατείν» (όπως λέει κάπου ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος σχετικά με το δόγμα) έτσι και γίνεται και με το ορθώς πράττειν. Ζητείται από εμάς η αληθής εκτίμηση της σχέσης σώματος-πνεύματος στον άνθρωπο, κάτι που μας υποδεικνύεται μέσα από τη θεόπνευστη ερμηνεία των Αγιογραφικών πηγών και με τη συνδρομή της ανθρώπινης σοφίας.



ΚΕΙΜΕΝΟ 

ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΟΤΙ ΜΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ : Ε.Π.Ε. εκδ. « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, τ. 5, σελ. 206.



Ο άνθρωπος είναι ένας. Αυτός που αποτελείται από ψυχή και σώμα. Και δεχόμαστε πως μια και κοινή είναι η αρχή της υπόστασής του, για να μην παρουσιάζεται ο ίδιος προγενέστερος και μεταγενέστερος του εαυτού του, όταν προηγείται το σωματικό στοιχείο και καθυστερεί το ψυχικό. Και πιστεύουμε πως στην προγνωστική δύναμη του Θεού , προϋπήρχε όλο το πλήρωμα του ανθρώπινου γένους. Γι`αυτό έχουμε και τη συμμαρτυρία της προφητείας. (Δανιήλ, Σωσάννα 42), που λέγει ότι ο Θεός γνωρίζει τα πάντα πριν από τη δημιουργία τους.

Αρνούμαστε όμως ότι κατά τη δημιουργία του κάθε ανθρώπου προηγείται το ένα του άλλου, δηλαδή ούτε η ψυχή προηγείται του σώματος, ούτε και το αντίθετο, ώστε ο άνθρωπος να μην επαναστατεί προς τον ίδιο τον εαυτό του, αφού θα διχάζεται με τη χρονική διαφορά της δημιουργίας των δυο συστατικών του.

Άλλωστε σύμφωνα με τη διδασκαλία των Αποστόλων η ανθρώπινη φύση μας είναι διπλή (Ρωμ. 7, 14 κ.ε. Α` Πετρ. 3,4). Αποτελείται από τον άνθρωπο που φαίνεται, κι από εκείνον που δε φαίνεται, αλλά είναι κρυφός. Αν ο μεν ένας υπάρχει από πριν, ο δε άλλος δημιουργείται μεταγενέστερα, θα αποδειχθεί ως ελλιπής η δύναμη του Δημιουργού, αφού δεν μπορεί μονομιάς να συμπληρώσει όλο το έργο, και χωρίζοντάς το στα δύο, απασχολείται ιδιαίτερα με το καθένα από τα δυο μισά.

Για το σιτάρι ή για οποιονδήποτε άλλο από τους σπόρους δεχόμαστε πως, καθετί που υπάρχει γύρω από το στάχυ, έχει συμπεριληφθεί στη δύναμη του σπόρου, δηλαδή και το χόρτο και η καλαμιά και οι ενδιάμεσοι κόμποι κι ο καρπός και τα άγανα, και τίποτε απ`αυτά, ως προς την αιτία της δημιουργίας, δεν προϋπάρχει ή δε γίνεται από πριν στη φύση του σπόρου. Αλλά σύμφωνα με κάποια φυσική σειρά φανερώνεται η δύναμη, η οποία βρίσκεται μέσα στο σπέρμα, χωρίς να εισχωρεί εκ των υστέρων άλλη φύση.

Σύμφωνα με το ίδιο παράδειγμα, νομίζω πως και το ανθρώπινο σπέρμα έχει σπαρμένη μέσα του, μαζί με την πρώτη αιτία της σύστασης, τη δύναμη της φύσης κι ότι αναπτύσσεται και φανερώνεται δια μέσου κάποιας φυσικής σειράς. Προχωρεί δε προς την ολοκλήρωση, χωρίς να παίρνει τίποτε απ`έξω επί πλέον, για τη συμπλήρωση του τέλειου ανθρώπου, και προωθεί τον εαυτό της με τάξη προς την τελειότητα. Ώστε δεν είναι αληθινό να ισχυριζόμαστε, πως υπάρχει η ψυχή πρίν από το σώμα, ούτε το σώμα χωρίς ψυχή, αλλά πως είναι κοινή και για τα δυο η αιτία. Και σύμφωνα με τον ανώτερο λόγο, αυτή η αιτία έχει κατατεθεί στο αρχικό θέλημα του Θεού, και κατά τον άλλο λόγο υπάρχει μαζί με τις αφορμές της γέννησης.

Γιατί, όπως μέσα στο σπέρμα που φυτεύεται στο σώμα για τη σύλληψη, δεν μπορεί κανείς να διακρίνει τη διάπλαση των μελών πριν από την διάπλαση, έτσι δεν είναι δυνατό να κατανοήσει τις ιδιότητες της ψυχής σ'αυτό προτού να εξελιχθεί σε ενέργεια . Κι όπως δεν μπορεί κανείς να αμφιβάλλει, ότι εκείνο το σπέρμα μορφοποιείται ανάλογα με τις διαφορές των αρθρώσεων και των σπλάχνων, χωρίς να εισέρχεται επί πλέον καμία άλλη δύναμη, αλλά εκείνη (η δύναμη), που βρίσκεται μέσα στο σπέρμα, μεταβάλλεται κατά τρόπο φυσικό αυτή η ίδια σε ενέργεια , έτσι και για την ψυχή μπορούμε να εννοήσουμε το ίδιο κατ`αναλογία : ακόμη και στην περίπτωση, που δε διακρίνεται δια μέσου κάποιων ενεργειών σ`αυτό το οποίο φαίνεται, δεν παύει να υπάρχει μέσα σ`εκείνο.

Γιατί ακόμη και η μορφή του ανθρώπου, που πρόκειται να δημιουργηθεί, βρίσκεται δυναμικά μέσα σε εκείνο, διαφεύγει μόνο την προσοχή, επειδή δεν είναι δυνατό να εκδηλωθεί, ως προς τα αναγκαία επακόλουθα. Έτσι και η ψυχή βρίσκεται στο σπέρμα κι όταν ακόμη δε φαίνεται. Θα εκδηλωθεί όμως δια μέσου της δικής της φυσικής ενέργειας, καθώς θα προχωρεί μαζί με τη σωματική ανάπτυξη.

Επειδή η δύναμη για τη σύλληψη, δηλαδή το σπέρμα, δεν αποσπάται από νεκρωμένο σώμα, αλλά από έμψυχο και ζωντανό, γι`αυτό θεωρούμε πως είναι αυτονόητο να μη νομίζουμε νεκρό κι άψυχο αυτό, που προέρχεται από ζωντανό οργανισμό και προορίζεται να αποτελέσει αφορμή ζωής. Γιατί, ότι είναι άψυχο μέσα στο σώμα, είναι οπωσδήποτε και νεκρό. Και η νέκρωση επέρχεται με τη στέρηση της ψυχής. Αλλά γι`αυτό δεν θα χαρακτηρίσει κανείς ως παλιότερη τη στέρηση από την κατοχή, αν βέβαια φαντάζεται κανείς το άψυχο, που σημαίνει νεκρότητα, ότι είναι παλαιότερο από την ψυχή.

Αν ζητάει κανείς μια πιο σαφή απόδειξη για το ότι εκείνο το μέρος, το οποίο γίνεται αιτία του ζώου που δημιουργείται ζει, είναι δυνατό και δια μέσου άλλων σημείων, με τα οποία ξεχωρίζεται το έμψυχο από το νεκρό, να το αντιληφθεί και από αυτό. Απόδειξη της ανθρώπινης ζωής θεωρούμε τη θερμότητα, την ενεργητικότητα και την κινητικότητα, ενώ η ψύξη και η ακινησία προκειμένου περί των σωμάτων, δεν είναι τίποτε άλλο παρά απόδειξη νεκρότητας.

Κι επειδή αυτό, για το οποίο μιλάμε, δηλαδή το σπέρμα, το βλέπουμε να είναι και θερμό και ενεργητικό, απ`αυτά συμπεραίνουμε πως δεν είναι άψυχο. Κι όπως ως προς το υλικό του μέρος δεν το αποκαλούμε σάρκα και οστά και τρίχες κι όσα άλλα φαίνονται γύρω από τον άνθρωπο, γιατί πιστεύουμε πως είναι εν δυνάμει το καθένα απ`αυτά, χωρίς να φαίνεται κατά την όψη, έτσι πιστεύουμε το ίδιο κι ως προς το ψυχικό του μέρος, δηλαδή ότι το λογικό και το επιθυμητικό και το θυμοειδές κι όσα φαίνονται γύρω από την ψυχή, έχουν θέση και στο σπέρμα, κι ανάλογα με τη δημιουργία και την ολοκλήρωση του σώματος, που βρίσκεται από κάτω ως βάση, αναπτύσσονται μαζί και οι ενέργειες της ψυχής.

Γιατί, όπως όταν φθάσει ο άνθρωπος το τέλειο, δείχνει ολοκάθαρα την ενέργεια της ψυχής, έτσι στην αρχή της σύστασής του υποδηλώνει με τον εαυτό του την απαραίτητη κι ανάλογη με την καθημερινή ανάγκη συνεργασία της ψυχής, με το να δημιουργεί η ίδια την κατάλληλη για τον εαυτό της κατοικία με το υλικό, που έχει εναποτεθεί μέσα της. Γιατί σκέπτομαι πως δεν είναι δυνατό να προσαρμόζεται η ψυχή σε ξένα οικοδομήματα, όπως δεν είανι δυνατό να προσαρμοσθεί σε άλλο ανάγλυφο η σφραγίδα που υπάρχει πάνω στο κερί.

Όπως το σώμα προχωρεί από το πολύ μικρό προς το τέλειο, έτσι και η ενέργεια της ψυχής, με το να είναι κατάλληλα φυτεμένη μέσα στο σώμα, ασχολείται μαζί του κι αναπτύσσεται μαζί του. Πραγματικά από την ενέργεια της ψυχής προηγείται στην αρχική δημιουργία, σαν άλλη ρίζα που κρύβεται μέσα στη γη, μόνο η δύναμη της αύξησης και της θρέψης. Γιατί το μικρό μέγεθος εκείνου το οποίο υποδέχεται, δε βαστάζει το περισσότερο. Έπειτα, όταν έλθει στο φως το φυτό (δηλαδή το σώμα) και δείξει στον ήλιο το βλαστό, τότε ανθίζει σ`αυτό και η χάρη των αισθήσεων. Όταν δε πλέον δυναμώσει και φθάσει στο ανάλογο ύφος, αρχίζει να λάμπει, σαν άλλος καρπός, η δύναμη του λογικού, χωρίς όμως να φαίνεται όλη, αλλά αυξάνεται με επιμέλεια μαζί με την ολοκλήρωση του οργάνου. Και καρποφορεί πάντοτε τόσο μόνο, όσο βαστάζει η δύναμη του σώματος, που βρίσκεται κάτω από αυτήν.



Αν αναζητείς μέσα στη διάπλαση του σώματος τις ψυχικές ενέργειες, πρόσεχε στον εαυτό σου, λέγει ο Μωυσής (Δεύτερον. 15,9) κα θα διαβάσεις σαν σε βιβλίο την ιστορία των έργων της ψυχής, γιατί η ίδια η φύση σου διηγείται, καθαρότερα από κάθε λόγο, τις ποικίλες ασχολίες της ψυχής μέσα στο σώμα, τόσο σε σχέση με όλα τα όργανα, όσο και με τα επί μέρους.


Νομίζω όμως πως είναι περιττό να διαπραγματεύομαι με λόγια, όσα αφορούν εμάς τους ίδιους, σαν να περιγράφω κάποιο από τα ασυνήθιστα θαύματα. Γιατί ποιός, προσέχοντας τον εαυτό του, έχει ανάγκη να γνωρίσει με λόγια τη δική του φύση; Επειδή, όποιος γνωρίζει τον τρόπο, με τον οποίο λειτουργεί η ζωή, και διαπιστώνει ότι ο σώμα είναι κατάλληλο για κάθε ζωτική ενέργεια, μπορεί να αντιληφθεί με τι ασχολήθηκε συστηματικά το υλικό μέρος της ψυχής κατά την ψυχική διάπλαση του δημιουργήματος. Ώστε δια μέσου και αυτού γίνεται φανερό στους συνετούς, πως αυτό που τοποθετήθηκε μέσα του, δε βρέθηκε νεκρό κι άψυχο στο εργαστήριο της φύσης. Και τούτο γιατί αποσπάσθηκε από ζωντανό σώμα εκείνο το απαραίτητο για τη σπορά του ζώου.

Άλλωστε και τις καρδιές των καρπών (τις ψίχες) και τα αποκόμματα από τις ρίζες δεν τα φυτεύουμε στη γη, αφού νεκρωθούν από τη ζωτική δύναμη που υπάρχει μέσα στη φύση τους, αλλά όσο ακόμη διατηρούν μέσα τους κρυμμένη, αλλά οπωσδήποτε ζωντανή, την ιδιότητα του πρωτοτύπου. Αυτή τη δύναμη δεν τη θέτει μέσα στο γύρω χώμα, φέροντας μέσα από έξω τις δικές του ιδιότητες, γιατί τότε θα έφθαναν στη βλάστηση και τα νεκρά δένδρα. Αλλά κάνει εμφανή εκείνη τη δύναμη , η οποία βρίσκεται μέσα στο χώμα, όταν με την υγρασία του το χώμα τρέφει το φυτό για να πετάξει και τη ρίζα και το φλοιό και την καρδιά και τις εκβλαστήσεις των κλάδων, ώστε να το καταντήσει τέλειο. Αυτό όμως δε θα ήταν δυνατό να γίνει, αν δεν είχε τεθεί μέσα στο σπόρο και κάποια φυσική δύναμη, η οποία με το να προσελκύει στον εαυτό της από τα γύρω σημεία τη σύμφυτη και κατάλληλη τροφή, γίνεται θάμνος ή δένδρο ή στάχυ ή κάποιο άλλο από τα φυτά, που προορίζονται για κάψιμο.

Τον τρόπο με τον οποίο είναι ακριβώς κατασκευασμένο το σώμα μας, τον μαθαίνει ο καθένας στον εαυτό του, από όσα βλέπει και ζει και νιώθει, παίρνοντας ως δάσκαλο την ίδια τη φύση του. Μπορεί όμως να μάθει τα πάντα με ακρίβεια, αν χρησιμοποιήσει και την εξιστόρηση που έχουν κάνει σε βιβλία, μετά από κοπιαστικές μελέτες πάνω σ`αυτά τα ζητήματα οι σοφοί για τα παρόμοια.

Άλλοι από αυτούς διδάσκουν με την ανατομία, σε ποια θέση βρίσκεται το καθένα από τα μέλη μας. Άλλοι γνωρίζουν κι εκθέτουν το σκοπό, για τον οποίο έγιναν όλα τα μέρη του σώματος, ώστε απ`αυτά να είναι ικανοποιητική η γνώση της κατασκευής του ανθρώπινου σώματος, για όσους είναι πιο φιλομαθείς.


Αν κανείς ζητάει κοντά σ`αυτούς να γίνει κι η Εκκλησία δάσκαλος και για όλα, ώστε να μη χρειάζεται καθόλου την απ`έξω διδασκαλία, επειδή αυτός είναι ο νόμος που ισχύει για τα πνευματικά πρόβατα, όπως λέγει ο Κύριος, το να μην ακούν δηλαδή ξένη φωνή (Ιωαν. 10,4-5), θα διαπραγματευθώ το θέμα και γι`αυτά με λίγα λόγια.








Αυξάνεσθε και Πληθύνεσθε

 

Τ

Το «αυξάνεσθε» αναφέρεται στην ηλικία, ενώ το «πληθύνεσθε» αναφέρεται στον αριθμό, να γίνεσθε δηλαδή περισσότεροι. Ετσι ερμηνεύει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης την σχετική ορολογία της Γενέσεως. Οπωσδήποτε οι δύο διηγήσεις που καλύπτουν το θέμα της ανθρωπολογίας έχουν πυκνότητα νοημάτων. Σχεδόν κάθε λέξη ή έκφραση περικλείει μέσα , πλούσιες ερμηνευτικές δυνατότητες για την καταγωγή και τον προορισμό του ανθρώπου. Οι πατέρες διαβάζοντας τη Γένεση, συνεχώς «επεκτείνουν» οι ίδιοι τα νοηματά της, φωτιζόμενοι άνωθεν όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας της

Ο άνθρωπος, κατά τον άγιο Γρηγόριο, πλάστηκε για να αυξάνει «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» και σταδιακά να προχωρεί στην ενωσή του με το Θεό. Η πτώση ανέκοψε αυτή τη διαδικασία. Γι’ αυτό στην τωρινή φάση της Ιστορίας, επέτρεψε ο Θεός «οικονομικώς» να αναπαράγεται ο άνθρωπος με τον ίδιο τρόπο που αναπαράγονται και τα ζώα, ώστε να συνεχίζεται η ύπαρξή του μέσα στο χρόνο.

Αυτή η δυνατότητα του εδόθη, διότι ο Θεός, ως παντογνώστης, είχε προϊδει την στροφή του προς τα αισθητά και τον εφοδίασε εκ των προτέρων με όλα όσα χρειάζεται για να συνεχίσει να επιβιώνει και να εξασφαλίζει την διαδοχή του.  Γι’ αυτό ο γάμος νομοθετήθηκε στην Εδέμ «εις αλληλοβοήθειαν και διαδοχή του γένους των ανθρώπων» (Ευχή της εκκλησίας).

 


Για ορισμένους πατέρες, η διαδοχή του ανθρωπίνου γένους, ακόμα και αν δεν συνέβαινε η πτώση, θα γινόταν με τον ίδιο τρόπο, που γίνεται και τώρα. Αλλοι (και μεταξύ αυτών και ο Γρηγόριος Νύσσης) λένε πως ο πολλαπλασιασμός θα γινόταν με «πνευματικό» και «αγγελικό» τρόπο, αν ο άνθρωπος έμενε στην αρχική του θέση, ευρισκόμενος σε κοινωνία με τον Θεό. Εδώ μπορούμε  να πούμε, πως πρόκειται για ένα θέμα θεολογούμενο (όπως και μερικά άλλα, ερμηνευτικού χαρακτήρα) και η εκτιμησή μας, υπερ της μίας ή της άλλης γνώμης, δεν θέτει σε κίνδυνο τη σωτηρία μας.

 

Είμαστε όμως βέβαιοι, πως στα καίρια ζητήματα της Αρχής και του Τέλους του κόσμου και του Ανθρώπου , οι Θείοι Πατέρες «εν μέρει» μόνο μας απαντούν και πάντοτε στα όρια των αντιληπτικών μας ικανοτήτων, φροντίζοντας να μας «επαναφέρουν στην τάξη» (όπως φαίνεται από εκφράσεις που χρησιμοποιούν στο λόγο τους), με προτροπή της μετ’ απλότητος και «παιδικής» εμπιστοσύνης, εγκαταλείψεώς μας στα όσα μας απεκάλυψε ο Θεός, μέσω των δούλων του προφητών και αποστόλων.

 

Αυτός είναι ο λόγος που ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης ανεπιφύλακτα παραθέτει τις γνώμες του (βεβαιώνοντας πως είναι τέτοιες με εκφράσεις όπως «εγώ νομίζω» ή «τα περισσότερα από αυτά ο Θεός τα γνωρίζει» κλπ) και επεξεργάζεται πλείστα όσα γνωστικά θέματα με άνεση (και συνάμα με άρτια φιλοσοφική και επιστημονική γνώση).

Θα μας πει λ.χ. για τις ηλικίες του ανθρώπου, τον τρόπο της αύξησης του και το πώς η κοσμική παιδεία όλα αυτά τα έχει ερευνήσει, εντάσσοντας στην αφήγησή του γνώσεις της «θύραθεν» σοφίας και εναρμονίζοντας τα με το βιβλικό κείμενο.

 

Εντυπωσιακή είναι, επίσης η ερμηνεία του «κατακυριεύσατε της γης», την οποία ο άγιος αποδίδει δια του τρόπου της λογικής εποπτείας πάνω στην κτίση και όχι μόνον δια της πληρώσεως του χώρου με νέες υπάρξεις. Και η σύγχρονος Ανθρωποκεντρική φιλοσοφία συμφωνεί με τούτο: μπορούμε να κυριαρχήσουμε στο Σύμπαν, είμαστε οι κατακτηταί του, μέσω της Ορθολογικής Επιστήμης και της Τεχνολογίας, δηλαδή της πρακτικής εφαρμογής των λογικών ερευνών μας . Η διαφορά είναι ότι η σύγχρονος φιλοσοφία θεωρεί το ανθρώπινο ον ως αυτόνομο, αφού εν πολλοίς αρνείται την ύπαρξη πραγματικοτήτων «εκτός» του ανθρώπου, άρα αρνείται και τον «φωτισμό» του ανθρωπίνου λόγου από το πνεύμα του Θεού.

 Εξαιτίας αυτής της αντιλήψεως η κυριαρχία επι της φύσεως «εκτρέπεται» σε καταδυναστεία των δημιουργημάτων του Θεού, όπως φαίνεται καθαρά στις διάφορες καταχρήσεις της τεχνολογικής προόδου, με τις συνεπαγόμενες απογοητεύσεις από την «ηθική» της Επιστήμης και της Γνώσης. Μόνον η επάνοδος στην ορθή Ανθρωπολογία και Κοσμολογία της Αποκαλύψεως και των Πατέρων, μπορεί να σώσει από τις καταστροφές στις οποίες αλάνθαστα οδηγείται  ο κόσμος μας, από την άνευ θεού "κυριαρχία" επ' αυτού και την συνεπαγόμενη αλαζονεία των  ανθρώπων.


ΚΕΙΜΕΝΟ 

"ΑΥΞΑΝΕΣΘΕ ΚΑΙ ΠΛΗΘΥΝΕΣΘΕ"

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ : Ε.Π.Ε. εκδ. « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, τ. 5, σελ. 384.


Κ«Και εδημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο». Τι είναι, λοιπόν ο άνθρωπος; Εμείς θα δώσουμε τον ορισμό, σύμφωνα με όσα διαβάσαμε και διδαχθήκαμε. Γιατί εμείς δεν έχουμε ανάγκη να δανειζόμαστε ξένους όρους, ούτε και να παρεμβάλλουμε ως συμπλήρωμα, όσα προέρχονται από τη ματαιότητα (δηλαδή από τη φιλοσοφία) στο αληθινό νόημα.

Άνθρωπος είναι το λογικό δημιούργημα του Θεού, που δημιουργήθηκε σύμφωνα με την εικόνα του Δημιουργού του. Αν λείπει κάτι απ`αυτό τον ορισμό, ας το σκεφτούν εκείνοι που καταξοδεύτηκαν για να αποκτήσουν τη φθειρόμενη σοφία. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε σύμφωνα με την εικόνα του Θεού. «Και ευλόγησε ο Θεός τον άνθρωπο κι είπε σ`αυτόν : Να αυξάνεσθε και να πολλαπλασιάζεσθε και να γεμίσετε τη γη». Αυτή είναι κι η ευλογία των ψαριών. «Κι είπε ο Θεός : Να ξεπετάξουν τα ύδατα ερπετά με ψυχές ζωντανές κι έτσι έγινε». Έπειτα είπε ο Θεός «Να αυξάνεσθε και να πολλαπλασιάζεσθε και να γεμίσετε τα ύδατα».

Λοιπόν τι περισσότερο από αυτό; Αναγκαστικά σου χάρισε ο Θεός αυτά. Σου έδωσε και τα κοινά με τα άλλα ζώα και σου επιφυλάσσονται τα ιδιαίτερα. Γιατί και συ αυξάνεις, όπως και τα άλλα ζώα. Από τα αρχικά μικρό φθάνεις στην ολοκλήρωση με τις διαδοχικές προσθήκες. Με τον ίδιο τρόπο και τα άλογα και τα σκυλιά. Έτσι κι οι αετοί κι οι κύκνοι κι όλα, όσα θα μπορούσες να αναφέρεις. Από την πρώτη μικρή κυοφορία, με τη σταδιακή προσθήκη απολαμβάνουν την τέλεια αύξηση. Και πάλι με τη μείωση ξαναγυρίζουν στο λιγότερο. Όσα ήταν, λοιπόν, κοινά της φύσης των ζώων και σε μας τα χάρισε.

«Να αυξάνεσθε», δηλαδή να τρέφεσθε για να γίνεται μεγάλοι, επειδή γεννιώσαστε μικροί και να υπάρχει ένα όριο στην ανάπτυξη. Επειδή κατά τα πρώτα επτά χρόνια τρεφόμαστε, και στη δεύτερη εβδομάδα των ετών σημειώνεται η ανάπτυξη του σώματος, αυτό δεν σημαίνει ότι υποχρεωτικά θα αναπτυσσόμαστε κατά τον ίδιο τρόπο σε κάθε χρονική περίοδο της ζωής μας, ανάλογα με τις επταετίες που διαδοχικά θα προσθέτουμε στην ηλικία μας.

Τα πρώτα επτά χρόνια αποτελούν την παιδική ηλικία. Φανερά σημάδια αυτής της ηλικίας είναι η αλλαγή των δοντιών. Τα πρώτα πέφτουν, ξεφυτρώνουν τα δεύτερα. Προς το τέλος των δεκατεσσάρων χρόνων αρχίζει η δεύτερη περίοδος της ανάπτυξης. Η δεύτερη, λοιπόν, είναι η παιδική. Γιατί πρώτα γεννιέται νήπιο, έπειτα γίνεται παιδί, ύστερα έφηβος, μετά από τα δεκατέσσερα κι απάνω γίνεται άνδρας. Εδώ είναι τα όρια της τρίτης ανάπτυξης.

Να αναπτυσσόσαστε, λοιπόν. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως αν φθάσεις στα εκατό χρόνια, θα είσαι επιδεκτικός ανάπτυξης από το πρώτο μέχρι το εκατοστό έτος. Αυτό το «αυξάνεσθε» είναι μια λέξη ειπωμένη με σοφία κι έχει αποταμιευμένη την προνοητικότητα. Να αναπτυσσόσαστε μέχρι ενός σημείου, αλλά δε θέτει όρια στην ανάπτυξη. Κατά την ώρα της σύλληψης, που συντελείται στη μήτρα, σπέρνονται κι οι προϋποθέσεις της ανάπτυξης. Γιατί δεν είναι μετά απ`αυτό, (δηλαδή τη σύλληψη), νεότερο το χάρισμα της ηλικίας, που εμφανίζεται εκ των υστέρων, αλλά οι καταβολές που έγιναν στο μητρικό κόλπο έχουν ταυτόχρονα καταβάλλει και τις ικανότητες για την ανάπτυξη.

Πέφτουν τα δόντια, αντιλαμβανόμαστε ότι αναπτύχθηκε τόσο το ύψος. Μετράει ο πατέρας το παιδί στα τρία του χρόνια. Και υπολογίζει ότι θα έχει το διπλάσιο απ`αυτό ύψος, όταν τελειώσει η περίοδος των επτά ετών. Γιατί όσο φθάσει στην τριετία, δυο φορές τόσο θα είναι, ή ξανά τόσο θα είναι κατά τη συμπλήρωση της ανάπτυξης. Αυτό είναι το μέτρο της ανθρώπινης φύσης μέχρι τέλους, μέχρις ενός ορίου, από την πρώτη επταετία μέχρι τη δεύτερη. Σ`αυτή λοιπόν την ηλικία, η θερμότητα είναι περισσότερη, η σωματική διάπλαση γίνεται κατά διαστήματα, η υγρότητα ξηραίνεται, τα μέλη ισχυροποιούνται.

Στην αρχή τα μέλη είναι απαλότερα από των ενηλίκων, γιατί οι άνθρωποι δεν έχουν φθάσει ακόμη το τέλειο. Γιατί είναι ακόμη νεοφτιαγμένο το σώμα τους κι ακατάλληλο για δουλειές που απαιτούν αντοχή. Αποκτάει, λοιπόν, ο άνθρωπος την ελαφρότητα και την ευκινησία. Και στην τρίτη επταετία φθάνει στην πλήρη ανάπτυξη. Δεν αυξάνει πια σε ύψος το ανάστημα του σώματος. Μετά την τρίτη επταετία, όταν ξεκουραστεί η φύση από τους κόπους της προς τα άνω ανάπτυξης αρχίζει στο εξής να προχωρεί προς τα πλάγια και , κατά κάποιο τρόπο, να θεμελιώνει γύρω-γύρω αυτά που υψώθηκαν, και να τοποθετεί γύρω από αυτά πάχη, και να ισχυροποιεί τα μέλη του σώματος.

Αυτά τα επιτελεί η φύση σύμφωνα με τη δική της σειρά. Αυτή η σειρά καθιερώθηκε από την αρχή με το θεϊκό πρόσταγμα, που τότε ακούστηκε, κι έκτοτε προχωρεί δια μέσου όλης της δημιουργίας μέχρι το τέλος: «Να αυξάνεσθε και να πολλαπλασιάζεσθε».

Β.

«Να αυξάνεσθε», για να μην περιορισθεί σ`έναν μόνο η δημιουργία. «να πολλαπλασιάζεσθε», για να μην μείνει στον ένα, αλλά και στους πολλούς. «Και να γεμίσετε τη γη». Να την γεμίσετε δε όχι με το να την κατοικείτε, γιατί έτσι θα ζούσαμε στενόχωρα, αν ήταν η γη τόση, όση για να μας χωρεί. Να την γεμίσετε, αλλά με την κυριαρχία. Γιατί σε μας έδωκε ο Θεός την κυριαρχία της γης. «Να γεμίσετε τη γη» όχι βέβαια και την διακεκαυμένη και την ακαλλιέργητη και την παγωμένη και αδιάβατη, ούτε κι αυτή βέβαια την γεμίζουν οι άνθρωποι αναγκαστικά, αλλά μας έκαμε εξουσιαστές να την γεμίζουμε. Και την γεμίζουμε με την δύναμη του νου.



Όταν π.χ. βλέπουμε πόση είναι η έκταση της διακεκαυμένης κι ακατοίκητης ζώνης, όταν ξέρουμε πόση είναι η βόρεια περιοχή, η οποία εξαιτίας της υπερβολικής ψύξης της μένει ακαλλιέργητη κι αχρησιμοποίητη, δε γεμίζουμε τη γη ; Όταν εκλέγουμε τη χρήσιμη έκταση κι απορρίπτουμε όση είναι άχρηστη για διαμονή των ανθρώπων, δε γεμίζουμε τη γη ; Ώστε μας έκανε κυρίαρχους με το λόγο του : «Να γεμίζετε τη γη». Και μην πεις ότι επειδή δεν κάνουμε χρήση όλης της γης, δεν έχουμε και την κυριαρχική εξουσία πάνω σ`όλη τη γη.

Γιατί και συ όταν αγοράζεις π.χ. το σιτάρι, δεν είσαι κύριος όλης της ποσότητας του σιταριού. Επειδή από το σιτάρι ένα μόνο μέρος είναι φαγώσιμο, το δε άλλο, δηλαδή τα πίτουρα, είναι για πέταμα. Και τις πέτρες πετάς επίσης ως άχρηστες, καθώς κι ότι άλλο, ακατάλληλο για φαγητό, έχει αναμιχθεί, και το άχυρο λιχνίζεις και το ζιζάνιο αποβάλλεις, όταν προτιμάς εκείνο που είναι καθαρό για τη διατήρηση της ζωής.

Το ίδιο , λοιπόν, συμβαίνει και με τη γη. Ένα μέρος της, το καλύτερο, δόθηκε για κατοικία των αξίων. Ένα άλλο μέρος, το απαραίτητο, στη γεωργία, και το άλλο αφέθηκε ως βοσκότοπος, των τετραπόδων ζώων. Σε ερωτώ κι εσύ απάντησέ μου : Μπορώ να κάνω τη διαθήκη μου, σύμφωνα με τη θέλησή μου, επειδή είμαι κυρίαρχος, με βάση τη δωρεά του Δημιουργού μου; «Και να γεμίσετε τη γη και να είστε εξουσιαστές των ψαριών της θάλασσας και των πτηνών του ουρανού και των θηρίων της γης».




( Η ΑΜΦΙΣΗΜΙΑ ΤΩΝ ΔΕΡΜΑΤΙΝΩΝ ΧΙΤΩΝΩΝ )


(από το βιβλίο του Παν. ΝΕΛΛΑ : ΖΩΟΝ ΘΕΟΥΜΕΝΟΝ )




Η πατερική διδασκαλία για την εικόνα και τους δερμάτινους χιτώνες, προσφέρει νομίζουμε, πέρα από μια ορθόδοξη κατανόηση του αν­θρώπου, και το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα μπορούσε να στηριχθεί η ορθόδοξη θεολογία, για να βοηθήσει α­ποτελεσματικά το σύγχρονο κόσμο. Η στάση της ορ­θόδοξης θεολογίας απέναντι στον κόσμο προσδιορίζε­ται από τα παραπάνω ως ριζικά κριτική και ταυτό­χρονα, ως το ίδιο ριζικά θετική.

Ή ορθόδοξη θεολογία καλείται κατ' αρχήν να κρίνει και να καταδικάσει ανυποχώρητα την αυτονομία σε όλα τα επίπεδα και όλες της τις μορ­φές. Μελετώντας την ανθρωπολογική διάσταση της αμαρτίας, βλέπουμε πώς η αυτονομία είναι η πηγή και το περιεχόμενο της αμαρτίας, επειδή αποτελεί παραχάραξη της αλήθειας του ανθρώπου, ακρωτηριασμό και εγκλω­βισμό του στη βιολογικότητα. Το έγκλημα αυτό γίνε­ται μεγαλύτερο, όταν ο ντυμένος με τους δερμάτινους χιτώνες άνθρωπος τους αυτονομεί στη συνέχεια και αυτούς. Στην περίπτωση αυτή οι δερμάτινοι χιτώνες εμφανίζονται με την αρνητική μόνο όψη τους, λειτουρ­γούν ως φρόνημα της σαρκός και οδηγούν, κατά τον Παύλο, αναπότρεπτα στο θάνατο.


Αυτό σημαίνει για τις μέρες μας, πώς ή αυτονόμηση του νόμου, της σε­ξουαλικότητας, της τεχνολογίας, της πολιτικής κλπ. κινδυνεύει να οδηγήση την ανθρωπότητα σε μια ηθική, πολιτιστική, ακόμα και βιολογική αυτοκαταστροφή. Ή χριστιανική θεολογία έχει χρέος να κηρύξη με ένταση την αλήθεια αυτή, γιατί πραγματικά "εσχάτη ώρα εστί".

Αλλά για να κάνη το έργο αυτό η σύγχρονη χρι­στιανική θεολογία, οφείλει να ξαναβρεί την ευαγγελική και πατερική γνησιότητά της. Είναι αδύνατο να ακου­στή ο λόγος της από οποιοδήποτε αξιοπρεπή σημερινό άνθρωπο, όταν παρουσιάζει την αμαρτία ως απειθαρχία σε εξωτερικές εντολές ή, ακόμη χειρότερα, ως απειθαρ­χία σε μια παγιωμένη κοινωνική ή πολιτιστική κατά­σταση. Η παραχάραξη της βιβλικοπατερικής διδασκαλίας από τη χριστιανική θεολογία, τη δύση αρχικά, υπήρ­ξε μεγαλύτερη και είχε συνέπειες οδυνηρές. Ή αντίλη­ψη δτι αρχική φύση του Αδάμ ήταν η βιολογική του συγκρότηση, στην οποία προστέθηκε από το Θεό ως υπερφυσικό δώρο ή χάρις, οδήγησε σοβαρούς αναζη­τητές της γνησιότητας του ανθρώπου, μέσα σε γενικότερες βέβαια συνθήκες και κάτω και από άλλες επιδρά­σεις, στην απόρριψη του Θεού.


Αντίστοιχες συνέπειες είχε το αξίωμα του Αυγου­στίνου σύμφωνα με το οποίο «si homo non periisset, Filius hominis non venisset». Αυτό παγίδεψε το Χριστό και κατ' επέκταση τη χριστιανική ζωή, τις πραγματικότητες της Εκκλησίας, των μυστηρίων, της πίστεως κλπ., στα όρια πού προσδιορίζει ή αμαρτία. Ο Χριστός δεν είναι στην προοπτική αυτή τόσο ό δη­μιουργός και ανακεφαλαιωτής των πάντων, το Α και το Ω πού λέει η Γραφή, αλλά μονοδιάστατα ο λυτρω­τής από την αμαρτία. Η χριστιανική ζωή δε νοείται τόσο ως πραγμάτωση του αρχικού προορισμού του Αδάμ, ως δυναμική μεταμόρφωση του ανθρώπου και του κόσμου και ένωση με το Θεό, αλλά ως απλή απο­φυγή της αμαρτίας. Τα μυστήρια δεν είναι πραγμάτωση εδώ και τώρα της Βασιλείας του Θεού και φανέρω­σή της, άλλα απλά θρησκευτικά καθήκοντα ή μέσα για να αποκτηθεί η χάρις. Το ίδιο τα καλά έργα και η πί­στη.


Τα όρια στενεύουν με τον τρόπο αυτό ασφυκτικά. Η Εκκλησία ξεχνάει τον οντολογικό δεσμό της με τον κόσμο. Και ο κόσμος μη βλέποντας τη γνησιότητά του να καταξιώνεται μέσα στην Εκκλησία, μιλάει για αλλοτρίωση και κόβει τη σχέση του μ' αυτή. Η θεολογία της εικόνας και των δερμάτινων χιτώ­νων ξεπερνάει τις δυσκολίες αυτές, κι άλλες παραπλή­σιες, και μπορεί να βοηθήσει πραγματικά τον κόσμο.


Βλέποντας τον άνθρωπο και τον κόσμο ως εικόνα, τι­μά την εικόνα και το υλικό πού εικονίζει την εικόνα. Όταν το υλικό ζητάει να αυτονομηθεί, να μην εικονίζει το αρχέτυπο αλλά τον εαυτό του, δε διστάζει να διακη­ρύξη ότι με την πράξη του αυτή το υλικό αυτοκαταστρέφεται. Καταδικάζει ριζικά την πράξη της αυτονό­μησης, αλλά συνεχίζει να αγαπά το τραυματισμένο και φθαρμένο υλικό, αφού ο Θεός το αποδέχθηκε και του'δωσε με την αγάπη του τις νέες δυνατότητες και την καινούργια λειτουργικότητα των δερμάτινων χιτώνων.


Τιμά τους δερμάτινους χιτώνες, το γάμο, την επιστή­μη, την πολιτική, την τέχνη κλπ., χωρίς όμως να διστάζει να ειδοποιεί τους ανθρώπους ότι η αυτονόμηση και αυτών φέρνει την τελική παγίωση της αμαρτίας και την απώλεια του ανθρώπου μέσα της. Με την ταυτό­χρονη αυτή κρίση και καταξίωση του κόσμου η ορθό­δοξη θεολογία μένει πιστή στη βιβλικοπατερική διδα­σκαλία για το δίμορφο χαρακτήρα των δερμάτινων χι­τώνων.

Η θέση αυτή της παραδόσεώς μας έχει για το σημερινό κόσμο ιδιαίτερη σημασία. Δείχνει από το ένα μέρος, ότι το να εναποθέση ό άνθρωπος την ελπίδα του αποκλειστικά στους δερμάτινους χιτώνες, σε ο­ποιαδήποτε έκφραση τους, αποτελεί όχι μόνο ματαιοπονία και ουτοπία, αλλά τραγικό λάθος.

Γιατί αυτονομημένοι οι δερμάτινοι χιτώνες λειτουργούν αντίστροφα. Πραγματικά, δεν είναι τυχαίο αλλά φυσικό και αναπόφευκτο για την αντεστραμμένη αυτή τάξη των πραγμάτων, ειλικρινείς επαναστάσεις για την ελευθερία να οδηγούν μόλις πετύχουν στην υποδούλωση, η μεγάλη ανάπτυξη της παραγωγής να οδηγεί στον πληθω­ρισμό, η διατήρηση της ειρήνης να απαιτεί την αύξηση των εξοπλισμών, δηλαδή την προετοιμασία του πολέ­μου.


Φωτισμένοι κοινωνιολόγοι οδηγήθηκαν από την ορθή μελέτη των φαινομένων αυτών να προτείνουν, ότι το πρόβλημα της ανθρωπότητας στις μέρες μας είναι ηθικό, μεγάλοι οικονομολόγοι ότι είναι πρόβλημα αυ­τοσυγκράτησης στην κατανάλωση ή εγκράτειας, μεγά­λοι φιλόσοφοι ότι είναι πρόβλημα οντολογικό. Έχουν δίκαιο, αλλά όλες αυτές οι θέσεις είναι ακόμη ανεπαρ­κείς. Για την αγία Γραφή και τους ορθόδοξους πατέ­ρες, το κέντρο του προβλήματος είναι η πίστη στο Θεό, δηλαδή το αν ο άνθρωπος τοποθετεί ή όχι το σκοπό του στο Θεό.


Αν ο σκοπός του ανθρώπου τοποθετηθεί μέσα στην κτίση, σε χαμηλότερο (ευημερία) ή υψηλότερο (ηθική τάξη) επίπεδο, πολύ περισσότερο αν το είναι του ανθρώπου κατανοηθεί ενδοκοσμικά, δημιουργείται οπωσδήποτε αδιέξοδο, αφού η κίνηση, η εξέλιξη προς το άκτιστο ανακόπτεται και ο θεοειδής από τη φύση του άνθρωπος ακρωτηριάζεται περιοριζόμενος στην ενδοκοσμικότητα. Στην περίπτωση αυτή οι δυνάμεις πού κινούν τον άνθρωπο και τον κόσμο αποπροσανατολί­ζονται, αλληλοσυγκρούονται και αυτοεξουδετερώνονται. Για το λόγω αυτό, από αγάπη δηλαδή για τον άν­θρωπο, η ορθόδοξη θεολογία νοιώθει το χρέος να είναι στην καταδίκη της αυτονομίας ριζική και ανυποχώρη­τη.


Από το άλλο μέρος όμως, ή ίδια αγάπη κάνει την ορθόδοξη θεολογία να τοποθετείται θετικά μπροστά στον κόσμο, με την ίδια και στο σημείο αυτό ανυ­ποχώρητη ριζικότητα. Γιατί ό κόσμος είναι δη­μιούργημα του Θεού και οι ίδιοι οι δερμάτινοι χιτώνες, η δεύτερη θετική όψη τους, ευλογία και δώρο του Θεού.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι στο θέμα αυτό χαρακτηριστικά σαφής και επίμονος. Διδάσκει, μιλώντας για το συγκεκριμένο θέμα των τεχνών,ότι οι τέχνες αναπτύχθηκαν μετά την πτώση προοδευτικά πάνω στη γη. Και βλέπει στην κοινωνική και επιστημονική, όπως θα λέγαμε σή­μερα, αυτή εξέλιξη να λειτουργεί και να αναπτύσσεται θετικά η δύναμη με την οποία προίκισε την ανθρώπινη φύση ο Θεός.


«Ορα δε μοι κατά μικρόν, αγατητέ, πώς η του κόσμου σύστασις οικονομείται· και έκαστος υπό της παρά Θεού σοφίας εγκειμένης τη φύσει ευρετής εκ προοιμίων τέχνης τινός γέγονε, και ούτως είς τον βίον εισήνεγκε τα των τεχνών επιτηδεύματα. Ο γαρ πρώτος την έργασίαν εύρε επί της γης, ο μετ' αυτόν την ποιμαντικήν, έτερος την κτηνοτροφίαν και άλλος την μουσικήν, έτερος την χαλκευτικήν, ούτος δε (ό Νώε) την άμπελουργικήν από της έγκειμένης τη φύσει διδασκαλίας επενόησε».

Σε άλλη ομιλία του, θεωρεί τη φυσική ικανότητα του ανθρώπου να υποτάσσει και να χρησιμοποιεί τις δυνάμεις της αλόγου φύσεως, ως δώρο και ευλογία του Θεού. Ο ίππος, λέει, είναι ταχύτερος από τον άνθρω­πο. Αλλά όσο ταχύς κι αν είναι, δε μπορεί να διανύσει πάνω από διακόσια στάδια τη μέρα. Ο άνθρωπος ό­μως, αλλάζοντας υποζύγια μπορεί να διανύσει πάνω από δυο χιλιάδες στάδια.


«Ώστε, συμπεραίνει, όπερ εκείνω το τάχος, τούτω ό λογισμός και ή τέχνη παρ­έσχε μετά πλείονος της υπερβολής... Των αλόγων ουδέ έν ζώων, συνεχίζει, έτερον προς την εαυτού χρείαν υπόζευξαι δύναται, ο δε άνθρωπος πάντα έπεισι, καί δια της ποικίλης τέχνης της παρά του Θεού δο­θείσης αυτώ, προς την μάλιστα αυτώ προσήκουσαν οικονομίαν έκαστον υπάγει των ζώων». Αναμφίβο­λα βρίσκεται στην κατεύθυνση της διδασκαλίας αυτής το να πούμε σήμερα, πώς είναι δώρο του Θεού η τέχνη με την οποία ό άνθρωπος δαμάζει «προς την μάλιστα αυτώ προσήκουσαν οικονομίαν», τη δύναμη του ατμού ή του ηλεκτρισμού ή του ατόμου.


Νοιώθουμε συχνά φόβο μπροστά στα επιτεύγματα της σύγχρονης επιστήμης, στην ατομική π.χ. ενέργεια. Όπως ένοιωθαν φόβο πολλοί χριστιανοί τον καιρό του Γαλιλαίου, επειδή έβλεπαν ένα ορισμένο κοσμοείδωλο, μέσα στο οποίο αισθάνονταν ασφαλισμένοι να αλλάζει. Αλλά οι άγιοι, πού δεν εναποθέτουν την ελπίδα τους σε κανένα κοσμοείδωλο και σε καμιά συγκεκριμένη μορφή πολιτισμού, δε φοβούνται . Αντίθετα χαίρουν και δοξάζουν το Θεό για τις καινούργιες τέχνες πού μ' αυτές οι άνθρωποι μέσα στις καινούργιες ανάγκες κάθε εποχής οικονομούν τη σύσταση του κόσμου τους. Ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το βιβλίο της Γενέσεως, γράφει επί πλέον ότι ο Θεός «της οικείας φιλανθρωπίας την ύπερβολήν επεδείξατο» και με το ότι «πολλά έτερα και αναρίθμητα είδη είς αυ­τόν (τον πεπτωκότα άνθρωπο) κατέθετο».

Πρόκειται για τις νέες λειτουργίες με τις οποίες προίκισε ό Θεός τον αμαρτήσαντα άνθρωπο, για τη θετική όψη των δερμάτινων χιτώνων. «Σύ δε σκόπει», δηλαδή άνοιξε τα μάτια σου, βλέπε, επιμένει αλλού : «και τα νηχόμενα δια του βάθους των υδάτων και τα είς ύψος αίρόμενα (και τις επίγειες και τις θαλάσσιες ή υποθαλάσσιες και τις κοσμικές δυνάμεις, θα λέγαμε σήμερα) υπέταξε σοι δια της τέχνης ο Δεσπότης». Όλα αυτά είναι αίτια δο­ξολογίας του Δημιουργού: «Μένωμεν τοίνυν τα αυτά λέγοντες, συνεχίζει αίτιολογώντας την επιμονή του, θαυμάζοντες Αυτού την κηδεμονίαν, εκπληττόμενοι την σοφίαν, την φιλανθρωπίαν, την υπέρ ημών πρόνοιαν».

Τίθεται βέβαια εδώ και παραμένει με κρίσιμη διαρ­κώς οξύτητα το πρόβλημα της χρήσης των δερ­ματίνων χιτώνων. Γιατί ή ίδια πραγματικότητα, η βιολογικότητά μας, σε όλες τις διαστάσεις και λειτουρ­γίες της, μπορεί με την παρέμβαση της ελευθερίας μας να παρουσιάση σε κάθε στιγμή την αρνητική αποτρό­παια όψη της ή τη θετική. Αλλά κι' όταν παρουσιάζουν την αρνητική όψη τους οι δερμάτινοι χιτώνες δε φταίνε αυτοί οι ίδιοι, πα­ρά η ελευθερία μας. Ό ίερός Χρυσόστομος, στη συνέ­χεια του κειμένου για τίς τέχνες πού παραθέσαμε, δια­πιστώνει ότι ο Νώε «εφύτευσεν αμπελώνα και έπιεν εκ του οίνου και εμεθύσθη. (Έτσι) το της αθυμίας φάρμακον, το της υγείας ποιητικόν, επειδή εις αμετρίαν υπερ­έβη δια την άγνοιαν ου μόνον ουδέν ώφέλησεν, αλλά και έλυμήνατο αυτού τη καταστάσει».

Και θέτοντας το κρίσιμο ερώτημα: «Άλλ' ίσως είποι τις άν· και τίνος έ­νεκεν τοσούτων γέμον κακών φυτόν είς τον βίον εισηνέχθη;», και απαντά: «Μη απλώς τα επιόντα φθέγγου, άνθρωπε. Ου γαρ το φυτόν κακόν, ούτε ο οίνος πονηρόν, άλλ' η παρά το δέον χρήσις... Όταν (λοιπόν) ίδης την του οίνου χρήσιν, επιλέγει, μη τω οίνω το πάν λογίσθηστι, αλλά τη προαιρέσει τη διεφθαρμένη και προς την κακίαν αυτομολησάση. Άλλως δε και εννόησον, που χρήσιμος γέγονεν ο οίνος και φρίξον, άν­θρωπε. Ή γαρ ύπόθεσις της σωτηρίας ημών... δια τού­του τελείται· ίσασιν οί μεμυημένοι» .


Ο άγιος είναι κατηγορηματικός στη δήλωσή του πού θα είχε ασφαλώς και στις μέρες μας πολλές εφαρμογές— ότι η αμπελουργική τέχνη και το παραγό­μενο από αυτή αγαθό, είναι πράγματα καλά και ότι ό κίνδυνος να δημιουργηθεί από τη χρήση τους κακό δεν προέρχεται από αυτά, αλλά από την ελεύθερη προαίρε­ση του ανθρώπου.

Την κοινή και θεμελιώδη αυτή θέση των πατέρων εκφράζει με την ίδια κατηγορηματικότητα και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Μη κάκιζε την ύλην· ου γαρ άτιμος. Ουδέν γαρ άτιμον, ο παρά Θεού γεγένηται. Των Μανιχαίων τούτο το φρόνημα. Μόνον δε άτιμον, ο μη την αιτίαν έσχεν εκ Θεού, άλλ' ημέτερον εστίν εύρημα, τη εκ του κατά φύσιν είς το παρά φύσιν αυτεξουσίω εκκλίσει τε και ροπή του θελήματος, τουτέστιν η αμαρτία».

Αλλά ο ιερός Χρυσόστομος προχωρεί στο παρα­πάνω κείμενο του βαθύτερα. Ο οίνος, που «ελυμήνατο του Νώε τη καταστάσει», δεν είναι μόνο «αθυμίας φάρμακον» και «υγείας ποιητικόν», είναι πολύ περισσότερο εκείνος δια του οποίου τελείται «η υπόθεσις της σωτηρίας ημών», η θεία Ευχαριστία.

Δεν είναι άσχετο προς το θέμα μας να υπογραμμίσουμε ότι με βάση τη μεγαλειώδη αυτή πατερική αρχή, ότι δηλαδή ο κόσμος αποτελεί μέσο ένωσής μας με το Θεό, δομήθηκε η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Στο Αγιασματάριο βρίσκουμε ακολουθίες για τη σπο­ρά, τον τρυγητό, το ξεκίνημα μιας δουλειάς, για όλες τις χαρές και τις λύπες του ανθρώπινου βίου. Όλες οι λειτουργίες της ζωής προσλαμβάνονται από την Εκ­κλησία και αγιαζόμενες λειτουργούν ορθά: βοηθούν τον ανθρώπινο βίο, ... ξεπερνούν τα όρια του συγκεκριμένου χώρου και χρόνου και μυούν τον άνθρωπο στο άπειρο, δηλαδή υψώνονται σε μυστήρια.

Θα έπρεπε να επιμείνουμε αναλυτικά και δια μα­κρών στη μελέτη της ορθής και πλήρους αυτής χρή­σης των δερματίνων χιτώνων. Άλλα κάτι τέτοιο θα ωδηγούσε την έρευνα τούτη μακριά από το συγκεκρι­μένο θέμα της. Θα περιοριστούμε να αναφέρουμε εδώ, πώς στην πατερική προοπτική η ορθή χρήση προσδιορίζεται βασικά από την αρχή του μέτρου. «Το μείζον της χρείας περιττόν της χρείας εστί καί άχρηστον· υπόδεισαι υπόδημα του ποδός μείζον· εμπο­δίζει γαρ σοι προς το βάδισμα», γράφει ο ιερός Χρυσό­στομος. Η πλήρης εξ άλλου ανάπτυξη των δερματίνων χιτώνων γίνεται με την ύψωσή τους σε πνευματικές αισθήσεις, δηλαδή με τη μεταμόρφωση τους σε λειτουργίες του σώματος του Χριστού.





Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ

                      Ο ΥΙΟΣ ΟΜΟΟΥΣΙΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ







ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΘΕΟΣ-ΠΑΤΕΡΑΣ



Η σωτηρία του ανθρώπου βρίσκεται μέσα στην Αγάπη. Ο λόγος της Γραφής στο σημείο αυτό είναι σαφής : «αγαπήσεις κύριον τον θεόν σου, εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της διανοίας σου.... και τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ….) Το ύψιστο σύμβολο των σχέσεων του Θεού με την Ανθρωπότητα, είναι το σύμβολο της Πατρότητας, ακριβώς διότι εμ-περιέχει αυτή τη βασική αλήθεια.


Εάν ο θεός είναι πατέρας μας, τότε και κάθε πλησίον μας είναι αδελφός μας, έχομε την ίδια καταγωγή. Μια χωρισμένη και αλληλοσπαρασσόμενη ανθρωπότητα δεν μπορεί να αποτελεί «εικόνα» της θείας αγαθότητας, διότι ο Θεός-Πατέρας δεν κάνει διακρίσεις: «ανατέλλει το ήλιον επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους». Γι’ αυτό στην Κυριακή προσευχή δε λέμε Πάτερ, αλλά «Πάτερ ημών», υπονοώντας τον σύν-δεσμο μεταξύ μας «εν αγάπη».

Δεν μπορώ να πω ότι αγαπώ τον θεό, εάν δεν αγαπώ τον πλησίον μου. Αυτό αποτελεί ένα «ζωτικό ψέμμα», που διευκολύνει όσους αγνοούν τον πλησίον τους , εν ονόματι μιας «καθέτου» διαστάσεως της αγάπης, που κρύβει μεγάλη υποκρισία. Διότι εάν δεν αγαπώ τον αδελφό μου, τον οποίο βλέπω, πως μπορώ να αγαπήσω τον θεό, τον οποίο δεν βλέπω»; (Ευαγγελιστής Ιωάννης)


Αυτή είναι η πρώτη παραμόρφωση της θεϊκής πατρότητας, γιατί υπάρχει και μια δεύτερη παραμόρφωση, η οποία βλέπει μόνον την οριζόντια διάσταση (την αδελφότητα όλων) χωρίς όμως να ανάγεται στην καταγωγή από τον κοινό πατέρα ( όπως κάνουν λ.χ. οι πάσης φύσεως ουμανιστές –κοινωνιστές ). Ετσι, «ο άνθρωπος για τον άνθρωπο είναι θεός» (L.Feuerbach) (έστω σε αφηρημένο-θεωρητικό επίπεδο).


Ωστόσο δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι αγαπώ αληθινά τον πλησίον μου, εάν δεν βλέπω σ’ αυτόν μια κοινή καταγωγή, μια πνευματική αρχή που με συνδέει μαζί του. Γι’ αυτό και στο τέλος αποξενώνομαι από αυτόν και περνώ στην μοναξιά.


Η ορθόδοξος θεολογία έχει δείξει την ανεπάρκεια και των δυο αυτών «ερμηνειών» της αγάπης, αφορμώμενη από τις έσχατες συνέπειές τους. Ψεύδος και υποκρισία στην μια περίπτωση (αγάπη προς τον θεό χωρίς αγάπη προς τον πλησίον), αποξένωση και μοναξιά στην άλλη, λόγω έλλειψης πνευματικής πειθαρχίας (αγάπη προς τον συνάνθρωπο, χωρίς αγάπη προς τον θεό). Εξάλλου και οι τελώναι " το αυτό ποιούσι", κατά το ευαγγέλιο ( «αγαπούν» τους ομοίους τους, σε όποια ηθική κατάσταση και αν βρίσκονται ).


Ετσι είναι βασικό να τονίσουμε την μέγιστη αξία της παραδοχής της θείας Πατρότητας. Κάτι τέτοιο αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν σχετίζεται με ορισμένες ευαισθησίες του μαχητικού αθεισμού. Διότι στη σύγχρονη εποχή, που «κάθε αυθεντία γίνεται αισθητή, σαν σχέση κυρίου-δούλου» (Clement Olivier, η θεολογία μετά το θάνατο του θεού), «ο θεός που μπορεί να αγγίξει τον άθεο είναι ο κρυμμένος θεός, ο φίλος, αυτός που μοιράζεται με τον καθένα τον άρτο της οδύνης».


Χρειάζεται να τονισθεί ιδιαιτέρως αυτό το τελευταίο, γιατί πολύ συχνά αναγγέλθηκε στον κόσμο ενας θεός «τρομοκράτης» τον οποίο κατήγγειλαν αρκετοί «ελευθερωτές» ως Σαδιστή-Πατέρα (λ.χ. ο Σίγκμουντ Φρόυντ), που ευχαριστείται να βασανίζει τα παιδιά του. Αυτή η αντίληψη για το θεό (σε όποιο περιβάλλον και αν παρουσιάστηκε) αποτελεί ριζική στρέβλωση του ευαγγελικού μηνύματος, περί σωτηρίας μέσα από την αγάπη.


Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για να καταργήσει το θάνατο και την κόλαση, να απελευθερώσει από το κακό και την οδύνη. Αυτό ήδη είναι αιτία χαράς και απόδειξη απείρου αγάπης προς τον άνθρωπο. Διότι μετά την κάθοδο του Χριστού στον Αδη, «οσο βαθιά και αν είναι η κόλαση που βρίσκομαι- κι έχει πολλούς κύκλους η κόλαση, που η σύγχρονη σκέψη και τέχνη τους εξερευνούν μεθοδικά- ο Χριστός φτάνει ακόμα βαθύτερα και με κοιτάζει καταπρόσωπο» (Clement Olivier, οπ. παρ., σελ.62).

Ο Χριστιανισμός δεν διαδραματίζεται ανάμεσα στο καλό και στο κακό της «ηθικής», αλλά ανάμεσα στους δύο ληστές, που η κοινωνία τους κατεδίκασε στο χειρότερο μαρτύριο: «Κύριε, μνήσθητί μου εν τη βασιλεία σου- Σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω».



ΚΕΙΜΕΝΟ 

ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ : Ε.Π.Ε. εκδ. « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, τ. 4, σελ. 107


Τρεις είναι οι βασικές αντιλήψεις για το Θεό, πάνω στις οποίες βασίζονται όλες οι θρησκείες: η αθεΐα, η πολυθεΐα και η μονοθεΐα Με τις δυο πρώτες, όπως ξέρετε, ασχολήθηκαν οι Έλληνες! Και αν θέλουν, ας συνεχίζουν να παίζουν! Και πράγματι: η Αθεΐα ισοδυναμεί με την αταξία. Στην πολυθεΐα βρίσκουμε πολλά διαφορετικά ρεύματα, και συνεπώς καταντά αναρχία που σημαίνει αταξία! Άρα και οι δυο αυτές απόψεις οδηγούν στο ίδιο κακό αποτέλεσμα, την αταξία και η αταξία οδηγεί στη διάλυση. Πράγματι, η αταξία είναι κατά κάποιο τρόπο καταστρωμένο πρόγραμμα διάλυσης με μαθηματική ακρίβεια.


Αντίθετα, εμείς δεχόμαστε την σωστή αντίληψη για το Θεό, την μονοθεΐα (την μοναρχία) , και μάλιστα εκείνη την μονοθεΐα που δεν περιορίζεται σε ένα μόνο πρόσωπο – διότι όπως γνωρίζετε το καθένα πρόσωπο όταν άλλα λέει την μια και άλλα την άλλη είναι σα να είναι πολλά πρόσωπα – αλλά εκείνη όπου υπάρχει ίδια ακριβώς άποψη και θέληση, και μια απόλυτη ταυτοποίηση των Προσώπων που προήλθαν από Αυτόν (τον Θεό), ώστε να έχουν και τα τρία Πρόσωπα το ίδιο θέλημα – πράγμα αδύνατο για την κτιστή φύση -, και παρ’ ότι ως προς τον αριθμό (των Προσώπων) ο Θεός μας διαφέρει από την μονοθεΐα, ουσιαστικά όμως δε γίνεται να χωριστεί σε τρεις Θεούς!

Έτσι λοιπόν ο ένας Θεός (η Μονάδα) με μια κίνηση που έγινε αχρόνως ( δηλαδή δεν μπορούμε να την τοποθετήσουμε χρονικά), έγινε Δυάδα και προχώρησε και έγινα Τριάδα. Πρόκειται για τον Πατέρα, τον Υιό και Άγιο Πνεύμα. Ο Πατέρας λοιπόν είναι εκείνος που γεννά τον Υιό και φανερώνει το Άγιο Πνεύμα χωρίς να πάθει κάποια αλλοίωση, χωρίς να ορίζεται αυτό κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, και χωρίς να υπάρχει κάποια σωματικότητα σε αυτά τα τρία Πρόσωπα.

Από τα άλλα δυο Πρόσωπα, ο Υιός “ γεννιέται”, το πνεύμα “εκπορεύεται”, αλλά δεν γνωρίζω με ποιους όρους θα μπορούσε κανείς να αποδώσει σωστά την πραγματικότητα, χωρίς να δεσμεύεται από το σχετικό της περιγραφής κάθε φαινομένου.


Βέβαια εμείς ποτέ δεν θα τολμήσουμε να χαρακτηρίσουμε την Τριάδα ως ένα “ξεχείλισμα αγαθότητας”, όπως τόλμησε να χαρακτηρίσει το Θεό ένας Έλληνας φιλόσοφος όταν αναλογιζόταν για την πρώτη και δεύτερη αιτία, λέγοντας πως κατά κάποιο τρόπο έγινε σα να “ξεχείλισε ένας κρατήρας”! Αυτό δεν το τολμούμε για να μην, έστω και άθελά μας, κάνουμε κανέναν να φανταστεί ότι ο Πατέρας γέννησε τον Υιό χωρίς να το θέλει, και ότι τάχα αυτό Του συνέβη με ανάλογο τρόπο με αυτόν που συμβαίνει στους ανθρώπους ,όταν έχουν μέσα τους ακαθαρσίες και δεν μπορούν όσο και να ήθελαν να τις συγκρατήσουν! Ασφαλώς αυτό δεν ταιριάζει καθόλου με την γνώμη που πρέπει να έχουμε για το Θεό!

Αυτός είναι ο λόγος που μας αναγκάζει να μιλάμε για έναν Θεό Αγέννητο (τον Πατέρα), για έναν Γεννητό και για έναν Εκπορευόμενον από τον Πατέρα – όπως λέει και ο ίδιος ο Θεός Λόγος – και επιμένουμε στους δικούς μας όρους. Πότε όμως έγιναν όλα αυτά; Αυτά βρίσκονται πέρα από το πότε (πέρα από το χρόνο)! Και αν θέλετε να το πω παλικαρίσια, αυτά “έγιναν” όταν “έγινε” και ο Πατέρας! Πότε έγινε ο Πατέρας; Ποτέ δεν υπήρξε χρόνος που να μην υπάρχει ο Πατέρας! Το ίδιο συμβαίνει και με τον Υιό και με το Άγιο Πνεύμα.


Ρώτησέ με πάλι: Πότε γεννήθηκε ο Υιός; Πάλι εγώ θα απαντήσω με τον ίδιο τρόπο: Τότε που ο Πατέρας δεν “γεννήθηκε”! Πότε εκπορεύτηκε το Άγιο Πνεύμα; Τότε που ο Υιός δεν “εκπορεύτηκε” αλλά “γεννήθηκε”, χωρίς να μπορούμε να το ορίσουμε χρονικά και με τρόπο που κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να καταλάβει. Παρ’ ότι που ούτε και το αυτό που δεν μπορούμε να ορίσουμε χρονικά μπορούμε να το κάνουμε απόλυτα σαφές, όσο και αν θέλουμε να αποκρούσουμε κάθε χρονικό περιορισμό, αφού και το “όταν” και το “πριν από” και το “μετά από” και το “απ’ την αρχή” είναι χρονικοί προσδιορισμοί, όσο και εμείς δε θέλουμε να τους δώσουμε τέτοιο νόημα. Ε λοιπόν, αν τυχόν θεωρήσουμε το χρόνο στο σύνολό του, σαν ένα διάστημα χρόνου που φτάνει μέχρι εκείνα π ου υπάρχουν πριν να αρχίσει ο χρόνος, αυτό το διάστημα – που ούτε χωρίζετε σε μέρη, ούτε μετριέται με βάση κάποια κίνηση ή την τροχιά του ήλιου – αυτό είναι ο χρόνος.


Συνεπώς, πως αφού τα Πρόσωπα υπάρχουν πριν να αρχίσει ο χρόνος, είναι δυνατόν να μην έχουν και την ίδια άναρχη αιτία; Και μάλιστα αφού προήλθαν από Εκείνον, παρ’ ότι δεν έγιναν μετά από Εκείνον; Πράγματι το μεν άναρχο οπωσδήποτε είναι αΐδιο, δηλαδή δεν έχει χρονική αρχή. Το αΐδιο όμως δεν είναι οπωσδήποτε και άναρχο, αφού αναφέρεται σε μια “αρχή”, τον Πατέρα.

Άρα τα Πρόσωπα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος δεν είναι άναρχα. Αυτό όμως ισχύει μόνο σε σχέση με την έννοια της αιτιότητας! Είναι αυτονόητο ότι στην προκειμένη περίπτωση το Αίτιο (ο Πατέρας) δεν είναι καθόλου προγενέστερο από εκείνα τα Πρόσωπα των οποίων είναι Αίτιο, όπως και ο ήλιος δεν είναι χρονικά προγενέστερος από το φως του! Άρα, ως προς το χρόνο είναι και τα δύο Πρόσωπα (ο Υιός και το Πνεύμα), καθώς εγώ πιστεύω, άναρχα, έστω και αν εσύ χρησιμοποιείς αυτή τη λέξη για να τρομάζεις τους απλοϊκούς στο νου.

Συμπέρασμα; Τα Πρόσωπα που δημιούργησαν το χρόνο, δεν τοποθετούνται μέσα στα όρια του χρόνου. Και πως είναι δυνατόν η “γέννηση” να μην είναι αποτέλεσμα πάθους; Επειδή είναι ασώματη! Γιατί αν - όπως γνωρίζουμε – η γέννηση, όταν πρόκειται για σώματα είναι καρπός πάθους, η γέννηση χωρίς σώματα ασφαλώς γίνεται χωρίς πάθος δηλαδή χωρίς να πάθει το Πρόσωπο!


Αλλά θα σου κάνω και εγώ μερικές ερωτήσεις: αν είναι κτίσμα, πως είναι Θεός; Διότι ασφαλώς το δημιούργημα δεν είναι δυνατόν να είναι Θεός! Και περιορίζομαι σ’ αυτό για να μην προσθέσω ότι και σ’ αυτή την περίπτωση υπάρχει το “πάθος”, όταν θεωρήσουμε την δημιουργία σαν κάτι σωματικό, αφού πρέπει να υπήρξε τουλάχιστον κάτι από αυτά: χρόνος, επιθυμία, σύλληψη του σχεδίου, φροντίδα για την πραγματοποίηση του, ελπίδα, λύπη, κίνδυνος, αποτυχία και διόρθωση των λαθών! Και όπως όλοι μας γνωρίζουμε καλά, γύρω απ’ την δημιουργία είναι δυνατόν να συμβούν όλα αυτά, αν όχι και ακόμη περισσότερα!


Και απορώ, πως δεν πήρες θάρρος να αρχίσεις να βάζεις στο νου σου κάποιο είδος “συνεύρεσης” και χρονικό διάστημα “εγκυμοσύνης” και κανένα κίνδυνο “αποβολής”, αφού κατά την γνώμη σου κανείς δε μπορεί να γεννήσει αν δεν γεννήσει με την παραπάνω διαδικασία! (Κατά την γνώμη σου ένα από τα δύο θα συμβεί): ή δηλαδή θα αρχίσεις να μας απαριθμείς πάλι μερικούς τρόπους γέννησης πουλιών και ζώων και ψαριών, με την επιδίωξη να υπάγεις την θεία γέννηση σε κάποια από αυτές τις γεννήσεις ή, με βάση αυτόν τον συλλογισμό σου, θα αρνηθείς ακόμα και τον Υιό!

Και δεν μπορείς να καταλάβεις ούτε αυτό το τόσο απλό, ότι δηλαδή Αυτός, του οποίου ακόμα και η γέννηση κατά σάρκα υπήρξε διαφορετική από τη γέννηση των άλλων ανθρώπων, - αλήθεια πες’ μου βρήκες σε αυτά που μου φέρνεις παράδειγμα καμία Παρθένο Θεοτόκο; - Αυτού ακόμα και η πνευματική γέννηση είναι διαφορετική.

Ή καλύτερα Αυτού του οποίου “το Είναι” δεν είναι ίδιο με το δικό μας, ασφαλώς θα γεννά με διαφορετικό από εμάς τρόπο. Και ρωτούν: υπάρχει κανένας πατέρας που να μην έγινε πατέρας κάποια συγκεκριμένη στιγμή; Ναι υπάρχει! Εκείνος που ποτέ δεν άρχισε κάποια στιγμή να υπάρχει. Μόνο εκείνος που αρχίζει να υπάρχει κάποια συγκεκριμένη στιγμή, αρχίζει και να είναι πατέρας. Άρα ο Πατέρας δεν έγινε Πατέρας σε κάποιο χρονικό σημείο μετά από την αρχή της ύπαρξής Του, αφού δεν άρχισε κάποια στιγμή να υπάρχει. Και γι' αυτό είναι κυριολεκτικά Πατέρας, όπως ακριβώς και ο Υιός είναι κυριολεκτικά Υιός, επειδή δεν είναι ταυτόχρονα και με κάποιον ειδικό τρόπο Πατέρας κάποιου άλλου Θεού!

Αντίθετα, αυτά που γίνονται με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο δεν λέγονται κατά κυριολεξία, επειδή είμαστε ταυτόχρονα και τα δυο, και μάλιστα δεν είμαστε καθόλου περισσότερο το ένα ή το άλλο. Ακόμη, εμείς γεννιόμαστε από δυο, όχι από έναν και συνεπώς ανήκουμε στον καθένα απ’ τους δυο κατά το μισό. Και γινόμαστε άνθρωποι λίγο λίγο. Και ίσως δεν γίνουμε ποτέ “άνθρωποι”. Και ίσως γίνουμε τέτοιοι που ποτέ δεν θα ήθελαν οι γονείς μας, και τότε ή τους εγκαταλείπουμε ή μας εγκαταλείπουν. Με αποτέλεσμα ότι μας απομένει να είναι μια συγγενική σχέση νεκρή, ορφανή από ουσία. Αλλά, αυτό το “γέννησε”, συνεχίζει να επιμένει ο αιρετικός, και αυτό το “γεννήθηκε”, τι άλλο μας οδηγεί να σκεφτούμε αν όχι το χρονικό σημείο που έγινε η γέννηση; Και λοιπόν; Μήπως θέλεις να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε αυτήν έκφραση και να περιοριστούμε να λέμε, ότι ήταν γεννημένος απ’ την αρχή δηλαδή πριν αρχίσει ο χρόνος, απλά και μόνο για να αποφύγουμε τις παράδοξες χρονολατρικές ενστάσεις σου;




ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


 Αγία Γραφή είναι «διάσπαρτη» από ονομασίες του θεού, το νόημα των οποίων γίνεται φανερό, αν τις κατανοήσουμε στο επίπεδο των σχέσεών Του προς τον άνθρωπο και τον κόσμο. Σ’ αυτό το επίπεδο , τα διάφορα ονόματα δεν φανερώνουν την «ουσία» της θεότητας, αλλά τις ενέργειες που γίνονται αντιληπτές και «περιγραπτές» από τον άνθρωπο. Αρα κάθε ονομασία του θεού «δείχνει» την συγκεκριμένη δράση του στην ιστορία «εν σχέσει» με το πώς εμείς την αντιλαμβανόμαστε. Είναι "θεός των δυνάμεων", «Λυτρωτής», «άρχων ειρήνης», «Σωτήρ» και πολλά άλλα τα οποία εντάσσονται στην ίδια κατηγορία.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός λέει πως το όνομα που περιγράφει κυρίως τον Θεό «καθ’ εαυτόν» είναι εκείνο με το οποίο φανερώθηκε στον Μωϋσή λέγοντάς του «εγώ είμι ο Ων». Αυτό το όνομα λέγεται όχι «εν σχέσει» προς κάτι, διότι περιγράφει τον Θεό ως Αυτοζωή- Υπαρξη. Στο ίδιο κείμενο ο άγιος «ετυμολογεί» τη λέξη Θεός είτε από το θέειν= τρέχειν (κινητικότητα), είτε από αίθειν-λάμπειν (φωτιά, που κατακαίει την αμαρτία).

Εκείνο, στο οποίο οι Θείοι Πατέρες επιμένουν είναι η ορθή ερμηνεία των Περί του ενσαρκωθέντος Θεού εκφράσεων στη βίβλο, διότι εάν δεν ξεχωρίσει κάποιος τα «ονόματα της οικονομίας» από τα ονόματα της δόξας (προκειμένου περί του Υιού) είναι αδύνατον να συλλάβει το αληθές περιεχόμενο της «Εν Χριστώ» αποκαλύψεως. Με την όντως Θεοφώτιστη αυτή διάκριση, ο Άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος παρουσιάζεται ως καταλύτης των «ρητορικών σαλπισμάτων» των αιρετικών, δινοντάς μας το κλειδί με το οποίο μπορούμε να αναγνώσουμε ορθοδόξως τις βιβλικές εκφράσεις, τιμώντας έτσι το Θεανθρώπινο Μυστήριο (το τόσο σκανδαλώδες για την Ορθολογική Διανόηση, την αρχαία και την σύγχρονη).


Όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο, τόσο προχώρησε και ο Αγ.Γρηγόριος στην έκθεση της Θεότητας του Υιού και Λόγου. Για ερωτήματα, που οπωσδήποτε υπερβαίνουν τη λογική κατανόηση, μας λέει «ότι κατάλαβες, αγάπησέ το μέσα σου, το άλλο ας μείνει στους θησαυρούς της βασιλείας των ουρανών».«Θέλεις να γίνεις κάποτε θεολόγος και αντάξιος της θεότητας; Τις εντολές φύλαττε, να προχωρείς σύμφωνα με τα προστάγματα (του Θεού), γιατί η πράξη είναι εφαρμογή της θεωρίας».

Μόνον αυτή η «έμπρακτος» βίωση των Θείων Δογμάτων είναι ικανή να προφυλάξει τον άνθρωπο από μια μονόπλευρη «θεωρητική» προσέγγιση της αλήθειας, η οποία μάλιστα αρκετά συχνά έγινε αιτία συμφορών για το Αγιο σώμα του Χριστού, δηλαδή την Ιστορική Εκκλησία του.



ΚΕΙΜΕΝΟ 

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ : Ε.Π.Ε. εκδ. « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, τ. 4, σελ. 184


Όμως η ανάπτυξή μου γύρω από τις αντίθετες καταστάσεις του Χριστού είναι αρκετή, αφού έχει φθάσει στο σημείο, να γίνεται πλέον μια ρίζα, μια συνεχής υπόμνηση γι` αυτούς που θέλουν μια μεγαλύτερη εμβάθυνση, για να οδηγηθούν μόνοι τους στην τελειότερη επεξεργασία και κατανόηση των κειμένων. Το ίδιο άξιο με όσα είπα πριν είναι όχι μόνο να προσπεράσουμε απαρατήρητα τα ονόματα του Υιού, που είναι και πολλά και δηλώνουν περισσότερα, αλλά και να παρουσιάσουμε τι θέλει να μας πει το καθένα από αυτά και να δείξουμε το μυστήριο αυτών των ονομάτων.

Ας αρχίσουμε όμως από εδώ: το Θείο δεν μπορεί κανείς να Το εκφράσει με ονόματα. Αυτό όχι μας το λέει καθαρά ο λογισμός μας, αλλά οι πιο σοφοί και παλαιοί απ` τους Εβραίους το διατύπωσαν τόσο, ώστε αν μπορεί κάποιος να το καταλαβαίνει. Διαφορετικά, πως αυτοί που τίμησαν το Θείο με πολύ ιδιαίτερους τρόπους και δεν ανέχθηκαν ούτε να γράφεται και ο Θεός με τα ίδια γράμματα που γράφεται κάτι κατώτερο απ` τον Θεό, επειδή νόμιζαν, ότι το Θείο πρέπει να είναι όχι κοινό με τα δικά μας, ακόμη και σ` αυτό, θα είχαν δεχθεί να δηλώνεται με μια φθαρτή λέξη η άφθαρτη φύση Του, που είναι τελείως ξεχωριστή. Διότι, όπως κανείς ποτέ δεν ανάπνευσε όλο τον αέρα έτσι, και μάλιστα σε απόλυτο βαθμό, ούτε μυαλό κατάλαβε την Ουσία του Θεού, ούτε καμία λέξη συμπεριέλαβε ποτέ το νόημά της.


Πολύ απλά όλα αυτά που δηλώνουν Αυτόν τα σκιαγραφούμε περίπου με βάση όσα ξέρουμε γύρω από Αυτόν, και έτσι σιγά-σιγά φτιάχνουμε μια αμυδρή εικόνα και μάλιστα διαφορετική κάθε φορά, ανάλογα με εκείνο που είχαμε στο μυαλό μας. Για μας, λοιπόν, άριστος θεολόγος δεν είναι όποιος βρήκε τα πάντα, γιατί το «πάντα» δεν μπορεί να το δεχθεί ο απλός άνθρωπος, αλλά εκείνος που θα φανταζόταν κάτι περισσότερο από άλλους και θα συγκέντρωνε στον εαυτό του μια καλύτερη εικόνα της αλήθειας ή μια σκιά της, ή πώς αλλιώς να το πούμε άραγε;


Από ότι, λοιπόν, καταλαβαίνουμε ονόματα πιο κοντά στην Ουσία είναι τα «ο Ων» (αυτός που υπάρχει) και «Θεός». Και από αυτά περισσότερο «ο Ων». Όχι μόνο επειδή, όταν ο ίδιος μιλούσε στον Μωυσή πάνω στο βουνό και εκείνος απαιτούσε να του πει το όνομά Του, ή τουλάχιστον ποιο είναι, χαρακτήρισε τον εαυτό Του έτσι και τον διέταξε να πει στο λαό ότι «με απέστειλε ο Ων», αλλά και επειδή διαπιστώνουμε ότι ανταποκρίνεται πιο πολύ στα πράγματα. Πραγματικά, η λέξη «ο Θεός» έστω και αν ετυμολογείται από τους ειδικούς από το «θέειν» ή «αίθειν», επειδή κινείται πάντα και εξαφανίζει τις πονηρές δυνάμεις – γι` αυτό ακριβώς το λόγο λέγεται και φωτιά που καίει- όμως είναι μια από εκείνες που λέγονται σχετικά με κάτι, και όχι ανεξάρτητα. Κατά τον ίδιο τρόπο η λέξη Κύριος θεωρείται και αυτή σαν ένα όνομα του Θεού, αφού και η Γραφή λέει: «εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σου, αυτό είναι το όνομά μου».


Αντίθετα όμως εμείς αναζητάμε την Ουσία, στην οποία το «είναι» είναι καθεαυτό, και όχι συνδεμένο με κάτι άλλο. Το «Ων» λοιπόν είναι πραγματικά το όνομα που ταιριάζει στον Θεό και μάλιστα σ` ολόκληρο τον Θεό, αφού ούτε αλλοιώνεται σε κάτι άλλο, είτε πριν είτε μετά από αυτό, απλούστατα γιατί τέτοιο πράγμα ούτε υπήρξε ούτε θα υπάρξει ποτέ. Από τα άλλα ονόματα, άλλα δηλώνουν την εξουσία και άλλα την οικονομία και μάλιστα και με τις δυο έννοιες της. Η μια είναι «κάτι το πάνω από το σώμα» ενώ η άλλη « με το σώμα». Π. χ. «ο Παντοκράτορας», «ο βασιλιάς της δόξας» ή «των αιώνων» ή «των δυνάμεων» ή «του αγαπητού» και το «ο Κύριος» ή «Σαβαώθ» δηλαδή «των στρατιών» ή «των δυνάμεων». Όλα αυτά σαφώς δηλώνουν την εξουσία Του.

Τα «ο Θεός που σώζει» ή «ο Θεός που τιμωρεί», ή «της ειρήνης» ή «της δικαιοσύνης» ή «Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ» και «ολόκληρου του Ισραήλ», που βλέπει το Θεό δηλώνουν την οικονομία. Και αφού εμείς έχουμε και αυτά τα τρία δηλαδή το φόβο της τιμωρίας, την ελπίδα της σωτηρίας, και μαζί μ` αυτή και ελπίδα δόξας, και την άσκηση των αρετών. Απ` αυτά πάλι προέρχονται τα ακόλουθα: Το όνομα « θεός των εκδικήσεων» προξενεί το φόβο. Το όνομα «Θεός των εκδικήσεων» προξενεί τον φόβο. Το όνομα «Θεός της σωτηρίας» προκαλεί την άσκηση για την απόκτησή τους, ώστε με τη σκέψη ότι αν κατορθώνει κάποιος κάτι από αυτές και φέρνει μέσα του το Θεό, να προχωρά πολύ πιο σταθερά και αποφασιστικά προς την τελειότητα και την θέωσή του, που είναι συνέπεια των αρετών.


Βέβαια όλα αυτά τα ονόματα είναι κοινά για όλη τη Θεότητα. Το ιδιαίτερο όνομα του Άναρχου είναι Πατέρας, Αυτού που γεννήθηκε άναρχα είναι Υιός και του Αγέννητου αλλά προερχόμενου από τον Πατέρα, είναι Άγιο Πνεύμα.


Τώρα ας έρθουμε στα ονόματα του Υιού, αφού άλλωστε αυτός ήταν και ο αρχικός στόχος της ομιλίας μας.


Έχω τη γνώμη ότι: λέγεται Υιός, επειδή ως προς την Ουσία είναι βέβαια το ίδιο με τον Πατέρα, όχι όμως μόνο επειδή λέγεται Υιός, αλλά και επειδή γεννήθηκε από Εκείνων.


Λέγεται Μονογενής, όχι μόνο επειδή μόνο Αυτός γεννήθηκε απ` τον Πατέρα, αλλά και επειδή γεννήθηκε με έναν τρόπο μοναδικό, και όχι όπως τα σώματα.


Λέγεται Λόγος, επειδή έχει με τον Πατέρα τα σχέση που έχει η λογική μας με το μυαλό μας. Αυτό όχι μόνο επειδή γεννήθηκε χωρίς να πάθει κάποια αλλοίωση, αλλά και επειδή διατηρεί μαζί Του απόλυτη συνάφεια αλλά και εξαγγέλλει το θέλημά Του. Θα μπορούσες ακόμα να πεις ότι έχει τη σχέση που έχει ο ορισμός με αυτό που ορίζεται, αφού η λέξη «λόγος» έχει και τη σημασία του ορισμού. Και πράγματι λέει: «αυτός που εννοεί τον Υιό εννοεί τον Πατέρα». Σύντομη και εύκολη απόδειξη του τι είναι Πατέρας είναι ο Υιός, διότι κάθε γέννημα είναι μια σιωπηλή μαρτυρία Εκείνου που το γέννησε.


Αλλά και αν ακόμα πει κάποιος ότι ονομάζεται Λόγος, επειδή υπάρχει σε όλα τα όντα, δε θα έχει κάνει λάθος στη σκέψη του. Γιατί υπάρχει τίποτα που να μη συνεχίζει τη ζωή του εξαιτίας του Λόγου;

Λέγεται Σοφία, επειδή είναι η γνώση όλων των θείων και ανθρωπίνων πραγμάτων. Γιατί πώς θα ήταν δυνατόν να αγνοεί ο δημιουργός την αληθινή υφή όσων δημιούργησε;


Λέγεται Δύναμη, επειδή συντηρεί τα δημιουργήματα και τους δίνει δύναμη να μη διαλύονται.


Λέγεται Αλήθεια, επειδή ως προς την Ουσία είναι ένα και όχι πολλά. Πράγματι η αλήθεια είναι μια, ενώ το ψέμα έχει πολλές όψεις. Και ακόμα επειδή είναι η ακριβής σφραγίδα του Πατέρα και ο αψεγάδιαστος χαρακτήρας Του.


Λέγεται Εικόνα, επειδή είναι ομοούσιος με τον Πατέρα. Και επειδή Αυτός προέρχεται από Εκείνον και όχι ο Πατέρας από Αυτόν. Γιατί αυτή είναι η φύση της Εικόνας: είναι μια απομίμηση του πρώτου, εκείνου του οποίου ονομάζεται εικόνα. Σ` αυτή την περίπτωση όμως έχουμε κάτι περισσότερο. Πραγματικά στις άλλες περιπτώσεις η εικόνα είναι μια απομίμηση χωρίς κίνηση από ένα πράγμα με κίνηση, ενώ εδώ είναι εικόνα κάποιου ζωντανού και μάλιστα «ζωντανή» εικόνα, που είναι περισσότερο απαράλλακτη εικόνα του Προτύπου Του, από ότι ο Σηθ του Αδάμ και κάθε άλλου πατέρα το γέννημα. Γιατί αυτή είναι η φύση των απλών, ότι δε μοιάζουν σε κάτι, διαφέρουν σε κάτι άλλο, αλλά είναι στο σύνολό της απόλυτη μίμηση ολόκληρου του Προτύπου, ή καλύτερα είναι ακριβώς το ίδιο, και όχι κάτι που του μοιάζει καταπληκτικά.


Λέγεται Φως, επειδή είναι η λαμπρότητα των ψυχών που εξαγνίζονται με τη δύναμη και του θείου λόγου και της αγίας ζωής τους. Γιατί αν η αμαρτία και η άγνοια είναι σκοτάδι, ασφαλώς η γνώση και η ζωή δίπλα στο Θεό πρέπει να είναι φως.


Λέγεται ζωή, επειδή είναι φως και επειδή Αυτός και φέρνει σε ύπαρξη και δίνει «ουσία» σε κάθε λογική φύση. Γιατί «εξαιτίας Αυτού ζούμε και κινούμαστε και υπάρχουμε», σύμφωνα με το διπλό αποτέλεσμα του εμφυσήματος του Θεού. Και μάλιστα όλοι μας όσοι είμαστε άξιοι, παίρνουμε απ` το εμφύσημα εκείνο και πνοή ζωής και Άγιο Πνεύμα, και μάλιστα όσο είμαστε άξιοι και δεκτικοί στο μυαλό μας.


Λέγεται δικαιοσύνη, επειδή δίνει στον καθένα αυτό που του αξίζει και είναι δίκαιος διαιτητής μεταξύ της ψυχής και του σώματος, ώστε το ένα μεν να άρχει ενώ το άλλο να άρχεται, και στην Εκκλησία αυτό που είναι πνευματικά υψηλότερο να έχει ηγετική θέση έναντι του πνευματικά κατώτερου, και να μην είναι πλέον δυνατόν να ξεσηκώνεται το κατώτερο κατά του υψηλότερου.


Λέγεται Αγιασμός, επειδή Αυτός είναι η καθαριότητα μας, ώστε ο Καθαρός να βρίσκει θέση στην καθαριότητά μας.


Λέγεται Απολύτρωση, επειδή μας ελευθερώνει, ενώ ήμασταν δούλοι της αμαρτίας και δίνει για μας σαν λύτρο, που καθάρισε την Οικουμένη, τον Εαυτό Του.


Τέλος λέγεται Ανάσταση, επειδή μας δίνει την ανάσταση από εδώ, και ενώ μας έχει νεκρώσει η αμαρτία, μας επαναφέρει στη ζωή.




ΣΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ


H διανοητική προσέγγιση των θείων πραγματικοτήτων ακολουθεί συνήθως μια αλυσιδωτή πορεία. Το ένα ερώτημα διαδέχεται το άλλο, που με τη σειρά του προκαλεί καινούριες απορίες προς διερεύνηση. Ενώ δεν είχε τελειώσει ακόμα η διαμάχη σχετικά με την υπόσταση του Χριστού, μια άλλη εξίσου σοβαρή διαμάχη εμφανίσθηκε στους κόλπους της εκκλησίας , που αφορούσε το πρόσωπο του Αγίου Πνεύματος, περί του οποίου μαρτυρεί η Γραφή. 

Ο π.Αντώνιος του Σουρόζ ονόμασε αυτή τη «διανοητική» προσέγγιση των Αγιο-Γραφικών αληθειών ως «επίθεση του νοός» (που υποχρέωσε την εκκλησία να στραφεί στην οριοθέτηση της αλήθειας, με την έκθεση θεοδίδακτων όρων). Επίθεση που ως γνωστόν απορρόφησε το ενδιαφέρον για κάποιους αιώνες και ανέπτυξε τους υγιείς «αμυντικούς μηχανισμούς» των πατέρων.

Οι Αγιοι προχώρησαν σε διαυγή έκθεση του Δόγματος « τω βραχεί ρήματι και πολλή συνέσει », με διασάφηση των Αγιογραφικών όρων και σε κλίμα άσκησης και προσευχής. Η Αγία Τριάδα αφ’ ενός και η θεανθρωπότητα του Χριστού αφ’ ετέρου δεν συνιστά «επινόηση» της πατερικής σκέψεως (όπως ασεβέστατα έχουν υποθέσει οι πάσης φύσεως αρνητές ), αλλά φανέρωση της αιωνίου υπάρξεως του Θεού ως κοινωνίας προσώπων, που αντιτίθεται σε κάθε μονολιθική, μοναρχική τάση του ανθρώπινου πνεύματος.

Ο Θεός είναι μια Φύσις άκτιστος, η οποία « οικονομικώς » έρχεται σταδιακά προς τον κόσμο, Αυτοαποκαλυπτόμενη μέσα από τις «ρήσεις» και τα αινίγματα των προφητών, ως Ενότης και ταυτόχρονα ως Τριαδικότης.

Η ανθρώπινη σκέψη μπορεί να προχωρήσει μέχρις ενός ορισμένου σημείου, στην απόπειρά της να συμβιβάσει την Ενότητα με την Τριαδικότητα του θεού. Ωστόσο δεν επαρκούν στον άνθρωπο οι «κατηγορίες» που διαθέτει, για την πλήρη κατανόηση του «υπερ νούν και λόγον» δόγματος της γραφής.


Η θεότης δεν φανερώνεται «αθρόον» στην εποχή της Π.Διαθήκης, διότι η σκέψη των ανθρώπων έχει ακόμα την τάση προς την πολυθεϊα και εύκολα μπορεί να παρερμηνεύσει την αιώνια υπόσταση των τριών θεϊκών προσώπων. Η Παλαιά Διαθήκη «εισάγει» στον κόσμο τον πατέρα, παρουσιάζει δε «αμυδρά» τον Υιό, ως «άσαρκο λόγο». Η Καινή Διαθήκη στη συνέχεια, (και αφού έχει «στερεωθεί» η περί του Πατρός διδασκαλία), κηρύττει φανερά τον Υιό και Λόγο, προαναγγέλει δε τον ερχομό του πνεύματος, δια του οποίου συγκροτείται ο θεσμός της εκκλησίας και επιτελούνται τα Αγια Μυστήρια.


Η Σταδιακή Φανέρωση της Τριάδος, δεν σημαίνει πως κάθε πρόσωπο δρα σε διαφορετικούς χρόνους, εφ’ όσον «αδιάκοπα» «ο πατήρ δι Υιού εν Αγίω Πνεύματι ποιεί τα πάντα». Τα τρία στάδια της αποκαλύψεως, απλώς δείχνουν το «ανέτοιμο» του ανθρώπου να αντιληφθεί ορθώς την αληθινή περί θεού διδασκαλία, οπότε υπάρχει «συγκατάβασις» σε αυτή την αδυναμία, του θεού επιτρέποντος κάθε φορά να αποκαλύπτεται «ένα μέρος» της περί Τριάδας αλήθειας (με στόχο την αφομοίωσή της από τον άνθρωπο) "χωρίς να πιεσθούμε", όπως λέει ο Αγιος Γρηγόριος, "αλλά αφού πρώτα πεισθούμε".

Αυτή η παρατήρηση μας βοηθεί να αναγνώσουμε ορθοδόξως τις βιβλικές μαρτυρίες και εκφράσεις για το θεό, θαυμάζοντας το "βάθος του πλούτου της σοφίας Του" , για τους τρόπους με τους οποίους μας οδηγεί στην αληθινή θεογνωσία.



ΚΕΙΜΕΝΟ 

ΣΤΑΔΙΑΚΗ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ : Ε.Π.Ε. εκδ. « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, τ. 4, σελ. 236



Δύο λαμπρές αλλαγές του τρόπου της ζωής μας έχουν γίνει στο διάβα όλου του χρόνου, οι οποίες και δύο Διαθήκες καλούνται, και σεισμοί της γης, διότι αποτελούν μια περιβόητη πραγματικότητα. Η πρώτη είναι η μετάβαση από τα είδωλα στο νόμο και η δεύτερη από το νόμο στο Ευαγγέλιο. Όμως και τρίτος σεισμός μας έχει αναγγελθεί, η μετάσταση δηλαδή από τα εδώ στα εκεί, τα μη πλέον κινούμενα και σαλευόμενα. Αυτό έχουν πάθει και οι Δύο Διαθήκες.

Τι είναι αυτό ; Δεν μετακινήθηκαν ξαφνικά, ούτε με την πρώτη κίνηση για πραγματοποίηση του εγχειρήματος. Για ποιο λόγο ; Διότι είναι αναγκαίο να ξέρουμε. Για να μην πιεσθούμε αλλά να πεισθούμε. Διότι αυτό που γίνεται παρά τη θέληση μας, δεν είναι μόνιμο, όπως ακριβώς όσα συγκρατούνται βίαια από τα ρεύματα και τα φυτά. Όμως αυτό που γίνεται με τη θέληση μας, και μονιμότερο είναι και ασφαλέστερο. Το ένα είναι έργο αυτού που μας εξαναγκάζει, το άλλο είναι δικό μας· και το ένα πάλι είναι έργο της επιείκειας του Θεού, το άλλο της τυραννικής εξουσίας.


Δεν ενόμισε λοιπόν ότι πρέπει χωρίς να θέλουμε να μας κάνει καλό, αλλά να μας ευεργετεί, όταν εμείς το θέλουμε. Γι’ αυτό, για παιδαγωγικούς και ιατρικούς λόγους, άλλα αφαιρεί από τα πατροπαράδοτα έθιμα και άλλα επιτρέπει, υποχωρώντας λίγο σε αυτά που δίνουν χαρά. Έτσι, όπως ακριβώς κάνουν και οι γιατροί στους αρρώστους, δηλαδή για να γίνει αποδεκτή η θεραπεία με φάρμακα, αλλάζουν επιτήδεια τη γεύση τους με προϊόντα περισσότερο ευχάριστα.


Διότι δεν είναι εύκολη η αλλαγή σ’ αυτά που είχαν γίνει συνήθεια και τιμούνταν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τι εννοώ δηλαδή ; Η πρώτη αλλαγή περιέκοψε βέβαια τα είδωλα, αλλά επέτρεψε τις θυσίες· η δεύτερη αλλαγή κατάργησε τις θυσίες, αλλά δεν εμπόδισε την περιτομή.

Έπειτα, όταν οριστικά συμβιβάστηκαν με αυτή την αφαίρεση, τότε παραδέχτηκαν και την παραχώρηση που είχε γίνει σ’ αυτούς, δηλαδή οι Ιουδαίοι τις θυσίες και οι χριστιανοί την περιτομή. Και έγιναν από εθνικοί ιουδαίοι και από ιουδαίοι χριστιανοί, αφού οδηγήθηκαν ανεπαίσθητα προς το Ευαγγέλιο με αυτές τις επιμέρους αλλαγές. Θα σε πείσει γι’ αυτό ο Παύλος, ο οποίος προερχόμενος από περιτομές και αγνισμούς έλεγε: «Όσο για μένα αδελφοί μου, γιατί με καταδιώκουν, εάν κηρύττω την αναγκαιότητα της περιτομής; ». Εκείνο ήταν σημείο οικονομίας· αυτό είναι δείγμα της τελειότητας.


Με αυτό τον τρόπο μπορώ να εικάζω ότι αφορά στην θεολογία, όσο όμως είναι δυνατόν, από τ’ αντίθετα. Διότι, πράγματι εκεί, από τις αφαιρέσεις γίνεται η αλλαγή· εδώ όμως με τις προσθήκες επιτυγχάνεται η τελειότητα. Βέβαια, έτσι είναι. Εκήρυττε φανερά η Παλαιά Διαθήκη τον Πατέρα και αμυδρότερα τον Υιό. Φανέρωσε η Καινή Διαθήκη τον Υιό, υπέδειξε τη θεότητα του Πνεύματος. Δρα τώρα το Πνεύμα, κάνοντας μας σαφέστερη τη φανέρωσή του.

Διότι δεν θα ήταν ασφαλές, χωρίς πρωτύτερα να ομολογηθεί η θεότητα του Πατρός, να κηρύσσεται φανερά ο Υιός· ούτε προτού να γίνει παραδεκτή η θεότητα του Υιού, να «επιφορτισθούμε» με το Πνεύμα το άγιο, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση λίγο τολμηρότερη· μήπως κινδυνεύσουν και στο κατά δύναμη, όπως ακριβώς με όσους, οι οποίοι αφού φάνε πάνω από την αντοχή τους βαραίνουν και αφού προσβάλουν την όραση πάνω από τη δύναμη κοιτάζοντας το φως του ήλιου την καθιστούν ασθενέστερη.


Αντιθέτως, με τις βαθμιαίες προσθήκες και όπως είπε ο Δαβίδ, με τις αναβάσεις και με τις από δόξα σε δόξα προόδους και προκοπές, το φως της Τριάδας θα λάμψει στους πιο φωτισμένους. Και νομίζω, ότι γι’ αυτό τον λόγο και στους μαθητές επιδημεί σταδιακά, ανάλογα με την ικανότητα εκείνων που το δέχονται, δηλαδή στην αρχή του Ευαγγελίου, μετά το πάθος μετά την Ανάληψη, όταν επιτελεί τα θαύματα, όταν εμφυσείται και όταν εμφανίζεται ως πύρινες γλώσσες.


Και από τον Ιησού φανερώνεται σταδιακά, όπως θα διαπιστώσεις κι εσύ ο ίδιος, αν μελετήσεις με περισσότερο επιμέλεια: Θα παρακαλέσω, λέγει η Γραφή, τον Πατέρα να σας δώσει άλλον Παράκλητο, το Πνεύμα της αληθείας, για να μη νομίσει κανένας ότι είναι αντίθετος από το Θεό και πως μιλάει από κάποια άλλη εξουσία. Έπειτα «θα στείλει» ο Πατέρας, αλλά «στο όνομα μου»· αφού άφησε στην άκρη το «θα ρωτήσω», το «θα στείλει» διατήρησε. Στην συνέχεια με το «θα στείλω» διακήρυξε το δικό του αξίωμα· κατόπιν με το «θα έλθει» διακηρύσσεται η εξουσία του Πνεύματος.


Βλέπεις, λοιπόν, σταδιακούς φωτισμούς που μας φωτίζουν και την τάξη της θεολογίας, την οποία καλύτερα να τηρούμε και εμείς, και ούτε να τη φανερώνουμε μια και καλή, ούτε να την αποκρύπτουμε τελείως. Διότι το ένα δείχνει έλλειψη διακρίσεως, το άλλο αθεΐα. Και το ένα πάλι μπορεί να βλάψει τους άπιστους, ενώ το άλλο ν’ αποδιώξει τους δικούς μας. Όμως, αυτό το οποίο ίσως ήλθε και στο μυαλό άλλων, αλλά εγώ θεωρώ καρπό της δικής μου διανοίας, θα το προσθέσω σ’ αυτά, που έχουν ήδη ειπωθεί.

Κατά τον Σωτήρα ήσαν μερικά, για τα οποία έλεγε στους μαθητές ότι δεν μπορούσαν τότε να τα βαστάσουν, αν και είχαν χορτάσει με διδασκαλίες, ίσως για τους λόγους που ανέφερα, και γι’ αυτό δεν τα αποκάλυψε. Έλεγε πάλι, ότι όλα αυτά θα μας τα διδάξει το Άγιο Πνεύμα, όταν θα κατέλθει.


Ένα από αυτά (που θα μας διδάξει) είναι, νομίζω, και η ίδια η θεότητα του Πνεύματος, η οποία αποσαφηνίζεται αργότερα, αφού μετά την αποκατάσταση του Σωτήρα, τυχαίνει να είναι ώριμη και καταληπτή η γνώση, αφού κανένας πλέον δεν απιστεί στο θαύμα. Τι λοιπόν θα ήταν πιο μεγάλο, αυτό που εκείνος υποσχέθηκε ή αυτό που το Πνεύμα δίδαξε ; Εάν βέβαια πρέπει σαν κάτι μεγάλο να νομίζουμε και άξιο της μεγαλοπρέπειας του Θεού, αυτό το οποίο υπόσχεται, ή αυτό το οποίο διδάσκεται.


Έτσι λοιπόν πιστεύω γι’ αυτά και μακάρι έτσι να πιστεύω εγώ, και όποιος μου είναι αγαπητός. Να τιμάμε δηλαδή ως Θεό τον Πατέρα, Θεό τον Υιό, Θεό το Πνεύμα το άγιο, τρεις οι ιδιότητες, αλλά μια η θεότητα, χωρίς να διαιρείται ως προς τη δόξα, την τιμή και τη βασιλεία, όπως θεολόγησε κάποιος από τους θεοφόρους άνδρες λίγο προγενέστερα. Και όποιος δεν πιστεύει έτσι ή προσαρμόζεται ανάλογα με τις περιστάσεις, αλλάζοντας συνεχώς την πίστη του και σκέπτεται με επιπολαιότητα, γι’ αυτά που είναι τόσο σπουδαία, ας μη δει τον ήλιο ν’ ανατέλλει, όπως λέγει η Γραφή, ούτε τη δόξα της ουράνιας λαμπρότητας.