Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2020

Ο ΘΕΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 

-Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ-





Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

                      - οπως την ερμηνεύει ο Μ. Βασίλειος - 


Η πληρότητα της Ζωής και υπάρξεως είναι ο εν Τριάδι Θεός, ως αγάπη. Για το λόγο αυτό δημιούργησε τον κόσμο, ούτως ώστε να μετάσχουν όλα τα όντα στην ένθεο Ζωή και μέσω αυτών να φανερώνεται και να δοξάζεται ο Ίδιος. Ο άνθρωπος συναντάει το Δημιουργό εντός του κόσμου, κυρίως όμως τον συναντάει στο εσώτατο βάθος της καρδιάς του. Κατϳ αυτόν τον τρόπο, ο Δημιουργός του Σύμπαντος και του ανθρώπου αποκαλύπτεται «εν ταις καρδίαις ημών». Είναι ο Θεός «ο ειπών εκ σκότους φώς λάμψαι» (Β’ Κυρ. 4,6). Γι’ αυτό το λόγο η αλήθεια για την κτιστή φύση είναι αδιαχώριστη από την θεογνωσία.

Η θεογνωσία κατά ταύτα δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την μέθοδο της σταδιακής αποδέσμευσης από το μετα-πτωτικό φαινόμενο του «σκοτασμού του νοός». Θα χρειαστεί το φώς της προσωπικής αποκαλύψεως του Θεού, ώστε ο άνθρωπος να αρχίσει να αντιλαμβάνεται, πως ότι βλέπει γύρω του δεν είναι παρά ίχνη- αποτυπώματα του Τεχνουργού Θείου Λόγου, ο οποίος φανερούται ασάρκως στην εποχή της Π.Διαθήκης και περιπατεί «εν σαρκί», «επ’ εσχάτων των χρόνων», δείχνοντας την κυριαρχία του επί της φύσεως.

Η κοσμογνωσία δεν αποτελεί κατά ταύτα το επιστέγασμα των επαγωγικών συλλογισμών του ανθρώπου προς πλήρη κατανόηση του φυσικού κόσμου και των λειτουργιών του. Κατά την ορθόδοξο διδασκαλία χρειάζεται μια «εν Χριστώ Λόγω» θέαση της Δημιουργίας , που απαιτεί προκαταβολικά την πνευματική καθαρότητα. Οι Πατέρες τονίζουν πως από μόνοι μας, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την ουσία ούτε του πιο μικρού χορταριού. (Γρ. Νύσσης, Κατά Ευνομίου P.G.45). Ο Αγιοι στα όρια της ένωσής τους με το Θεό, δέχονται την τέλεια γνώση των κτισμάτων (Clement Olivier, η θεολογία μετά το θάνατο του Θεού, σελ. 116).


Ο Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής γράφει: «Όπως ο ήλιος, που ανατέλλει και φωτίζει το σύμπαν, φανερώνεται ο ίδιος και ταυτόχρονα φανερώνει τα πράγματα που φωτίζει, έτσι και ο ήλιος της δικαιοσύνης όταν ανατέλλει για το εξαγνισμένο πνεύμα, φανερώνει τον εαυτό του και ταυτόχρονα φανερώνει τους λόγους των πραγμάτων, που είναι δικά του ποιήματα…» (Αγ.Μάξιμος ο ομολογητής, περί διαφόρων αποριών, P.G. 91 )

Ο Μέγας Βασίλειος, αρχίζοντας την εξαήμερό του, μας εισάγει ευθύς εξαρχής στο αληθές πλαίσιο της κοσμο-γνωσίας, εξιστορώντας όχι το τι λέει η Γένεση , αλλά το ποιος είναι εκείνος που την έγραψε. Εξυφαίνεται έτσι η αρετή του προφήτου Μωϋσέως, ο οποίος είχε το μέγα προνόμιο (κατά Ιω. τον Χρυσόστομο), να αφηγηθεί όχι εκείνα που συμβαίνουν στην εποχή του, ή εκείνα που θα συμβούν στο μέλλον, αλλά εκείνα που διαδραματίσθηκαν πολύ πριν αυτός γεννηθεί και αυτό έγινε, καθώς η ζωή του Μωϋσέως δεν ήτο τίποτε άλλο, παρά μια διαρκής πορεία προς την τελειότητα.


Τούτη την πορεία προς την τελειότητα μπορούμε να την παρακολουθήσουμε με λεπτομέρειες στο έξοχο έργο του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, που φέρει τον τίτλο «Είς τον Βίον του Μωϋσέως». Σ’ αυτό το έργο, μετά την έκθεση των Ιστορικών γεγονότων εκ μέρους του συγγραφέως, γίνεται αναφορά στην διαρκή «επέκταση» της ψυχής προς το ανώτερο (μια κίνηση που δεν μπορεί να γνωρίσει τέλος), που καθιστά τον Μωϋσή φίλο του Θεού, ο οποίος του εμπιστεύεται τα μυστικά του.

Γιατί, το ότι ο Μωϋσής πέτυχε τη δυνατή στον άνθρωπο τελειότητα, ποιος άλλος μάρτυρας πιο αξιόπιστος από το Θεό, θα μπορούσε να το επιβεβαιώσει, λέγοντάς του «σε γνωρίζω περισσότερο από όλους» και ότι αυτός ονομάστηκε «φίλος του Θεού» (Εξ. 33,12,11), και προτιμούσε μάλλον να πέθαινε μαζί με όλους, αν ο Θεός δεν ελεούσε από συμπάθεια και εκείνους…, αφού μετέβαλε την απόφασή του, για να μη λυπήσει το φίλο του». (Γρ. Νύσσης, Εις τον Βίον του Μωϋσέως).

Είναι προφανές ότι η κοσμογνωσία, με τον ορθόδοξο έννοια, προϋποθέτει την «επιστήμη και τέχνη» της μετά του Θεού κοινωνίας, διότι μόνον έτσι προστίθεται σοφία και γνώση σε εκείνον που θέλει να διαβάσει, όχι απλώς το Βιβλίο της Γένεσης, αλλά το ίδιο το βιβλίο του κόσμου (το «Liber Maundi» του Ιερού Αυγουστίνου), αφού «τα πάντα εν Αυτώ έκτισται».


Συνεπώς μέσα στις πρώτες λέξεις της Γένεσης δεν φανερώνονται μόνο η προέλευση του κόσμου , το πώς της καταγωγής του. Φανερώνεται ταυτοχρόνως και ο άπειρος Δημιουργός του, μέσα από τη διαδοχή των ενεργειών του, οι οποίες «χτίζουν» τον κόσμο και τον συντηρούν στην ύπαρξη. Η αλήθεια περί της Δημιουργίας φανερώνεται καθαρά σε εκείνον που φροντίζει να γίνεται «κάτοπτρο» της Θεότητος και να υψώνει το νου πάνω από τα γήϊνα, τονίζουν ομόφωνα οι Πατέρες.

Η Βιβλική αποκάλυψη δεν καταργεί βέβαια τον ανθρώπινο λόγο, έρχεται όμως «φωτιστικώς» προς τον άνθρωπο, για να ολοκληρώσει «παν νόημα εις υπακοήν Χριστού» (Απ. Παύλος). Γι’ αυτό και κάθε επιστήμη καλείται να «πληρωθεί» νοήματος, μέσω του «ανοίγματός» της προς τον Ενυπόστατο Θείο Λόγο.



Η ανάγνωση των Αγιογραφικών κειμένων περικλείει πάντοτε το ζήτημα της ερμηνείας τους από τον άνθρωπο. Είναι το περίφημο πρόβλημα της υποκειμενικότητας, το οποίο μεταξύ άλλων περιλαμβάνει και την υφή της γλώσσας, ως επικοινωνιακού/ συμβολικού μέσου.


Γι’ αυτό και ο ερμηνευτής καλείται, στην περίπτωση της βιβλικής γλώσσας, να περάσει σε ένα άλλο επίπεδο, με την θεοπρεπή κατανόηση των λεγομένων και την διαυγή «έκθεσή» τους , προς οικοδομήν του λαού του Θεού. Η Θεία πρόνοια βρήκε τον εκλεκτότερο γι’ αυτό το έργο στο πρόσωπο του Μεγάλου Βασιλείου, ο οποίος κατείχε στον ύψιστο βαθμό τις γνώσεις της εποχής του, ήταν δηλαδή πανεπιστήμων. Διέθετε , άρα, όλο τον απαραίτητο οπλισμό για να προσπελάσει τα νοήματα του Βιβλίου της Γενέσεως. Αλλά ο Μ.Βασίλειος ήταν και ασκητής, άνθρωπος της Πίστης: Ηταν εκείνος που έθεσε τη Γνώση στην υπηρεσία του Θείου Λόγου, προσπαθώντας να δεί τον κόσμο ως αρμονικό σύνολο που βρίσκεται στα χέρια του Θεού.

Αυτό δεν μπορούν να το καταλάβουν οι σύγχρονοι γνωστικοί, που βλέπουν τα πάντα «κατ’ εικόνα» της δικής τους πνευματικής «έκπτωσης», συσκοτίζουν και διαστρεβλώνουν τον κόσμο και τον καθιστούν αδιαφανή.


Διότι εν τέλει η ανάγνωση της Γενέσεως θέτει πάντοτε ένα a priori σε εκείνον που αποπειράται να προσεγγίσει το Μέγα θαύμα της Δημιουργίας και να εξιχνιάσει το μυστήριο της ύπαρξης και του προορισμού του.






ΚΕΙΜΕΝΟ 

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ : Ε.Π.Ε. εκδ. « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, τ. 4, σελ. 24.


Είναι ο Μωυσής αυτός πού μάς έδωσε το θεμελιακό αυτό σύγγραμμα ( το βιβλίο της Γενέσεως ). Ό Μωυσής, για τον οποίο έχομε τη μαρτυρία ότι έγινε οικείος του Θεού, βρέφος ακόμα της αγκαλιάς. Πού τον έκανε παιδί της η κόρη του Φαραώ, τον μεγάλωσε βασιλικά και έβαλε τους πιο σοφούς δασκάλους της Αιγύπτου να φροντίζουν τη μόρφωση του. Μί­σησε το μεγαλείο της βασιλείας και, επιστρέφοντας στον ταπεινό κόσμο των ομοφύλων του, προτίμησε να ταλαιπωρείται μαζί με το λαό του Θεοί, παρά να έχει μία πρόσκαιρη απόλαυση της α­μαρτίας.

Είναι ο Μωυσής πού είχε από την ίδια τη φύση του την αγάπη για το δίκαιο, και τον βλέπομε, πριν ακόμα του ανατεθεί η αρχηγία του λαού, να πολεμά θανάσιμα τους κακούς από φυσι­κό μίσος κατά της κακίας. Τον έδιωξαν έπειτα αυτόν πού είχε ευεργετήσει και, παραιτώντας με χαρά την αιγυπτιακή βοή και φθάνοντας στην Αιθιοπία, μακριά από όλα τα άλλα, για σαράν­τα ολόκληρα χρόνια επιδόθηκε στη θεωρητική μελέτη των όντων.

Όταν ήταν ογδόντα ετών είδε το Θεό, όπως μπορεί να τον δει ο άνθρωπος ή μάλλον όπως δεν έτυχε σε κανέναν άλλο, κατά την μαρτυρία του ίδιου του Θεού. «Αν παρουσιαστεί ανάμεσα σας προφήτης του Κυρίου θα του φανερωθώ σε όραμα και θα του μιλήσω στον ύπνο. Δεν θα κάνω όπως το δούλο μου το Μωυσή, πού είναι πιστός στο σπίτι μου όλο και πού θα του μιλήσω κατά πρόσωπο και όχι με υπαινιγμούς».


Μιλάει λοιπόν σε μας παίρ­νοντας όσα άκουσε από το Θεό, αυτός πού αξιώθηκε να δει με τα μάτια του το Θεό, ίδια με τους αγγέλους. Ας ακούσομε λοιπόν λόγους της αλήθειας πού διατυπώθηκαν όχι με πειστικά επιχει­ρήματα σοφίας ανθρώπινης, αλλά σαν διδάγματα του Πνεύμα­τος, πού δεν επιζητούν τον έπαινο των ακροατών αλλά τη σωτη­ρία, όσων θέλουν να διδαχθούν απ’ αυτούς.

« Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον Ουρανόν και την Γην». Το θάμπωμα του νου μου καθηλώνει το νου μου, τι να πω πρώτο; Από που να αρχίσω τη διαπραγμάτευση μου; Να ελέγξω τις ματαιολογίες των ειδωλολατρών; Να επαινέσω την αλήθεια τη δική μας;

Πολλές γνώμες διατύπωσαν οι σοφοί των Ελλήνων για τη φύση και ούτε ένας λόγος τους δε στάθηκε σταθερός και ασάλευτος- πάντοτε ο δεύτερος έριχνε τον προηγούμενό του, ώ­στε εμείς δεν έχουμε καμιά δουλειά να τους ελέγξουμε, φθάνουν οι ίδιοι για την αλληλοανατροπή τους. Αυτοί πού αγνόησαν το Θεό, δε δέχτηκαν ότι είχε προϋπάρξει από τη γένεση όλων μία Έλλογη αιτία, παρά ανάλογα με την αρχική τους άγνοια έβγαλαν συμπεράσματα και για τα επόμενα.

Γι' αυτό άλλοι κατέφυ­γαν στις υλικές υποδομές, αποδίδοντας την αιτία του παντός στα στοιχεία του κόσμου, άλλοι φαντάστηκαν ότι τη φύση των πραγμάτων την συγκροτούν άτομα και αδιαίρετα σωμάτια, όγκοι και πόροι, γιατί οι γενέσεις και οι φθορές προκαλούνται άλλοτε από τη συνένωση των αδιαίρετων σωμάτων μεταξύ τους και άλλοτε με τον αποχωρισμό τους. Η ισχυρότερη αλληλοσύνδεση των ατόμων παρέχει την αιτία της διατήρησης των σωμάτων, πού διαρκούν περισσότερο. Αληθινά υφαίνουν ιστό αράχνης, όσοι διατυπώνουν αυτές τις γνώμες και βάζουν ως θεμέλια του ουρανού, της γης και της θάλασσας τέτοιες λεπτές και ανυπόστατες αρχές. Δεν ήξεραν να πουν " εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην " .

Γι' αυτό στη γνώμη τους, ότι τα σύμπαντα είναι ακυβέρνητα και αδιοίκητα και πηγαίνουν όπως τύχει, απατήθη­καν από την αθεΐα πού είχαν μέσα τους. Για να μην πάθουμε κι εμείς το ίδιο, ο συγγραφέας της δημιουργίας του κόσμου ευθύς από τις πρώτες λέξεις καταφώτισε το νου μας, με το όνομα του Θεού . Είπε " εν αρχή εποίησαν ο Θεός " .

Β.

Τι ωραίο πράγμα ή τάξη. Έβαλε πρώτα την αρχή, για να μη νομίσουν μερικοί ότι ο κό­σμος είναι άναρχος. Έπειτα πρόσθεσε το "εποίησεν" για να δείξει , ότι αυτό πού έγινε είναι ένα ελάχιστο μέρος από τη δύναμη του δημιουργού. Όπως ο κεραμέας με τη μία τέχνη, πλάθοντας μύ­ρια σκεύη, ούτε την τέχνη του εξαντλεί ούτε τη δύναμη του έτσι και ο δημιουργός του σύμπαντος τούτου. Η δημιουργική του δύ­ναμη δεν περιορίζεται στα μέτρα ενός μόνον κόσμου αλλά την υ­περβαίνει στο απειροπλάσιο· μ' ένα μόνο νεύμα του θελήματος του έφερε στην ύπαρξη τους πελώριους όγκους πού βλέπομε.


Αν λοιπόν ο κόσμος και αρχή έχει και έχει δημιουργηθεί, εξέτασε ποιος του έδωσε την αρχή και ποιος είναι ο δημιουργός του, ή μάλλον, για να μην απομακρυνθείς σε κάποιο σημείο από την α­λήθεια, εξετάζοντας με τον ανθρώπινο λογισμό σου, πρόλαβε με τη διδασκαλία του να αποθέσει σαν σφραγίδα και φυλαχτό στις ψυχές μας το πολυτιμημένο όνομα του θεού λέγοντας : η απέραντη αγαθότητα, το αγαπημό όλων των λογικών όντων, η πολυπόθητη ωραιότη­τα, η αρχή των όντων, η πηγή της ζωής, το νοερό φως, η απρό­σιτη σοφία, αυτός είναι πού εποίησεν «εν αρχή» τον ουρανόν και την γην.


Μη φαντάζεσαι, λοιπόν, άνθρωπε, ότι όσα βλέπεις δεν έχουν αρχή· κι επειδή τα σώματα πού κινούνται στον ουρανό διαγρά­φουν κυκλικές τροχιές —και μ' £να συνηθισμένο κοίταγμα δεν αντιλαμβανόμαστε εύκολα την αρχή του κύκλου —μη νομίσεις ότι τα σώματα πού κινούνται κυκλικά είναι από τη φύση τους χωρίς αρχή , γιατί ούτε και το γνωστό μας κύκλο, εννοώ το επίπεδο σχήμα πού περικλείεται από μια γραμμή, ούτε κι αυτόν δεν πρέπει να τον θεωρήσομε χωρίς αρχή, επειδή ξεφεύγει την ι­κανότητα της αίσθησης μας και δεν μπορούμε να βρούμε από που άρχισε ούτε που καταλήγει.

Αλλά κι αν ξεφεύγει την αίσθηση μας, στην πραγματικότητα ωστόσο αυτός πού τον σχημάτισε μ' ένα κέντρο και μία ακτίνα, άρχισε από κάποιο σημείο. Έτσι λοι­πόν κι εσύ, επειδή τα σώματα πού κινούνται κυκλικά στρέφονται γύρω από τον εαυτό τους, μην παρασυρθείς στην πλάνη ότι ο κό­σμος είναι άναρχος και ατελεύτητος, από το ότι ή κίνηση τους εί­ναι ομαλή και τίποτα δεν την διακόπτει με την παρεμβολή του. «Παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου» και « Ο ουρανός και η γη παρελεύσονται » .

Αποτελούν προεξαγγελία της διδα­σκαλίας για τη συντέλεια και τη μετατροπή του κόσμου, όσα με συντομία παραδίδονται κατά τη στοιχειώδη έκθεση της θεόπνευστης διδασκαλίας «Έν αρχή εποίησεν ό Θεός».

Όσα άρχισαν από κάποιο σημείο του χρόνου είναι ανάγκη και να τελειώσουν σε άλλο σημείο. Αν έχουν χρονική αρχή, μην αμφιβάλεις για το τέλος τους. Τι νόημα έχουν οι γεωμετρίες και οι μέθοδοι των μαθηματικών και οι στερεομετρίες και η πολυθρύλητη αστρονο­μία, όλη η πολυάσχολη ματαιότητα, αν όσοι ασχολούνται με ζή­λο με αυτά έκαναν τη σκέψη, ότι ο κόσμος πού βλέπομε είναι συναίτιος με τον κτίστη των όλων Θεό, εξισώνοντας στο μεγαλείο τον περιορισμένο και με υλικό σώμα κόσμο με την απεριόριστη και αόρατη φύση;

Και δεν μπόρεσαν να σκεφτούν ούτε τόσο λίγο ότι, αυτό πού τα μέρη του δέχονται φθορές και αλλοιώσεις, είναι ανάγκη και στο όλον του να υποστεί τα ίδια παθήματα , όπως και τα μέρη του. Αλλά τόσο πολύ «εματαιώθησαν τοις διαλογισμοίς αυτών και εσκοτίσθη ή ασύνετος αυτών καρδία και φάσκοντες είναι σοφοί έμωράνθησαν», ώστε άλλοι δογμάτισαν ότι ο κόσμος συνυπάρχει από πάντοτε με το Θεό και άλλοι ότι ο ίδιος ο κόσμος είναι ο χωρίς αρχή και χωρίς τέλος Θεός και ο αί­τιος της επιμέρους οικονομίας.


Ασφαλώς ή περίσσεια της κοσμικής σοφίας τους θα προκαλέ­σει κάποτε προσθήκη στη βαριά καταδίκη τους, γιατί είχαν τόση οξυδέρκεια για τα μάταια πράγματα κι ωστόσο αποτυφλώθηκαν θεληματικά σχετικά με την κατανόηση της αλήθειας. Αυτοί όμως πού μετρούν τις αποστάσεις των άστρων ( και καταγράφουν τα αειφανή και βορινά και πόσα βρίσκονται στο νότιο πόλο και φαίνονται στους εκεί, ενώ σ' εμάς είναι άγνωστα, κι αυτοί που διαιρούν σε μύρια διαστήματα το βόρειο πλάτος και τον κύκλο των ζωδίων και κράτησαν με ακρίβεια τις επαναφορές των άστρων, τα σημεία ακινησίας, τις αποκλίσεις και την κίνηση όλων προς τα προηγούμενα και σε πόσο χρόνο καθένας από τους πλα­νήτες συμπληρώνει την τροχιά του ), μία μέθοδο ανάμεσα σε όλες δεν μπόρεσαν να βρουν, για να αντιληφθούν το Θεό ως δημιουρ­γό του κόσμου και κριτή δίκαιο πού ενεργεί την ανταπόδοση την αντάξια στο βίο καθενός.

Ούτε με το λόγο για την κρίση μπόρεσαν να συλλάβουν την επακόλουθη έννοια της συντέλειας, ότι είναι ανάγκη να μεταποιηθεί ο κόσμος, αν πρόκειται να μεταβλη­θεί σε άλλο είδος ζωής η κατάσταση των ψυχών.

Όπως δηλαδή η ζωή αυτή έχει ανάλογή της τη φύση του κόσμου τούτου, έτσι και η μελλοντική ζωή των ψυχών μας θα δεχτεί κληρονομιά , πού θα αντιστοιχεί στην κατάστασή της. Αυτοί όμως απέχουν τόσο πολύ από το να τα προσέχουν αυτά ως αληθινά, ώστε αφήνουν να ξεσπάσει εις βάρος μας πλατύ γέλιο, όταν τους μιλούμε για την παλιγγενεσία της ζωής. Επειδή όμως από τη φύση της η αρχή προτάσσεται όσων αρχίζουν από αυτήν, αφού μιλάει για όσα έχουν την ύπαρξη τους από ένα χρονικό σημείο, κατ' ανάγκη προτάσσει σε όλα αυτά την α­ναφώνηση λέγοντας «εν αρχή εποίησεν».

Γ.

Όπως φαίνεται, υπήρχε κάτι πριν από αυτόν τον κόσμο, πού ή διάνοια μας μπορεί να το συλλάβει θεωρητικά, έμεινε όμως έξω από αυτή την εξιστόρηση, επειδή ήταν ακατάλληλο για αν­θρώπους πού μαθήτευαν ακόμα και ήταν νήπιοι στη γνώση. Υ­πήρχε μία κατάσταση αρχαιότερη από τη γένεση του κόσμου, αρμόδια στις υπερκόσμιες δυνάμεις, η κατάσταση η πάνω από το χρόνο, ή αιώνια, ή παντοτινή. Και μέσα σ' αυτήν ο κτίστης και δημιουργός όλων έπλασε τα δημιουργήματα του, το νοητό φως πού αρμόζει στη μακαριότητα όσων αγαπούν τον Κύριο, τις λο­γικές και αόρατες φύσεις και όλη την αρμονική διάταξη των νοη­τών, όσα ξεπερνούν τη διάνοια μας και πού ούτε τα ονόματά τους δεν είναι δυνατόν να βρούμε.

Αυτά συμπληρώνουν την ου­σία του αόρατου κόσμου, όπως μας διδάσκει ο Παύλος, λέγοντας ότι " διαμέσου αυτού δημιουργήθηκαν τα πάντα είτε ορατά εί­τε αόρατα είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχές είτε εξουσίες είτε δυνάμεις είτε στρατιές αγγέλων είτε αρχηγίες των αρχαγ­γέλων " . Όταν ήρθε λοιπόν η ώρα να μπει και ο κόσμος τούτος στον κύκλο των όντων, πρώτα σχολείο και παιδευτήριο των αν­θρώπινων ψυχών, έπειτα όμως κατάλληλη κατοικία όλων γενι­κά, όσα βρίσκονται μέσα στη γένεση και τη φθορά, τότε πια μπή­κε υπόβαθρο στον κόσμο, στα ζώα και τα φυτά πού υπάρχουν μέσα του , της ίδιας φύσης με αυτά, η ροή του χρόνου, πού πάντοτε βιάζεται, κυλά και φεύγει και ποτέ δεν παύει το τρέξιμο του.


Η μήπως δεν είναι έτσι ο χρόνος; Το παρελθόν εξαφανί­στηκε, το μέλλον δεν ήρθε ακόμα και το παρόν προτού το καταλάβομε ξεφεύγει από την αντίληψη μας. "Έτσι είναι και ή φύση όσων γίνονται : τη βλέπεις ή να αυξάνει ή να φθίνει και δεν έχει που να δεις το σταθερό και το μόνιμο. Χρειαζόταν λοιπόν στα σώματα των ζώων και των φυτών, που είναι από κάποια ανάγκη έτσι κάπως δεμένα μ' ενα ρεύμα και που συνέχονται από την κί­νηση πού οδηγεί στη γένεση ή τη φθορά, να περιέχονται από τη φύση του χρόνου, που έχει ιδιαίτερο χαρακτήρα ανάλογα με τα μεταβαλλόμενα.

Από εδώ ξεκινώντας ο σοφός δάσκαλος της δημιουργίας του κόσμου έβαλε πολύ ταιριαστά στο λόγο του γι αυτήν αρχίζοντας τη φράση «εν αρχή εποίησεν». Θέλει να πει, αυτή την αρχή, τη χρονική. Δε μαρτυρεί βέβαια ότι τους ξεπερνά όλους, όσοι έχουν γίνει στα πρεσβεία της γένεσης και γι' αυτό λέει ότι έγινε στην αρχή· αλλά διηγείται την αρχή της ύπαρξης, τούτων των ορατών και των αισθητών μετά τα αόρατα και νου τα. Αρχή λέγεται και ή πρώτη κίνηση, πως « Αρχή οδού αγαθής το ποιείν δίκαια».

Γιατί καταρχήν από τις δίκαιες πράξεις ξεκινούμε προς το μακάριο βίο. Αρχή λέγεται κι από ποιό γίνεται κάτι, από το άλλο δηλαδή πού υπάρχει σε αυτό, όπως ή θεμελιόπετρα για το σπίτι και ή καρίνα για το πλοίο και σύμφωνα με αυτό έχει λεχθεί « Αρχή σοφίας, φόβος Κυρίου». Γιατί ή ευλάβεια είναι κρηπίδα αλλά και βάθρο προς τελείωση. Η τέχνη πάλι λέγεται αρχή των τεχνικών έργων, όπως η σοφία του Βεσελεήλ είναι η τέχνη της διακόσμησης της σκηνής. Η αρχή των πράξεων γίνεται πολλές φορές και το ωφέλιμο τέλος όσων γίνον­ται. "Όπως αρχή της ελεημοσύνης είναι να γίνεται δεκτή από το Θεό, έτσι και σύνολης της ενάρετης δράσης ο σκοπός πού υπάρχει στις επαγγελίες.





                              


                                               

                            Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

                       ( ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ )


 Από που μάθαμε κάτι βέβαιο και αληθινό για το Θεό ή για όλον τον κόσμο ή για μας τους ίδιους; Όχι από τη διδασκαλία του Πνεύματος; Αυτή μας δίδαξε ότι μόνο ο Θεός είναι ο αληθινά Ων και πάντοτε Ων και αμετάβλητα Ων και ότι δεν έλαβε το είναι από την ανυπαρξία, ούτε πηγαίνει προς την ανυπαρξία. Και ότι είναι τρισυπόστατος και παντοδύναμος. Αυτός σε έξι ημέρες έφερε τα όντα από το μηδέν στην ύπαρξη με το λόγο, ή μάλλον τα δημιούργησε αμέσως, όπως λέει ο Μωυσής: «Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη»(Γεν. 1,1). Όχι βέβαια με κενό, ούτε χωρίς τα ενδιάμεσα όλα. Η γη ήταν ανάμικτη με το νερό, και το καθένα από τα δύο κυοφορούσε τόσο τον αέρα, όσο και τα αντίστοιχα διάφορα ζώα και φυτά. Ο ουρανός πάλι κυοφορούσε τα διάφορα φώτα και πυρά, πάνω στα οποία έχει την ύπαρξή του το σύμπαν. Έτσι λοιπόν ο Θεός δημιούργησε στην αρχή τον ουρανό και τη γή, σαν ύλη που δέχεται τα πάντα κι έχει τη δυνατότητα να παράγει τα πάντα, ανατρέποντας ορθά από τότε εκείνους που κακώς νομίζουν ότι η ύλη προϋπήρχε από μόνη της.


 Μετά την αρχική αυτή δημιουργία, ο Θεός που δημιούργησε τα πάντα από την ανυπαρξία, φιλοκαλώντας κατά κάποιο τρόπο και κοσμώντας παραπέρα τον κόσμο, απένειμε μέσα σε έξι μέρες στο καθένα το αρμόδιο σύνολο των γνωρισμάτων που συμπλήρωναν τον διάκοσμό του, ξεχωρίζοντας το καθένα με μόνο το πρόσταγμά του, σαν να έβγαζε από θησαυροφυλάκια κατ’ είδος ό,τι είχε τοποθετήσει σ’ αυτά, διαθέτοντας και συνθέτοντας αρμονικά, εξαίρετα και κατάλληλα στο καθένα το ένα προς το άλλο, το καθένα προς όλα και όλα προς το καθένα. Και την ακίνητη γη την έβαλε σαν κέντρο στον μέγιστο κύκλο του ουρανού, συνδέοντας πάνσοφα με τα ενδιάμεσα τον αεικίνητο ουρανό, για να μένει πάντοτε ο ίδιος κόσμος και σταθερός και κινούμενος. Αφού δηλαδή τα αεικίνητα και πάρα πολύ ταχυκίνητα σώματα τοποθετήθηκαν γύρω-γύρω, αναγκαστικά το ακίνητο, η γη, κατέλαβε το μέσο, για να είναι η ακινησία του αντίρροπη της κινήσεως, ώστε να μη μετακινείται σαν κύλινδρος ή παγκόσμια σφαίρα.


 Αφού λοιπόν ο Αριστοτέχνης έδωσε τέτοια θέση στα δύο πέρατα του παντός —τον ουρανό δηλαδή και τη γη—, όλον αυτόν τον κόσμο εύκοσμα, για να πω έτσι, και στερέωσε και εκίνησε. Στο καθένα πάλι από τα ενδιάμεσα απένειμε το πρέπον. Και άλλα τα τοποθέτησε επάνω και διέταξε να περιφέρονται μετέωρα στα ουράνια και να συμπεριστρέφονται με το ανώτατο όριο του παντός πάρα πολύ συνετά και κόσμια χωρίς παύση —εδώ υπάγονται όσα είναι ελαφρά και ενεργά και επιτήδεια να μεταβάλλουν σε χρήσιμα τα κάτω από αυτά. Αυτά είναι υψωμένα πάνω από το μέσο με τόσο πολύ μεγάλη σύνεση, ώστε και το υπερβολικό ψύχος που υπάρχει εκεί να το σπάζουν επαρκώς, αλλά και τη δική τους υπερβολική θερμότητα να την κρατούν στη θέση της, κι ακόμη να συγκρατούν κάπως και την υπερβολική κίνηση των υψηλοτάτων άκρων με δική τους αντίστροφη κίνηση, έτσι που κι εκείνα να κρατούν στη θέση τους με τη δική τους αντίστροφη περιστροφή, και σ’ εμάς να παρέχουν τις πολύ ωφέλιμες ετήσιες διαφορές των εποχών, τα μέτρα των διαστημάτων του χρόνου και —όταν εμβαθύνομε σ’ αυτά — τη γνώση του Θεού που τα δημιούργησε και τα κατέταξε και τα στόλισε. Αυτά λοιπόν που μετεωροπορούν στα ύψη, τα άφησε να περιφέρονται έτσι με πολλές κινήσεις για δύο λόγους· για χάρη του παγκόσμιου κάλλους και για πολύμορφη ωφέλεια. Τα άλλα πάλι τα τοποθέτησε κάτω και γύρω στό μέσον, όσα δηλαδή έχουν βάρος και μεταβλητή φύση, γίνονται και ξαναγίνονται, χωρίζονται και ενώνονται και τείνουν να μεταβληθούν σε εύχρηστα· τα έβαλε κι αυτά σε ευκοσμία ανάλογα με τη μεταξύ τους αλληλεπίδραση, για να μπορεί να λέγεται το παν αληθινά «κόσμος», δηλαδή στολισμός.


 Έτσι λοιπόν έγινε το πρώτο ον στην κτίση, και μετά το πρώτο άλλο, και ύστερα απ’ αυτό πάλι άλλο και ούτω καθεξής, και ύστερα από όλα ο άνθρωπος. Ο οποίος αξιώθηκε να έχει από το Θεό τόση τιμή και πρόνοια, ώστε ο αισθητός αυτός κόσμος να γίνει πριν από αυτόν γι’ αυτόν, η βασιλεία των ουρανών να ετοιμαστεί ευθύς από την αρχή του κόσμου(Ματθ. 25, 34) πριν από αυτόν γι’ αυτόν, να προηγηθεί διαβούλευση του Θεού περί αυτού κι έπειτα να πλαστεί με το χέρι του Θεού κατ’ εικόνα Του(Γεν. 1, 26), έτσι που να μη λάβει το παν, όπως τα άλλα ζώα, από την ύλη και τον αισθητό κόσμο, αλλά μόνο το σώμα. Την ψυχή όμως την έλαβε από τα υπερκόσμια, ή μάλλον από τον ίδιο το Θεό, με απόρρητο φύσημα(Γεν. 2, 7), ώστε να γίνει κάτι μεγάλο και θαυμαστό και πιό πάνω απ’ όλα, να επιτηρεί και να επιβλέπει το παν και να επιστατεί σε όλα και άρα να γνωρίζει το Θεό, να τον δέχεται και να είναι αποτέλεσμα που να δείχνει περισσότερο από κάθε άλλο δημιούργημα την ύψιστη μεγαλοσύνη του Τεχνίτη. Κι όχι μόνο είναι δεκτικός του Θεού και της χάρης Του με αγώνα, αλλά είναι δυνατό και να ενωθεί με Αυτόν σε μία υπόσταση.


 Αυτά και άλλα όμοια που είναι η αληθινή σοφία και η σωτηριώδης γνώση και προξενούν την άνω μακαριότητα, ποιός Ευκλείδης, ποιος Μαρίνος, ποιος Πτολεμαίος μπόρεσε να τα κατανοήσει, ή ποιος Εμπεδοκλής και Σωκράτης και Αριστοτέλης και Πλάτων, με τις λογικές τους μεθόδους ή τις μαθηματικές αποδείξεις τους; Ή μάλλον, ποιά αίσθηση τα έχει αντιληφθεί; Ποιος νους τα συνέλαβε; Κι αν σ’ εκείνους που εκ φύσεως φιλοσοφούσαν και στους ομοίους τους φάνηκε χαμαίζηλη η πνευματική σοφία, αποδεικνύεται κι από αυτό η υπεροχή της. Σχεδόν όσο νιώθουν τα άλογα ζώα τη σοφία εκείνων κι όλες τις γνώσεις τους, ή, αν θέλεις, όπως τα μικρά παιδιά, που θεωρούν σπουδαιότερα τα γλυκίσματα που κρατούν από το βασιλικό στέμμα, έτσι στέκονται κι αυτοί απέναντι στην αληθινή και υψηλότατη σοφία και διδασκαλία του Πνεύματος.


 Όχι μόνο το να γνωρίζει κανείς —κατά το δυνατόν— το Θεό, είναι ασυγκρίτως καλύτερο της φιλοσοφίας των Ελλήνων, αλλά και μόνο το να γνωρίζει ποιά θέση έχει ο άνθρωπος κοντά στο Θεό, ξεπερνά όλη τη σοφία τους. Γιατί μόνον ο άνθρωπος απ’ όλα αυτά τα επίγεια και τα ουράνια δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα του Πλάστη του, για να βλέπει προς Εκείνον και να τον αγαπά και μόνον Εκείνου να είναι μύστης και προσκυνητής, και να διατηρεί το κάλλος αυτό με την προς Αυτόν πίστη και κλίση και διάθεση. Όλα τ’ άλλα, όσα έχει η γη και αυτός ο ουρανός, ο άνθρωπος να τα θεωρεί κατώτερα από τον εαυτό του και ολότελα στερημένα νου. Αυτό οι Έλληνες σοφοί δεν μπόρεσαν καθόλου να αντιληφθούν και ατίμασαν την ανθρώπινη φύση, ασέβησαν στο Θεό και σεβάστηκαν και λάτρεψαν την κτίση αντί τον Κτίστη(Ρωμ. 1, 25). Απέδωσαν δηλαδή νου στα αισθητά, μα αναίσθητα άστρα, και στο καθένα, ανάλογα με το μέγεθός του, του έδωσαν ανάλογη δύναμη και αξίωμα. Ήταν θλιβερό το σέβας τους γι’ αυτά, που αφού τα ονόμασαν θεούς, μεγαλύτερους και μικρότερους, παραχώρησαν σ’ αυτά την εξουσία του παντός. Αυτοί λοιπόν, από τα αισθητά και τη γύρω απ’ αυτά φιλοσοφία, δεν προξένησαν στις ψυχές τους ντροπή και ατιμία και έσχατη πενία και πράγματι νοητό και τιμωρητικό σκοτάδι;


 Η γνώση ότι γίναμε κατ’ εικόνα του Δημιουργού, δεν επιτρέπει να θεοποιούμε ούτε τον νοητό κόσμο. Γιατί αυτό το «κατ’ εικόνα» δεν αναφέρεται στο σώμα, αλλά στη φύση του νου, από τον οποίο τίποτε δεν είναι καλύτερο κατά τη φύση. Γιατί αν υπήρχε κάτι καλύτερο, το «κατ’ εικόνα» θα υπήρχε σ’ εκείνο. Αφού λοιπόν το καλύτερο μέσα μας είναι ο νους, και τούτο, αν και είναι κατ’ εικόνα θεϊκή, κτίσθηκε όμως από το Θεό, δεν είναι εύκολο να καταλάβομε, ή μάλλον δεν είναι από αυτό ολοφάνερο, ότι ο Ποιητής του νοερού μας μέρους είναι ο Ποιητής και κάθε νοερού; Κάθε νοερή λοιπόν φύση, όλοι δηλαδή οι Άγγελοι, είναι δούλοι μαζί μ’ εμάς και κατ’ εικόνα του Δημιουργού. Αν και είναι ανώτεροι από μας, γιατί δεν έχουν σώμα και πλησιάζουν περισσότερο την εντελώς ασώματη και άκτιστη φύση. Ή μάλλον, όσοι απ’ αυτούς φύλαξαν την τάξη τους και αποδέχονται το σκοπό για τον οποίο έγιναν, αν και ομόδουλοί μας, είναι σεβαστοί σ’ εμάς και πολύ ανώτεροί μας κατά την τάξη. Εκείνοι όμως που δε φύλαξαν την τάξη τους, αλλά επαναστάτησαν και αθέτησαν το σκοπό για τον οποίο έγιναν, πήγαν όσο γινόταν πιο μακριά από εκείνους που πλησιάζουν το Θεό και ξέπεσαν από την τιμή που είχαν. Και καθώς προσπαθούν να συμπαρασύρουν κι εμάς στην έκπτωση, δεν είναι μόνον αχρείοι και άτιμοι, αλλά και αντίθετοι, και στο ανθρώπινο γένος ολέθριοι και εχθρικότατοι.


 Αλλά οι φυσιολόγοι και οι αστρολόγοι αυτοί που καυχιούνται ότι γνωρίζουν τα πάντα, αφού δεν μπόρεσαν με τη φιλοσοφία ν’ αντιληφθούν τίποτε απ’ όσα προείπαμε, ονόμασαν επιπλέον τον άρχοντα του σκότους και τις κάτω απ’ αυτόν δυνάμεις της αποστασίας, όχι μόνον ανωτέρους τους, αλλά και θεούς. Τους τίμησαν με ναούς, πρόσφεραν σ’ αυτούς θυσίες και υποτάχθηκαν στις ολεθριότατες προσταγές τους. Κι εκείνοι εύλογα τους εξαπάτησαν για πολύ με ανίερες ιεροτελεστίες και καθαρμούς που μόλυναν και πρόσθεταν την επικατάρατη οίηση, και με προφήτες και προφήτισσες που παραπλανούσαν τους ανθρώπους όσο γίνεται μακρύτερα από την πραγματική αλήθεια.


 Το να γνωρίζει κανείς το Θεό, ή να γνωρίζει τον άνθρωπο και την αξία του (πράγματα που τώρα και οι απλοϊκοί Χριστιανοί γνωρίζουν) είναι γνώση υψηλότερη από τη φυσιολογία, την αστρολογία και όλη τη γύρω απ’ αυτές φιλοσοφία. Επιπλέον όμως, το να γνωρίζει ο ανθρώπινος νους την ασθένειά του και αυτήν να ζητά να θεραπεύσει, αυτό είναι πολύ ανώτερο ασυγκρίτως από το να γνωρίζει και να ερευνά τα μεγέθη των άστρων και τους λόγους των φύσεων, τις γενέσεις των επιγείων και τις περιόδους των ουρανίων σωμάτων, τις μεταβολές και τις ανατολές των αστέρων, τις ακινησίες και τις οπισθοδρομήσεις τους, τις μεταξύ τους αποστάσεις και συνελεύσεις, και γενικά τις ποικίλες σχέσεις που προέρχονται από την εκεί πολυκινησία. Γιατί ο νους που γνώρισε την ασθένειά του, βρήκε από που μπορεί να μπει για να βρεί τη σωτηρία, να πλησιάσει το φως της γνώσεως και να λάβει σοφία αληθινή, η οποία δεν καταλύεται μαζί με τον αιώνα τούτον.









Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

 

Η ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Του . Σωφρονίου Σαχάρωφ ( από το βιβλίο του : « η Ζωή Του , ζωή μου » )


Tο ανθρώπινο πνεύμα πεινά για γνώση, για γνώση πλήρη και ακέραιη. Τίποτα δεν μπορεί να καταστρέψει την επιθυμία μας για τη γνώση και φυσικά η ύψιστη αναζήτηση είναι η γνώση του Πρωτογενούς Όντος, το οποίο ή ο οποίος πράγματι υπάρχει. Όλοι οι άνθρωποι των περασμένων γενεών ασχολήθηκαν με αυτή την Πρώτη Αρχή. Οι πατέρες και οι παππούδες μας τον λάτρευσαν κατά διάφορους τρόπους γιατί δεν γνώριζαν «αυτόν καθώς έστι» (Α’ Ιω.3,2). Μερικοί (οπωσδήποτε αυτοί ήταν από τους σοφότερους) ανήγειραν θυσιαστήριο με την επιγραφή «Τω αγνώστω θεώ» (Πραξ.17,23). Ακόμα και στις μέρες μας συνέχεια αντιλαμβανόμαστε πως ο λόγος κάθε αυτός δεν μας οδηγεί πιο πέρα απ’ το κατώφλι προς τον άγνωστο. Μόνον ο Θεός είναι η αιτία, το μέσον της εισόδου μας σ’ αυτή την ψηλότερη γνώση, αν Αυτός αποκαλύψει τον εαυτό του.

Το πρόβλημα της γνώσεως του Θεού οδηγεί το νού σε έρευνα των αιώνων του παρελθόντος, σε στιγμές εμφανίσεως του Θεού στον άνθρωπο με τον ένα ή τον άλλο προφήτη. Εδώ δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι για μας και για όλον το χριστιανικό κόσμο σημειώθηκε το πιο σπουδαίο γεγονός στα χρονικά, δηλαδή η φανέρωση του Θεού στο Όρος Σινά όπου ο Μωϋσής έλαβε νέα γνώση για το Θείο Ον: «ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ» (Εξ.3,14)- ο Ιεχωβά. Απ’ αυτή τη στιγμή απέραντος ορίζοντας άνοιξε για το ανθρώπινο γένος κι η ιστορία έλαβε νέα τροπή. Μια πνευματική κατάσταση ενός λαού είναι αιτία ιστορικών γεγονότων και δεν είναι πολύ μεγάλης σπουδαιότητας το ορατό, αλλά το αόρατο, το πνευματικό. Αντιλήψεις και ιδέες για την ύπαρξη της ζωής γενικά αναζητούν έκφραση κι έτσι υποκινούν ιστορικά γεγονότα.

Ο Μωϋσής, ο οποίος κατείχε τη μεγαλύτερη κατά το δυνατόν μόρφωση της Αιγύπτου, δεν αμφέβαλε ότι η αποκάλυψη, που τόσο θαυμάσια του ήλθε, ήλθε από Αυτόν ο Οποίος είχε δημιουργήσει το σύμπαν. Στο όνομα αυτού του Θεού του «ΕΓΩ ΕΙΜΙ» έπεισε τον Ισραηλιτικό λαό να τον ακολουθήσει. Αφού περιβλήθηκε με τέτοια ασυνήθιστη δύναμη εκ των Ανω, ενήργησε παρα πολλά θαύματα. Στο Μωϋσή ανήκει η αθάνατη δόξα που έφερε το ανθρώπινο γένος πιο κοντά στην αιώνια αλήθεια. Αφού πείστηκε από την αυθεντικότητα του οράματος, εξέδωκε τις εντολές του σαν εντολές του Υψίστου. Όλα πραγματοποιήθηκαν στο Ονομα και με το Ονομα του «ΕΓΩ ΕΙΜΙ», ο οποίος αποκάλυψε τον εαυτό του. Δύναμη είναι αυτό το Ονομα και η δύναμη και η αγιότητα είναι ενέργεια που προέρχεται από το Θεό. Αυτό το Ονομα ήταν η πρώτη είσοδος στην «ζώσαν» αιωνιότητα, η ανατολή της ημέρας της γνώσεως του χωρίς αρχή Απολύτου σαν «ΕΓΩ ΕΙΜΙ». Στο όνομα του Ιεχωβά, ο Μωϋσής εξήγαγε τους ακόμα πρωτόγονους Ισραηλίτες, από τη δουλεία τους στην Αίγυπτο. Κατά τη διάρκεια της περιπλανήσεώς τους στην έρημο όμως ανακάλυψε ότι ο λαός αυτός ήταν μακριά από του να είναι έτοιμος, παρά τα πάρα πολλά θαύματα στα οποία υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας, και παρά την μοναδική –θαυμαστή αποκάλυψη του Αιωνίου. Αυτό έγινε ιδιαίτερα φανερό καθώς πλησίαζαν στα όρια της Γής της Επαγγελίας. Η δειλή καρδιά τους και η έλλειψη της πίστης τους ανάγκασε τον Κύριο να δηλώσει ότι κανείς απ’ αυτούς τους διαποτισμένους με το πνεύμα της Αιγύπτου δε θα δεί την «καλήν γήν» (Δευτ.1,32.35.38). Θ’ άφηναν τα οστά τους στην έρημο. Ο Μωϋσής ενθάρρυνε και προετοίμασε τη νέα γενιά πιο ικανή στην αντίληψη του Θεού του αοράτου μεν αλλά αυτού που κρατά τα πάντα στο χέρι του.


Ο Μωυσής ήταν προικισμένος με εξαιρετική ευφυϊα, αλλ’ εκτιμάται περισσότερο κυρίως γιατί αντιλήφθηκε ότι η δοσμένη σ’ αυτόν αποκάλυψη παρ’ όλο το μεγαλείο της και την αξία της, δεν ολοκληρώθηκε ακόμη. Αντιλήφθηκε ότι αυτός, ο οποίος είχε αποκαλύψει τον εαυτό του ήταν «ο πρώτος και ο έσχατος» (Ησ. 44,6) και δεν μπορούσε να υπάρξει κανείς και τίποτα πριν απ’ αυτόν και μετά απ’ αυτόν. Και έτσι έψαλλε: «Ακουε Ουρανέ και λαλήσω, ακουέτω η Γή τα ρήματά μου» (Δευτ.32,1), και συγχρόνως προσευχόταν για καλύτερη γνώση του Θεού, παρακαλώντας εκ βαθέων, «Δείξον μοι σε αυτόν, (όπως είσαι), ίνα γινώσκω σε» (Εξ. 33,13,Α’ Ιωάν.3,2). Ο Θεός εισάκουσε την προσευχή του και αποκάλυψε τον εαυτό του, όσο μπορούσε ο Μωϋσής, γιατί ο Μωϋσής δεν μπορούσε να κατανοήσει ολόκληρη την αποκάλυψη. «Εγώ παρελεύσομαι πρότερός σου… (και) ηνίκα δ’ ένα παρέλθη μου η δόξα… (και) σκεπάσω τη χειρί μου επί σε… και αφελώ την χείρα και τότε όψη τα οπίσω μου επί σε… και αφελώ την χείρα και τότε όψη τα οπίσω μου, το δε πρόσωπόν μου ουκ οφθήσεταί σοι» (Εξ. 33,19.22.23).

Το ότι η αποκάλυψη που δέχτηκε ο Μωϋσής δεν ήταν ολοκληρωμένη είναι φανερό και από την μαρτυρία του στο λαό «Κύριος ο Θεός εγερεί υμίν προφήτην εκ μέσου υμών… αυτού ακούετε». Επίσης: «Κύριος είπε προς με …προφήτην αναστήσω αυτοίς εκ των αδελφών αυτών ώσπερ σε και δώσω το ρήμα μου εν τω στόματι αυτού, και λαλήσει αυτοίς καθ’ ότι αν εντέλωμαι αυτώ» (Δευτ.18,15.18). Κατά την Παλαιά Διαθήκη όλο το Ισραήλ περίμενε την έλευση του προφήτη για τον οποίον «ο Μωϋσής έγραψεν» (Ιωάν.5,46). Ο προφήτης κατ’ εξοχήν «Ούτος ο Προφήτης» (Ιωάν.1,21). Ο Ισραηλιτικός λαός περίμενε τον ερχομό του Μεσσία που «όταν έλθη εκείνος αναγγελεί υμίν πάντα» (Ιωάν. 4,25. «Ελθέ και ζήσον εν ημίν, ίνα ίδωμεν σε» ήταν η συνεχής κραυγή του αρχαίου Ισραήλ. Από αυτό το όνομα «Εμμανουήλ» ερμηνευόταν «Ο Θεός μεθ’ ημών» (Ης. 7,14 Ματθ. 1,23). Έτσι για εμάς τους Χριστιανούς το κεντρικό σημείο του σύμπαντος και η ύψιστη έννοια της ιστορίας ολόκληρου του κόσμου είναι ο ερχομός του Ιησού Χριστού, ο οποίος δε θα διαψεύσει τα αρχέτυπα της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά θα τα επαληθεύσει, αποκαλύπτοντας σ’ εμάς το πραγματικό τους μεγαλείο και θα δώσει νέες διαστάσεις σε όλα τα πράγματα, αιώνιες και ατέλειωτες. Η νέα Διαθήκη του Χριστού αναγγέλλει την αρχή μιάς νέας περιόδου στην ιστορία του ανθρώπινου γένους. Τώρα η θεία σφαίρα ακτινοβολεί στο ανεξερεύνητο μεγαλείο της αγάπης και της ταπεινότητας του Θεού και πατρός μας, ενώ ο ερχομός του Χριστού θ’ αλλάξει τα πάντα, θα φέρει τη νέα αποκάλυψη που θα επηρεάσει τη μοίρα της όλης δημιουργίας, του κόσμου ολόκληρου.




ΚΕΙΜΕΝΟ 

Η ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ : Ε.Π.Ε. εκδ. « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, τ. 4, σελ. 66


Κανείς άνθρωπος μέχρι σήμερα δεν γνώρισε, ούτε πρόκειται να γνωρίσει ποια είναι η φύσις και η ουσία του Θεού. Όσοι όμως θέλουν, μπορούν να ερευνήσουν και να φιλοσοφήσουν, αν υπάρχει δυνατότητα κάποτε να το γνωρίσει. Κατά τη γνώμη μου, θα φθάσει στη γνώση του Θεού, όταν ο νους και το λογικό, αυτό το θεοειδές στοιχείο, ενωθεί μαζί Του. Γιατί τότε η εικόνα, θα ανέλθει προς το πρωτότυπο, το οποίο άλλωστε τώρα αναζητεί. Και το χωρίο που λέει ότι θα γνωρίσουμε κάποτε καλά τον Θεό, στο μέτρο που αυτός μας αποκαλύπτεται, αποτελεί την υψηλή μας φιλοσοφία.

Αυτό που τώρα γνωρίζουμε είναι μια σταγόνα που φθάνει σε εμάς σαν μια μικρή ανταύγεια από κάποιο μεγάλο φως. Ώστε ακόμα και αν κάποιος γνώρισε τον Θεό η σύμφωνα με τη μαρτυρία της Γραφής τον έχει γνωρίσει, προχώρησε μόνον μέχρι του σημείου να φανεί λαμπρότερος από τον άλλο, που δεν θα είχε παρόμοια λάμψη. Κατ` αυτό τον τρόπο, η υπεροχή θεωρήθηκε σαν τελειότητα, όχι με κριτήριο την πραγματικότητα, αλλά με βάση την δύναμη του πλησίον.


Γιατί και ο Ενώς έλπιζε ότι θα επικαλείται τον Κύριο. Το κατόρθωμά του ήταν η ελπίδα, και μάλιστα ελπίδα όχι να τον γνωρίσει αλλά να Τον επικαλείται. Αλλά και ο Ενώχ μετετέθη βέβαια, αλλά δεν είναι ακόμη φανερό αν κατανόησε την φύση του Θεού η πρόκειται να την κατανοήσει. Ο Νώε πάλι έγινε ευάρεστος στον Θεό και ο Θεός του εμπιστεύτηκε να διασώσει από τα νερά τον κόσμο όλο ή σπέρματα του κόσμου, με τη μικρή κιβωτό, η οποία διέφυγε τον κατακλυσμό.

Ο Αβραάμ, ο μεγάλος Πατριάρχης, δικαιώθηκε μεν λόγω της πίστεως και προσέφερε παράδοξη θυσία, που προεικόνιζε την μεγάλη θυσία, όμως δεν είδε τον Θεό σαν Θεό, αλλά τον φιλοξένησε σαν άνθρωπο και γι`αυτό έλαβε έπαινο, αφού σεβάστηκε αυτό που κατανόησε. Επίσης ο Ιακώβ είδε σε όραμα μια υψηλή κλίμακα και αγγέλους να ανεβαίνουν και έχρισε μυστικά μια στήλη, ίσως για να εκφράσει τον Λίθο, που για χάρη μας έλαβε χρίσμα. Έδωσε μάλιστα σε κάποια τοποθεσία το όνομα «Είδος Θεού», για να τιμήσει εκείνο που είδε. Πάλεψε με τον Θεό, όπως θα έκανε και με άνθρωπο, και αυτή η πάλη ίσως να σημαίνει την παρουσίαση της ανθρώπινης συμπεριφοράς ενώπιον της θεϊκής κρίσης, έμειναν δε στο σώμα του τα σημάδια της πάλης, τα οποία έδειχναν την ήττα της κτιστής φύσεως. Και σαν έπαθλο της ευσέβειας πήρε την αλλαγή του ονόματός του, και από Ιακώβ μετονομάστηκε Ισραήλ, αυτό το μεγάλο και πολύτιμο όνομα. Όμως ούτε αυτός, ούτε και κανείς άλλος μέχρι σήμερα από τις δώδεκα φυλές, των οποίων ήταν πατέρας, δεν καυχήθηκε ότι κατανόησε όλη την ουσία και μορφή του Θεού.


Όπως μαθαίνουμε από την ιστορία, ο Ηλίας είδε μια σκιαγραφία και όχι την φύση του Θεού, και μάλιστα αυτήν δεν την είδε ούτε στον ορμητικό αέρα, ούτε στη φωτιά, ούτε στον σεισμό, αλλά στην απαλή αύρα. Και ποιος είναι ο Ηλίας; Είναι αυτός που πύρινο άρμα τον ανεβάζει στον ουρανό, για να φανερωθεί ότι ο δίκαιος είναι υπεράνθρωπος. Δεν έχεις ακόμη θαυμάσει , τον Κριτή Μανωέ πρώτα και έπειτα τον μαθητή Πέτρο; Και ο μεν πρώτος δεν αντέχει να αντικρίσει την μορφή του Θεού και γι` αυτό λέει «Απολώλαμεν, ω γύναι, Θεόν εωράκαμεν».

Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να αντέξουν ούτε την θεία εμφάνιση, ούτε ακόμη πολύ περισσότερο τη θεία Ουσία. Ο δε Πέτρος, όταν ο Χριστός φανέρωσε τον εαυτό του, δεν τον θέλησε στο πλοίο και τον παρακάλεσε να απομακρυνθεί, αν και ο Πέτρος ήταν θερμότερος από τους άλλους στο να γνωρίσει καλά τον Χριστό. Άλλωστε γι` αυτό τον εμακάρισε ο Κύριος και του εμπιστεύτηκε τα πλέον σημαντικά.


Τι θα έλεγες ακόμη για τον Ησαΐα και τον Ιεζεκιήλ, που είδε με τα μάτια του τα μεγαλεία η και για τους άλλους προφήτες; Ο πρώτος από αυτούς είδε τον Κύριο των Δυνάμεων να κάθεται σε ένδοξο θρόνο και να περικυκλώνεται από τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, που τον υμνούν με σκεπασμένα τα πρόσωπα. Ο δεύτερος πάλι, περιγράφει το όχημα του Θεού από τα Χερουβίμ και το θρόνο που είναι πάνω σε αυτό, καθώς και το στερέωμα, που βρίσκεται ακόμη παραπάνω και εκείνον που εμφανίστηκε στο στερέωμα και ορισμένες φωνές, κινήσεις και πράξεις.

Δεν μπορώ να πω αν όλα αυτά ήταν μια εμφάνιση κατά την ημέρα, την οποία είναι δυνατόν να ιδούν μόνο οι άγιοι, ή μια νεότερη οπτασία, ή μια νοερά εικόνα, που παρουσίαζε τα μέλλοντα ως παρόντα ή κάποιο απόρρητο προφητικό όραμα. Το γνωρίζει όμως ο Θεός των προφητών και αυτοί που έχουν το χάρισμα. Αλλά ούτε αυτοί για τους οποίους μιλούμε, ούτε κάποιος άλλος όμοιός τους, κατανόησε την υπόσταση και την ουσία του Θεού ή περιέγραψε τη φύση του.


Αν ο Παύλος μπορούσε να εκφράσει, όσα του προσέφερε ο τρίτος Ουρανός και η ανάβαση του μέχρις εκεί, ίσως να γνωρίζαμε κάτι περισσότερο για το Θεό, αν φυσικά αυτό ήταν το μυστηριώδες σχέδιο της αρπαγής. Επειδή όμως εκείνα ήταν απόρρητα, ας τα τιμήσουμε και εμείς, ως άξια σιωπής. Αρκεί μόνον να ακούσουμε τον ίδιο τον Παύλο να λέγει ότι «εκ μέρους γιγνώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν». Αυτά και τα παρόμοια ομολογεί ο Παύλος ο μεγάλος μαχητής και δάσκαλος της αλήθειας, ο οποίος δεν υστερούσε σε γνώση και ο οποίος απειλούσε να αποδείξει ότι μέσω αυτού ομιλεί ο Χριστός.

Γι` αυτό και όλη την γνώση αυτής της ζωής δεν την θεωρείς μεγαλύτερη από τη γνώση που προσφέρεται μέσω εσόπτρων και αινιγμάτων, εφόσον αυτή περιορίζεται σε μικρά ομοιώματα αλήθειας. Ας μη φανώ σε μερικούς πολύ υπερβολικός και παράδοξος, επειδή εξετάζω τέτοια θέματα, αφού αυτά δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά τα ίδια που υπαινισσόταν ο ίδιος ο Λόγος, όταν έλεγε ότι τώρα δεν μπορούν να τα βαστάζουν οι μαθητές, αλλά κάποτε επρόκειτο να διευκρινιστούν. Και ο Ιωάννης ο πρόδρομος του Λόγου και η μεγάλη φωνή της αλήθειας, έλεγε γι` αυτά ότι, ούτε αυτός ο εδώ κόσμος, δεν θα μπορέσει να τα χωρέσει.


Δύσκολα μπορεί κανείς να εξιχνιάσει και να ερευνήσει την αλήθεια. Είναι σαν να αναλαμβάνουμε τη δημιουργία μεγάλων έργων με μικρό εργαλείο, όταν προσπαθούμε με την ανθρώπινη σοφία, να γνωρίσουμε τα όντα και ερευνούμε με τις αισθήσεις μας τα νοητά, καθώς δεν έχουμε απαλλαγεί από αυτές τις αισθήσεις, που μας πηγαίνουν εδώ και εκεί, και μας παραπλανούν και μας απατούν.

Έτσι δεν κατορθώνουμε να συναναστραφούμε γυμνά τα πράγματα, με γυμνό τον νου και να πλησιάσουμε ακόμη περισσότερο την αλήθεια και να διαμορφώσουμε τις σκέψεις μας, ανάλογα με αυτά που κατανοούμε. Και η αλήθεια για το Θεό είναι τόσο δυσκολότερη, όσο τελειότερα θέλουμε να την κατανοήσουμε και τα προβλήματά της είναι τόσο περισσότερο κοπιώδη, όσο περισσότερους τρόπους κατανοήσεως έχει.


Διότι κάθε ένσταση, ακόμη και η πιο μικρή, φράσσει το δρόμο και ανακόπτει την πορεία προς την αλήθεια και την κίνηση του λόγου προς τα εμπρός, όπως ακριβώς μεταστρέφουν τα άλογα με το απότομο τίναγμα των χαλινών, εκείνοι που τα σέρνουν με τους χαλινούς και τα οδηγούν όλα μαζί. Έτσι έγινε με τον Σολομώντα, ο οποίος ήταν ανώτερος ως προς την σοφία από όλους τους προγενέστερους και τους συγχρόνους του, αφού ο Θεός του εδώρησε ευρύχωρη διάνοια, ώστε το πλήθος των διανοημάτων του να είναι πλουσιότερο από την άμμο. Και όμως, ακόμη και αυτός, όσο περισσότερο τον πιάνει ίλιγγος και ορίζει ως κορυφή της σοφίας, το να βρει πόσο ακόμη υπολείπεται.

Το ίδιο και ο Παύλος προσπαθεί να πλησιάσει, δεν λέω βέβαια την φύση του Θεού, γιατί τούτο είναι τελείως αδύνατο, αλλά μόνο τις ενέργειες του Θεού. Και επειδή δεν βρίσκει διέξοδο, ούτε στάση στην ανάβασή του, ούτε η περιέργεια της διάνοιας τελειώνει σε κάποιο φανερό τέλος, αφού πάντοτε φαίνεται πως λείπει κάτι (-ω παράδοξο! Θα πάθω και εγώ το ίδιο-) περιγράφει κατάπληκτος αυτή την κατάσταση, ονομάζοντάς της πλούτο και βάθος Θεού. Ομολογεί δε πως είναι ακατάληπτες οι ενέργειες του Θεού και χρησιμοποιεί σχεδόν τους λόγους του Δαυίδ, ο οποίος άλλοτε ονομάζει τα κρίματα του Θεού βαθιά άβυσσο, τον πυθμένα της οποίας κανείς δεν μπορεί να μετρήσει ή να αντιληφθεί, άλλοτε δε λέει ότι «εθαυμαστώθη η γνώσις σου εξ εμού» και από τη σύστασή μου. Και πράγματι είναι ασύγκριτη η υπεροχή του Θεού, απέναντι στη δύναμη και τη δραστηριότητα του εαυτού μας.



Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


                                         








Ζήτηση Θεού:  Το Νόημα Της Ορθοδοξίας 
του Μάριου Π. Μπέγζου 




Που είναι ο Θεός; Το ερώτημα είναι τόσο παλιό όσο και ο άνθρωπος. Όχι βέβαια τόσο παλιό όσο ο Θεός, γιατί Εκείνος δεν ρωτά για τον εαυτό Του, αλλά απαντά με την ίδια του την ύπαρξη. Απαντά θα πει συναντά τον άνθρωπο που ερωτά για Εκείνον. Το περί Θεού ερώτημα είναι συνομίληκο του ανθρώπου. Όσο υπάρχει άνθρωπος πάνω στη γη και μέσα στη φύση, ο οποίος σκέπτεται, αισθάνεται, στοχάζεται και απορεί, τόσο και μόνο τόσο υπάρχει το ερώτημα για το Θεό. Από τις πάμπολλες και πολυποίκιλες απαντήσεις που δόθηκαν, εμείς εδώ θα μιλήσουμε για λογαριασμό μια ορισμένης παράδοσης που ονομάζεται Ορθοδοξία και συστοιχεί στον ανατολικό χριστιανισμό. Αυτή τυχαίνει να είναι η προσωπική επιλογή του συντάκτη αυτού του κειμένου και συνάμα η πατρογονική πίστη του λαού και του τόπου του στην συντριπτική πλειοψηφία τους για δύο χιλιάδες χρόνια. Το ερώτημα τίθεται με πάρα πολύ συγκεκριμένο τρόπο, γι’ αυτό και η απάντηση οφείλει να είναι εξίσου συγκεκριμένη. «Που είναι ο Θεός στη Ορθοδοξία» συνιστά το ζήτημα μας, στο οποίο θα προσπαθήσουμε να αποκριθούμε με βάση την εκκλησιαστική παράδοση του ανατολικού χριστιανισμού, έτσι όπως εκφράσθηκε από έναν κολοσσό της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τον Φιόντορ Ντοστογιέφσκι. «Δεν είναι μες στη δύναμη, που βρίσκεται ο Θεός, μα μέσα στην αλήθεια», ισχυρίζεται ο συγγραφέας μας στους «Αδελφούς Καραμαζόφ» και υπογραμμίζει: «Όλα θα περάσουν, μονάχα η αλήθεια θα μείνει». Ο Θεός κατά την Ορθοδοξία δεν είναι στην ισχύ, στη γνώση και στον πλούτο. Η πίστη δεν είναι δύναμη πολιτική, στρατιωτική, οικονομική, κοινωνική, φυλετική, ούτε αποτελεί σοφία, φιλοσοφία, μεταφυσική, κοσμοθεωρία ή ιδεολογία, κι ούτε βέβαια σχετίζεται με την χλιδή, την πολυτέλεια, την ευμάρεια, το χρήμα ή την αγορά. Ο άγιος δεν είναι ο ισχυρός της ημέρας, ο σοφός του κόσμου τούτου, ο πλούσιος του καιρού μας, χωρίς φυσικά να αποκλείεται κάτι τέτοιο, παρότι βέβαια σπανίζει και ξενίζει το φαινόμενο του πλουσίου που αποποιείται τα αγαθά του, του σοφού που μωραίνει την γνώση του και του δυνατού που αρνείται την εξουσία του. Η αλήθεια είναι ο τόπος της «δεσποτείας του Κυρίου» κι όχι η δύναμη, την οποία άλλωστε απαρνείται στους πειρασμούς Του. Πόρνες και τελώνες γίνονται οι «προαγωγοί» της βασιλείας Του, σύμφωνα με τη ρητή ευαγγελική μαρτυρία, ενώ οι πλούσιοι δυσκολεύονται να εισέλθουν σ’ αυτήν, χωρίς ποτέ να αποκλείονται από Αυτόν. Ποια όμως συγκεκριμένα είναι η αλήθεια μέσα στην οποία βρίσκεται ο Θεός της Ορθοδοξίας; σε τρεις προτάσεις θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε την πίστη των ορθοδόξων χριστιανών: Ο Θεός ενεργεί, άρα υπάρχει. Ο Θεός είναι Ενας, αλλά δεν είναι Μόνος. Ο Θεός είναι Αγάπη. Ας δούμε πιο λεπτομερειακά αυτόν τον πρόχειρο αλλά αντιπροσωπευτικό τρίποδα της ορθόδοξης πίστης. 1.Ο Θεός ενεγεί, άρα υπάρχει. Την παρουσία του Θεού σημειώνει καθένας μας με το που θα πατήσει το πόδι στη γη για να πάει από το σπίτι του λ.χ. στη δουλειά. Στο διάβα του θα δει κάποιο κτίσμα εντελώς αλλιώτικο από όλα τα άλλα, που θα είναι τετραγωνισμένα, ενώ αυτό το οικοδόμημα είμαι με θόλο (τρούλλο), ονομάζεται ναός και άμα τον διαβείς συναντάς εικονογραφημένες επιφάνειες. Ο τόπος αυτός σε πληροφορεί για την παρουσία του Θεού στην πίστη των συμπολιτών σου. Αν μάλιστα συμβεί να μπεις στο ναό κατά την ώρα της λειτουργίας του, θα πολιορκηθείς από ήχους, μουσικές, ποιήματα, πεζά αφηγηματικά αναγνώσματα, μελισμένα υμνογραφήματα, σχήματα και χρώματα, φώτα και θυμιάματα, δηλαδή από μια πανδαισία οπτικών, ηχητικών, οσφραντικών και άλλων ερεθισμάτων, τα οποία ανοίγουν τις αισθήσεις στην άλλη διάσταση του ιερού. Εκτός από τον χώρο, είναι ο χρόνος που θυμίζει την παρουσία του Άλλου, του εντελώς Άλλου, του «άλλως Άλλου» που λέγεται Θεός. Την Κυριακή αργεί η αγορά, αναστέλλεται η εργασία με την ρουτίνα της καθημερινότητας, όπως επίσης σε άλλες μεγαλύτερες χρονοπεριόδους, σαν τις τριήμερες αργίες που ονομάζονται Πάσχα, Χριστούγεννα κ.λ.π. Έτσι ο χρόνος μαζί με τον τόπο δηλώνουν μια παρουσία. Επίσης το σώμα των πιστών, ατομικά και ομαδικά, εμβιώνει την πίστη του με την αποχή από την τροφή, εν μέρει τουλάχιστον για κάποια φαγώσιμα, και για ορισμένες χρονικές περιόδους, που συνιστούν νηστεία κι έτσι σωματοποιούν την πίστη τους στην ύπαρξη Εκείνου, του «άλλως Άλλου». Πέρα όμως από τους συνήθεις τρόπους συνδήλωσης της παρουσίας του Θεού στην πίστη των ανθρώπων, τυχαίνει να συμβαίνουν και έκτακτες συνθήκες φανέρωσης, που αποκαλούνται θαύματα: μια ίαση, κάποια ανέλπιδη επιτυχία που ζητήθηκε έντονα, ίσως κάποια επιθυμία που έγινε πραγματικότητα, ο,τιδήποτε τέλος πάντων συνηθίζεται να τιτλοφορείται «θαύμα». Σύμφωνα πάντα με τον Ντοστογιέφσκι, «στον θετικιστή δεν γεννιέται η πίστη από το θαύμα, μα το θαύμα από την πίστη. Αν ο θετικιστής πιστέψει μια φορά, τότε ακριβώς εξ αιτίας του θετικισμού του πρέπει να παραδεχτεί και το θαύμα». Από όλα τούτα φαίνεται ότι ο Θεός ενεργεί, δηλαδή λειτουργεί ανάμεσα στους ανθρώπους, βιώνεται η δράση Του, πιστοποιείται κοινωνικά η παρουσία Του, συνειδοτοποιείται προσωπικά η ενέργεια Του μέσα στην ιστορία, την ζωή και την πραγματικότητα. Από αυτό συμπεραίνεται η ύπαρξη Του: αφού ο Θεός ενεργεί, άρα υπάρχει. Τώρα το «πώς» υπάρχει παραμένει ένα ερώτημα, το «ότι» όμως υπάρχει είναι βέβαιο για την Ορθοδοξία. Τόσο βέβαιο είναι το «τι» της ύπαρξης του Θεού, όσο βέβαιο μένει το «πώς» αυτής της ίδιας πραγματικότητας. Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, γνωρίζουμε τα «περί τον Θεόν» και αγνοούμε τα «κατά τον Θεόν», δηλαδή με την θεολογική ορολογία γνωρίζουμε τις «ενέργειες» Του και δεν γνωρίζουμε την «ουσία» Του. Από την ενέργεια του Θεού αναγόμεθα στην ύπαρξη Αυτού, την οποία δηλώνουμε χάρη στην δραστηριότητα, ζωντανή και ζωτική παρουσία Του ανάμεσά μας. 2. Ο Θεός είναι Ένας, αλλά δεν μένει Μόνος. Η ορθόδοξη πίστη είναι τριαδική: ο Θεός είναι Ένας κατά την φύση και την ουσία Του, αλλά τριαδικός κατά τα πρόσωπα και τις υποστάσεις ως Θεός Πατήρ. Υιός και Άγιον Πνεύμα. Ως Αγέννητος ο Θεός Πατήρ είναι η πηγή, αρχή και αιτία της θεότητας, γεννητός είναι ο Υιός και εκπορευτό το Άγιο Πνεύμα. Τι σημαίνει για τον άνθρωπο η τριαδικότητα του Θεού, απέναντι στον απόλυτο μονοθεϊσμό τόσο του ιουδαϊσμού όσο και του μουσουλμανισμού, όπως και κατέναντι στην πολυθεΐα του ελληνορωμαϊκού πανθέου ή τωναπωανατολικών θρησκευμάτων. Ο Θεός είναι Ένας, αλλά όχι Μόνος, Η μία θεότητα υπάρχει τριαδικά. Η ενότητα δεν είναι μονολιθική ταυτότητα, αλλά ποικιλία ετερότητας. Η διαφορετικότητα, η ιδιαιτερότητα, η ετερότητα και η προσωπικότητα προέχουν μαζί με την ελευθερία, που δεν καταντά αναρχία και αυθαιρεσία. Στην ενότητα φθάνουμε μέσω της ετερότητας και όχι διαμέσου της ταυτότητας. Καμμιά ισοπέδωση δεν επιτρέπεται, αλλά τουναντίον επιβάλλεται η ελεύθερη και η αυτόνομη ανάπτυξη της προσωπικότητας, του προσώπου ή της υποστάσεως, κατά την θεολογική ορολογία, προκειμένου να φθάσουμε στην ενότητα του ανθρώπου με τον εαυτό του και με τον Άλλο. Η μοναδικότητα δεν συνεπάγεται μοναχικότητα. Ο Θεός είναι μοναδικός στη ουσία Του, αλλά δεν καταντά μοναχικός στην ύπαρξη Του. Η τριαδικότητα δηλώνει με ποιον τρόπο η μοναδική αξία δεν θα εκφυλισθεί σε μοναχική ύπαρξη. Η μοναξιά εξορίζεται χάρη στην τριαδικότητα. Για να μην είναι «ο άλλος κόλασή μου (Σαρτρ), προβάλλεται από τους ορθοδόξους θεολόγους η εμφαντική διατύπωση ότι «το δίλημμά μας είναι: Αγία Τριάδα ή Κόλαση;» (Λόσσκυ). Για να μην καταντήσουμε στο εντελώς αντίθετο άκρο του κολλεκτιβισμού και της μαζοποίησης, διατείνονται οι ορθόδοξοι στοχαστές ότι «το κοινωνικό πρόγραμμα της Ορθοδοξίας είναι η Αγία Τριάδα» (Φεντόροφ). Με τα λόγια του στάρετς Ζωσιμά από τους «Αδελφούς Καραμαζόφ» στον Ντοστογιέφσκι, «καθένας είναι υπεύθυνος για όλους και για όλα μέσα στν κόσμο μας» Θα μας πήγαινε πάρα πολύ μακριά η ενδελεχέστερη ανάπτυξη αυτής της θέσης και χάριν συντομίας παραχωρούμε τον λόγο στον Ντοστογιέφσκι, ο οποίος περιγράφει τα δεινά της εποχής μας ως συνώνυμα της μοναξιάς που την διαζωγραφίζει με τον ακόλουθο τρόπο: «Η απομόνωση που βασιλεύει τώρα παντού κι ιδιαίτερα στον αιώνα μας, μα που ακόμα δεν ολοκληρώθηκε και δεν πέρασε η εποχή της. Γιατί τώρα ο καθένας προσπαθεί να ξεχωρίσει όσο μπορεί τον εαυτό του από τους άλλους, θέλει να δοκιμάσει όλη την πληρότητα της ζωής εν εαυτώ, όμως αυτές οι προσπάθειες δεν καταλήγουν σε πληρότητα ζωής, μα σε ολοκληρωτική αυτοκτονία, γιατί αντί να εκπληρώσει τον προορισμό του, πέφτει στην απομόνωση. Όλοι στον αιώνα μας χώρισαν και γίνανε μονάδες, ο καθένας αποτραβιέται στην μοναξιά του, ο καθένας απομακρύνεται από τον άλλον, κρύβεται και κρύβει το έχει του και καταλήγει ν’ απωθεί τους ομοίους του και ν’ απωθείται από αυτούς. Η απάντηση του Ντοστογιέφσκι για την εύρεση διεξόδου από την μοναξιά είναι η Ορθοδοξία: «Για να ξαναχτιστεί ο κόσμος πάνω σε νέες βάσεις, πρέπει μονάχοι τους οι άνθρωποι να πάρουν έναν αλλιώτικο ψυχικό δρόμο. Προτού να γίνει πραγματικός αδελφός για όλους τους άλλους, δεν θα φτιαχτεί καμμιά αδελφοσύνη. Ποτέ και με καμμιά επιστήμη, με κανένα συμφέρον δεν θα καταφέρουν οι άνθρωποι να μοιράσουν την ιδιοκτησία και τα δικαιώματά τους, έτσι που να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι. Ο καθένας θα νομίζει πως έχει λίγα και θα διαμαρτύρεται, και θα φθονεί και θα εξολοθρεύει ο ένας τον άλλον. 3. Ο Θεός είναι Αγάπη. Το ερώτημα για τον Θεό τίθεται στην Αγία Γραφή δύο φορές σε ευθύ λόγο. Ο Μωυσής ζητεί από τον Θεό το όνομα Του και δέχεται ως απάντηση: «Εγώ ειμί ο Ων» (Εξοδ. 3, 14). Αν στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός είναι ο Ων, δηλαδή Εκείνος ο οποίος υπάρχει και δίνει στα όντα το Είναι του, τότε στο ίδιο αυτό ερώτημα η Καινή Διαθήκη δίνει μια ακόμα πιο εξειδικευμένη και συγκεκριμένη απόκριση: «Ο Θεός αγάπη εστί» (1 Ιωάν. 4, 8). Κάθε φορά που κάποιος μας θέτει το ερώτημα «τι είναι Θεός;», δίνω μόνο μιαν απάντηση, αυτήν που αισθάνομαι ότι με εκφράζει, δηλαδή την ερωτηματική απόκριση: «τι είναι αγάπη;». Αν μου πείτε τι είναι αυτό που το λένε αγάπη, τότε ίσως μπορέσω και εγώ με την σειρά μου να σας πω τι είναι αυτό που το λένε Θεός. Η αγάπη είναι ο ορίζοντας του Θεού. Όποιος βιώνει την αγάπη, αυτός ζει τον Θεό. Κι αν τέτοιο βίωμα καταφέρνει να το μεταφράσει σε έννοιες, όρους λέξεις και ορισμούς, τότε και μόνο τότε θα είναι εξ ίσου ικανός να κάνει λόγο για τον Θεό. Μέχρι τότε όμως θα ταπεινώνει τον λόγο του, για να υψώνεται μέσα του η αγάπη κι ο Θεός επίσης! Ρωτήστε με λοιπόν «που είναι ο Θεός;», για να σας απαντήσω κι εγώ από τη μεριά μου ως χριστιανός ορθόδοξος: «που είναι η αγάπη;». Κι αν επιμένετε σε μια καταφατικότερη απάντηση, τότε σας την προσφέρω: «ζείστε την αγάπη και θα ζήσετε τον Θεό»! Αν δυσκολεύεστε στο ένα, σίγουρα θα δυσχεραίνεστε και στο άλλο. Μην απορείτε καθόλου: έτσι είναι η ζωή! Ο Θεός είναι αγάπη, γι’ αυτό είναι κάτι το ωραίο μα και το πιο δύσκολο. Θεός, αγάπη και ζωή είναι τρία ομόλογα μεγέθη: ιερά και ωραία, ενεργά άρα υπαρκτά, μοναδικά κι όμως όχι μοναχικά. Αν συνεχίζετε να έχετε αμφιβολίες (κι εγώ προσωπικά, σας παρακαλώ πολύ, να διατηρήσετε τις αμφιβολίες σας μαζί με την εντιμότητά σας και την καλοπιστία σας επίσης, χωρίς καμμιά ευπιστία όμως!), τότε δεν έχετε παρά να εφαρμόσετε την ευαγγελική προτροπή: «έρχου και ίδε»! 





Olivier Clement 


Mιὰ φορά. Ὁ πατέρας μου μοῦ μίλησε μιὰ φορά. Τὸν ἄλλον καιρὸ σιωποῦσε. Διάβαζε βιβλία. Γι’ αὐτὰ δὲ μιλοῦσε σὲ κανέναν. Ὅμως, τὰ βρῆκα μέσα στὴν ἀξιολογότατη βιβλιοθήκη του. Οἱ ἀδελφοὶ Καραμαζώφ, τοῦ Ντοστογιέφσκι, ὁ πατὴρ Σέργιος, τοῦ Τολστόι, ὁ βίος τοῦ ἁγίου Σεργίου, τοῦ Μπόρις Ζάϊτσεφ. Ὁ πατέρας μου σιωποῦσε. Ζοῦσε τὴν οἰκογενειακὴ ζωὴ καὶ σιωποῦσε. Ἡ ἀδελφή του ζοῦσε μόνη της στὸ χωριὸ καὶ σιωποῦσε. Ὡστόσο, ὅλα τὰ πράγματα, ποὺ ἦταν γύρω της, ἰδιαίτερα τὰ φυτά, ἦταν ζωντανά. Βέβαια, ἦταν ἄθεη, σὰν τὸν πατέρα της. Ὅμως, βρῆκα μέσα στὸ συρτάρι, στὸ ὁποῖο ἔβαζε τὰ πιὸ ἀγαπημένα της πράγματα, ἕνα ἀντίτυπο τοῦ Εὐαγγελίου κατὰ Ἰωάννη. Ὁ βίος τοῦ ἁγίου Σεργίου, τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου Ἰωάννη. Αὐτὸ ἦταν τὸ μυστικό τους. Παρακολούθησα αὐτὸ τὸ πελώριο γεγονός: τὸ σαβάνωμα ὁλόκληρου τοῦ λεξιλογίου, ποὺ ἀναφέρεται στὸν Θεὸ καί, ταυτόχρονα, τὸ τέλος ἑνὸς πολιτισμοῦ. Ὅταν σκέφτομαι αὐτὸ τὸ τυπικὸ τοῦ σβησίματος, αὐτὴ τὴ μακρά, συνολικὴ σιωπή, γύρω ἀπ’ τὴ φωτιὰ τοῦ σπιτιοῦ, μοῦ φαίνεται, πὼς ἔχω ζήσει σ’ ἕναν ἄλλο κόσμο, ἀπ’ αὐτούς, ποὺ μελετοῦν οἱ ἐθνολόγοι. Αὐτὸς ὁ πολιτισμὸς ἦταν πολυσύνθετος. Δὲ μίλησα, παρὰ μονάχα γιὰ μιὰ φόρμα του. Κατάρρευσε, ἀλλ’ ὄχι ταυτόχρονα παντοῦ. Γιὰ πολλὰ γαλλικὰ περιβάλλοντα κι εἰδικότερα γιὰ τοὺς χριστιανούς, ἡ κατάρρευση εἶναι γεγονὸς σύγχρονο. Ἀναμφίβολα, αὐτὴ εἶναι ἡ σκληρή, ἀλλά, τελικά, ὠφέλιμη δοκιμασία τῆς ἐλευθερίας. Συνειδητοποιεῖ πὼς βρίσκεται στὴν ἔσχατη φάση. Πὼς γλιστράει στὶς ἐναλλακτικὲς θρησκεῖες, στὶς πολιτικὲς ἢ στὶς ἄλλες. Ὅμως, ἐμφανίζονται, ταυτόχρονα κι οἱ πρόδρομοι ἑνὸς ἀνανεωμένου Χριστιανισμοῦ. Ἡ προφητικὴ δύναμη τῶν μεγάλων Ρώσων, ὅπως τοῦ Ντοστογιέφσκι, φανερώνεται, μὲ τὸ ὅτι αὐτοὶ μπόρεσαν νὰ τὰ γνωρίσουν ὅλα αὐτὰ ἕνα αἰώνα πρὶν ἀπὸ μᾶς. Ἔλλειψη τῶν οὑμανιστικῶν παραδόσεων, ἀναμφίβολα. Ὅ,τι καὶ νάταν, ἐκεῖνοι προχώρησαν ἕνα αἰώνα μπροστὰ ἀπὸ μᾶς, ἴσαμε τὸ τέρμα τοῦ ἀθεϊσμοῦ. Ἐμεῖς γιὰ πολὺ καιρό, κατορθώσαμε νὰ κάνουμε τὸ ζήτημα θέμα γιὰ κουβέντα. Νὰ τὸ κάνουμε ἕνα θέμα φιλολογίας. Θαυμάσια φιλολογικὴ ἀρρώστια τῶν πολιτισμένων λαῶν! Μένουμε προστατευμένοι ἀπὸ σοφίες, ἀπὸ ρυθμοὺς κι ἀπὸ παιχνίδια, τὴ στιγμή, ποὺ οἱ μεγάλοι Ρώσοι, ἀντιμετωπίζοντας ἄμεσα τὸν ἀθεϊσμὸ τῶν θεωριῶν μας, διαισθάνονταν τὴν κόλαση, τὸν θάνατο, τὴν ἀνάσταση: τὸ παραδεισιακὸ ξέφωτο, τὸ πασχάλιο τραγούδι τῶν καμπάνων. Θυμηθεῖτε τὸν Ντοστογιέφσκι στὴν ἐξορία. Ὕστερα ἀπ’ τὴν κόλαση, ποὺ ἔζησε, καθὼς περίμενε τὴν κρεμάλα καὶ καθὼς ἀντίκρυσε τὸν νεκροθάλαμο. Ακούει συχνὰ τὶς κωδωνοκρουσίες τοῦ Πάσχα κι ἡ βεβαιότητα τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, τοῦ Θεοῦ, ποὺ σταυρώθηκε καὶ νίκησε τὸν θάνατο, τὸν συνεπαίρνει: «Ὑπάρχει! Ὑπάρχει!». Ἀπὸ τότε, ὁλόκληρη ἡ Ρωσία γνώρισε τὴν κάθοδο στὸν ᾅδη. Κι οἱ μαρτυρίες τῆς ἀνάστασης ἔρχονται ἀπὸ κεῖ. Τὸ παράδοξο πλεονέκτημα τῆς ἐποχῆς μας εἶναι, πὼς ἡ ἴδια ἡ ἱστορία μᾶς σπρώχνει στὸ ἔσχατο. Στὸ στομίο τοῦ πιστολιοῦ ἢ στὰ πόδια τοῦ σταυροῦ, ἔλεγαν οἱ «παρακμασμένοι» τοῦ τέλους τοῦ περασμένου [19ου] αἰώνα. Ἀπό τότε, τὸ στόμιο τοῦ πιστολιοῦ πῆρε Ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο Ὁ συγγραφέας γνωστὸς θεολόγος σήμερα ἀφηγεῖται τὰ παιδικά του χρόνια μέσα σ’ ἕνα συνειδητὰ ἀθεϊστικὸ περι­- βάλλον καὶ τὶς ἀφετηρίες τῶν προσωπικῶν, ἐκείνων, ἀναζητήσεων ποὺ θὰ τὸν ὁδηγοῦσαν, ἀργότερα, ν’ ἀσπαστεῖ τὴν ὀρθόδοξη πίστη. παράδοξες διαστάσεις. Στηθήκαμε ὅλοι μπροστά του. Λοιπόν, ὁ βίος τοῦ ἁγίου Σεργίου ἢ τὸ Εὐαγγέλιο κατὰ Ἰωάννη ἦταν πραγματικὰ τὸ μυστικό τους. Ὁ Θεὸς γινόταν τὸ μεγάλο μυστικὸ τῆς ἐποχῆς μας. Δὲ μοῦ μίλησαν ποτὲ γι’ αὐτόν. Κι ἀκόμα λιγότερο γιὰ τὸν Χριστό. Ὅταν κάποτε ἔκανα στὸν πατέρα μου τὶς ἀποφασιστικὲς ἐρωτήσεις: «Γιατί ζοῦμε; Γιατί πεθαίνουμε;» μ’ ἀπάντησε θυμᾶμαι βρισκόμουνα στὰ ἑπτὰ ἢ στὰ ὀχτώ μου χρόνια: Ὅταν πεθαίνουν, δὲν ὑπάρχει, παρὰ τὸ μηδέν. Ὅμως, παρ’ ὅλο αὐτό, πρέπει νὰ προσπαθοῦμε νάμαστε καλοί, νάμαστε δίκαιοι. Κι οἱ ἄλλοι τί κάνουν; Ξέρεις πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲν ὑπακούουν, παρὰ μονάχα στὸ συμφέρον τους. Ὅμως, πρέπει, παρ’ ὅλο αὐτό… Ὁ πατέρας μου, ὅταν ἀπαντοῦσε σὲ τέτοιες ἐρωτήσεις ἔδειχνε παράξενος. Ἡ ἰδεολογία τῶν πρότυπων σχολῶν τῆς ἀρχῆς τοῦ αἰώνα μας [20οῦ] χρωματισμένη μὲ λίγο σοσιαλισμό, ποὺ εἶχε καταντήσει θλιμμένος, σχηματοποιόταν ἀπ’ αὐτὸν αὐθόρμητα. Γιὰ τὸ θεμελιακὸ θέμα, ποὺ τὸ ἐρευνοῦσε μέσα στὴ βιογραφία τοῦ ἁγίου Σεργίου, δὲν εἶχε λεξιλόγιο νὰ μιλήσει. Μιὰ μόνη λέξη σφράγιζε τὴν τυποποιημένη φιλοσοφία του: τὸ μηδέν. Μὲ τὴν ἀδερφή μου − εἶναι δέκα χρόνια μεγαλύτερή μου, εἶναι μιὰ μεγάλη ἀδερφὴ περνῶ κάτω ἀπὸ μιὰ ὄμορφη γέφυρα τοῦ δέκατου ὄγδοου αἰώνα. Ἡ γέφυρα αὐτὴ συνδέει τὴν παλιὰ πόλη μὲ τὸν λόφο. Ἐκεῖ κανονίσαμε νὰ πᾶμε, γιὰ νὰ λουστοῦμε στὸ φῶς. Εἶναι παλιὰ ἡ γέφυρα; Ὤ, ναί! Τὴ χτίσαν τὸν καιρὸ τοῦ Λουδοβίκου τοῦ δέκατου πέμπτου. Πολλοὶ ἄνθρωποι, ποὺ ἔζησαν πρὶν ἀπὸ μᾶς, τὴν εἶδαν. Καὶ θὰ τὴ δοῦν πολλοὶ ὕστερα ἀπὸ μᾶς. Κι ἐμεῖς; Τὸ ξέρεις… ἐμεῖς θάμαστε νεκροί… Τί εἶναι ὁ θάνατος; Εἶναι τὸ μηδέν. Μιὰ στιγμή. Δὲ μπορῶ πιὰ ν’ ἀναπνεύσω. Μονάχα ἀναπνέοντας δυνατά, ὅπως εἶχα μάθει, μαζεύοντας τὴν κοιλιά, λιγοστεύει κανεὶς τὴν ἀγωνία. Καλοὶ ἄνθρωποι, σοφοὶ ἄνθρωποι, ποὺ δουλεύετε γιὰ χρόνια πολλὰ σὲ πανεπιστημιακὴ καρριέρα, δίχως ποτὲ ν’ αὐτοκτονήσετε (ὅμως, μερικοὶ ἀπ’ τοὺς φοιτητές σας αὐτοκτονοῦν) μέσα στὴν καταπίεση ἑνὸς αὐτονομημένου λεξιλογίου ἐπειδὴ δὲν παραπέμπει, παρὰ στὸν ἑαυτό του ἔτσι, ποὺ ὅλα καταντοῦν ἀνακόλουθα, ἀνόμοια, ἀδιάφορα. Καλοὶ ἄνθρωποι, σοφοὶ ἄνθρωποι, ἐσεῖς φαντάζεστε, πὼς δὲν ἔχω ἀνάγκη νὰ ρωτήσω κάποιον γιὰ τὸ νόημα, γιὰ τὸ μή νόημα ἢ γιὰ τὴν ἀπουσία τοῦ νοήματος τῆς λέξης «μηδέν». Ὅταν πεθαίνουν, ὑπάρχει τὸ μηδέν. Ὅλοι οἱ προηγούμενοι ἔχουν πεθάνει. Κι ὅλοι οἱ ἑπόμενοι θὰ πεθάνουν. Κατοικοῦμε κοντὰ σ’ ἕνα σταθμό. Τὰ τρένα, τὰ τρένα εἶναι γεμάτα ἀπὸ πρόσωπα, ποὺ δὲ θὰ μπορέσω ποτὲ πιὰ νὰ τὰ ξαναδῶ. Τὰ τείχη μ’ ἐνοχλοῦν: ποιός κατοικεῖ πίσω ἀπ’ αὐτά; Ἀκόμα κι ἂν τὸ ἤξερα γιὰ τοῦτο τὸν τοῖχο, ποὺ ὀρθώνεται μπροστά μου, στὸ βάθος τῆς αὐλῆς ὑπάρχουν κι ἄλλοι, ὁλοένα κι ἄλλοι. Κάποτε μᾶς πῆγαν ὅλους τοὺς μαθητὲς τοῦ σχολείου μου στὸ δημοτικὸ θέατρο, γιὰ νὰ δοῦμε τοὺς φολκλορικοὺς χοροὺς μιᾶς χώρας τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης. Ἀγάπησα μιὰ χορεύτρια, ποὺ μίλησα μαζί της ἐκεῖ. Ἔφυγε γιὰ πάντα. Ἄρχισα νὰ σκαλίζω ἀδιάκοπα, γιὰ χάρη της, μαλακὲς πέτρες στὴν αὐλὴ καὶ νὰ τὶς θάβω, λειτουργώντας τὸ τελετουργικὸ τῆς ἀπελπισίας. Τὰ πολυαγαπημένα μου ἀστέρια, ξαφνικά, μὲ γέμιζαν μὲ τρόμο: ἴσως ἔλεγε κάποιος μέσα μου νάναι σβησμένα ἀπὸ χιλιάδες χρόνια κι ἐμεῖς νὰ βλέπαμε μὲ τὰ μάτια μας τὰ φαντάσματα τῶν πτωμάτων τους. Ἡ νύχτα κι ἡ ἀγωνία μὲ ξυπνοῦσαν. Μέσα στὴ νύχτα, κάποιο πράγμα, κάποιος εἶχε καθίσει πάνω στὸ στῆθος μου καὶ μοῦ προκαλοῦσε ἀσφυξία. Τὸ νομάτιζα «μηδέν». Τώρα ξέρω τὸ πραγματικό του ὄνομα. Δὲν ἄντεχα πιὰ τὸν ἀκανόνιστο χτύπο τοῦ αἵματός μου, ποὺ ἀναμεταδινόταν στὸ μαξιλάρι μου. Ἔτρεχα στὸ παράθυρο. Κι ἀπὸ κεῖ ἔβλεπα τὰ νεκρὰ ἀστέρια, τὸ παράλογο ἄπειρο, τὸ διάστημα, ποὺ ἁπλωνόταν ἀκόμα κι ἀκόμα. Τίποτα πάνω ἀπ’ τὸ κενὸ καὶ μετὰ τὸ κενό. Ἀνοιγόταν μιὰ τρύπα ἀπ’ ὅλες τὶς μεριές, ἔτσι, ποὺ νὰ πέφτει κανεὶς ἀδιάκοπα, μὲ μιὰ σιωπηλὴ κραυγή. Ρώτησα: Τί ὑπάρχει πιὸ μακριὰ ἀπ’ τὰ ἀστέρια; − Κι ἄλλο μαῦρο, κι ἄλλα ἀστέρια. Καὶ πιὸ μακριά; − Ἀκόμα κι ἄλλο, πάντοτε, χωρὶς τέλος, χωρὶς τέλος… Ἔτσι ἔζησα, μὲ τὸν τρόπο μου, αὐτὴ τὴν ἀνακάλυψη, ποὺ ἀφανίζει τὴ Δύση καί, ξεκινώντας ἀπ’ αὐτή, σιγά-σιγὰ ὁλόκληρη τὴ γῆ, ἀπ’ τὴν ἐποχὴ τοῦ δέκατου ἕβδομου αἰώνα: ὁ μαῦρος οὐρανός, τὸ κενό. Καὶ τὸ ἄγγελμα, ποὺ ὁ Ἰωάννης-Παῦλος κι ὁ Βινὺ ἔχουν βάλει στὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ: ὁ οὐρανὸς εἶναι κενός, ὁ οὐρανὸς εἶναι ὁ θάνατος. Ἀργότερα διάβασα τὴν κραυγὴ τοῦ τρελλοῦ: «Τί κατορθώσαμε, ὅταν ξεκολλήσαμε τὴ γῆ ἀπ’ τὸν ἥλιο της; Ποῦ πάει ἡ γῆ τώρα; Ποῦ θὰ πᾶμε καὶ μεῖς οἱ ἴδιοι; Μακρυὰ ἀπ’ ὅλους τοὺς ἥλιους; Δὲ γκρεμιζόμαστε ἀδιάκοπα; Μπροστά, πίσω, στὰ πλάγια, ἀπ’ ὅλες τὶς μεριές; Ὑπάρχει ἀκόμα ἕνα «πάνω», ἕνα «κάτω»; Δὲν προχωροῦμε χαμένοι μέσα σ’ ἕνα ἀπέραντο ἄπειρο; Δὲ νοιώθουμε τὸ φύσημα τοῦ κενοῦ στὸ πρόσωπό μας; Δὲν κρυώνουμε; Δὲν ἔρχεται ἡ νύχτα, πάντοτε περισσότερη νύχτα;» Ἡ ἐμπειρία τοῦ κακοῦ, καθημερινὸ νόμισμα τοῦ θανάτου, σιγά-σιγὰ μὲ συνέπαιρνε: ὁ πόνος, ποὺ δὲ βαθαίνει τὴν ὕπαρξη, ἡ κατάπτωση, ὁ θάνατος τῶν νεαρῶν ὑπάρξεων. Ἀκόμα, τὸ ἱστορικὸ κακό, ἡ ἀνεργία, ἡ οἰκονομικὴ ἀσφυξία, ἡ αὔξηση τῶν ὁλοκληρωτισμῶν καὶ τῶν πολέμων. Ὅλα αὐτὰ ἔπαιρναν, γιὰ μένα, τὸ γκρίζο χρῶμα τοῦ «μηδέν», ὅπως οἱ χέρσες περιοχὲς τῆς πόλης, στὶς ὁποῖες ἄρχισα ν’ ἀλητεύω. Καὶ δὲν ὑπῆρχε καταφύγιο. Δὲν εἶχα μπεῖ ποτὲ σὲ μιὰ ἐκκλησία. Οὔτε ποὺ μοῦ ἦρθε ἡ ἰδέα. Κι ἂν ἔκλειναν ὅλες τὶς ἐκκλησίες, δὲ θὰ τόπαιρνα εἴδηση. Ὅταν ἔκανα τὸ πρῶτο μου ταξίδι στὸ Παρίσι εἴμουνα δώδεκα χρονῶν. Οἱ γονεῖς μου ἐπισκεφτήκανε τότε πολλὲς ἐκκλησίες ἀπὸ χρέος «πολιτιστικό». Νομίζω, πώς, ἴσως, ὁ πατέρας μου ζητοῦσε κάτι ἄλλο σ’ αὐτὴ τὴν ἄσκοπη περιπλάνηση. Ακολουθοῦσα ἐνοχλημένος. Οἱ μόνες, ποὺ μὲ γοήτεψαν ἦταν οἱ κολῶνες τῆς Παναγίας, αὐτὰ τὰ λεπτοκαμωμένα δεμάτια, ποὺ ἀνέβαιναν, ἀνέβαιναν καὶ μοῦ φαινόταν πὼς χάνονταν στὸ μισόφωτο. Ὁ Θεὸς τῆς γοτθικῆς τέχνης ἔχει ἐξοριστεῖ στὸν οὐρανό. Κι ὁ οὐρανὸς εἶναι ἄδειος, τὸ ἤξερα. Οἱ κολῶνες τῆς Παναγίας ἦταν γιὰ μένα σὰ μιὰ φωτιὰ ἀρχιτεκτονικῆς τέχνης, ποὺ τραβοῦσε πρὸς τὸ κενό. Μιὰ ἀνάμνηση πιὸ παλιά. Μιὰ πλατεία μὲ μαύρη ἄσφαλτο. Ἕνας πελώριος γκριζοπράσινος σταυρός. Πάνω στὸν σταυρὸ ἕνας ἄνθρωπος πεθαμένος. Πάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι του μιὰ ἐπιγραφή: Ι.Ν.Β.Ι. Φανταζόμουνα, πὼς ἤταν τὸ ὄνομα τοῦ ἀνθρώπου. Στὴ βάση τοῦ σταυροῦ τυλιγόταν ἕνα φίδι. Στὸ στόμα του κρατοῦσε ἕνα μῆλο. Μοῦ ἄρεσε αὐτὴ ἡ «ἀνάπτυξη» τοῦ «ἑλικοειδοῦς» γύρω ἀπὸ ἕνα ἄξονα. Κι οἱ λεπτὲς νευρώσεις τῶν φύλλων, ποὺ ἔφταναν ἀκόμα καὶ στὰ κοτσάνια τῶν φρούτων. Ὅμως, πάνω ἀπ’ ὅλα, ἔβλεπα, πὼς ὁ ἄνθρωπος ἦταν πεθαμένος. Χριστιανοὶ καὶ πρέπει νὰ τὸ προσδιορίσω Χριστιανοὶ τῆς Δύσης, γιατί ἔχετε ἀναπαραστήσει παντοῦ τὸν Χριστὸ σὰν πτῶμα, σὰν ἕναν πεθαμένο δίχως ἐλπίδα; Αὐτόν, ποὺ εἶναι ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου; Τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἕνα πτῶμα. Τὸ Πνεῦμα δὲ σταμάτησε νὰ τὸ διαπερνάει… Πρὶν τρία χρόνια πέρασα μερικὲς βδομάδες τοῦ καλοκαιριοῦ σὲ μιὰ ὑπέροχη κοιλάδα τῶν Πυρηναίων, πού ‘χε μιὰ γλυκύτητα πράσινη καὶ γκρίζα. Ἡ περιοχὴ αὐτή, γιὰ μακρὸ διάστημα, εἶναι χώρα τῆς Χριστιανοσύνης. Παντοῦ ὑπῆρχαν σταυροὶ ἀπὸ γκρίζα πέτρα. Κι ὁ Ἰησοῦς νεκρός. Τὸ μικρό μου ἀγόρι ἦταν τότε στὰ τρία του χρόνια. Δὲ μποροῦσα νὰ τοῦ πῶ, πὼς ὁ Ἰησοὺς εἶναι ἀναστημένος. Οἱ σταυροὶ μὲ διάψευδαν. Ὁ θάνατος καταβρόχθιζε τὴ ζωή. Αὐτὸ τουλάχιστον ἔβλεπε. Πάει καιρός, ποὺ κι ἐγὼ βλέπω αὐτό. Περπατάω μαζὶ μ’ ἕνα φίλο, μέσα σὲ μία δεντροστοιχία ἀπὸ ἀμυγδαλιές. Ἐκεῖνος μοῦ μιλάει γιὰ τὴν ἱστορία, γιὰ τὸ ἀνέβασμα τῆς ζωῆς καὶ τῆς προόδου. Διστάζει ἀνάμεσα στὴν εὐτυχία καὶ στὸ μεγαλεῖο. Κι ἐγώ, τοῦ λέω, φεῦ… Ἀπὸ τί; Ἀπ’ ὅλα. Δὲν ὑπάρχουν, παρὰ μονάχα πρόσωπα. Ἀκόμα καὶ στὴν περίπτωση, ποὺ καθένας ἀπὸ μᾶς μποροῦσε νὰ ζήσει χίλια χρόνια, ἕνα ἑκατομμύριο χρόνια, ἂν ὅλα καταβροχθίζονται μέσα στὸ μηδέν, γιατί νὰ ζήσουμε καὶ γιατί δὲ θάταν καλύτερο νὰ μὴν ὑπάρξουμε; Ἢ τότε, ἂς ξεχνᾶμε. Τότε ὅλα πρέπει νὰ τὰ ξεχνᾶμε. Ὅμως, δὲν ξεχνᾶμε ἡ λήθη δὲν εἶναι ἀλήθεια δὲ μποροῦμε νὰ ξεχνᾶμε. Κι ὅμως, ὁ Θεὸς ἦταν ἐκεῖ. «Ὁ ἐρχόμενος». Ἀκόμα καὶ μέσα στὴν ἀγωνία. Σ’ αὐτὴ τὴν πεισματάρικη ἄρνηση περίπου ἄξεστη ποὺ κυμαίνεται ἀνάμεσα στὴ λησμοσύνη καὶ στὴν ἀποδοχή. Γιατὶ παύει νάναι ἄνθρωπος, ἐκεῖνος, ποὺ δέχεται σὰν αὐτονόητο τὸν κόσμο, τὸν σφραγισμένο ἀπ’ τὸν θάνατο. Ὁ Θεὸς ἐρχόταν μέσα στὴν ἀγωνία, ἀλλά, ταυτόχρονα καὶ μέσα στὴν ἔκπληξη. Ἀγαποῦσα τὴ γῆ μὲ μιὰ ἀγάπη δυνατή, βίαιη, μὲ ξεσπάσματα, κάποτε-κάποτε, σὰ σὲ χοντροκομμένες ἐκστάσεις: Ξάπλωνα πάνω της καὶ μὲ κουβαλοῦσε, σὰ φτερὸ στὸν ἄνεμο, πρὸς τὸν οὐρανό. Καὶ τὴν ἔνοιωθα τόσο πιὸ ἐλαφριά, ὅσο ἦταν βαρύτερη. Τὸ ἄπειρο, τὸ καθαρό, ἕνας κόσμος ἀρχέγονος ἔτσι μοῦ φαινόταν σὰ μόλις ν’ ἀναδυόταν ἀπ’ τὴ θάλασσα, μισοπνιγμένος ἀπ’ τὰ ἕλη. Ἀκρογιαλιές, ἀμμόλοφοι, καλαμιές, ἐκτάσεις, ποὺ πάλλουν στὸν ἄνεμο, ποὺ ἀλλάζουν ἀδιάκοπα κάτω ἀπ’ τὴ σφαιρικὴ εὐλογία τοῦ ἐλεύθερου οὐρανοῦ. Τὸ γαλάζιο τονίζεται πιὸ μελαγχολικὸ μέσα ἀπ’ τὰ πεῦκα. Τὰ κλήματα, τὴν ἄνοιξη, εἶναι πυρσοὶ ἀναμμένοι, σπινθηροβολώντας μὲ τὰ καινούργια χρυσά τους φῦλλα. Ἡ γῆ ἔχει τὸ χρῶμα τῆς ὤχρας. Τὸ φῶς συμπυκνώνεται γλυκὰ μέσα στὴ λάμψη τῶν λουλουδιῶν τῆς ἀμυγδαλιᾶς, μέσα στὸ ὁλόλευκο μεθύσι τοῦ νάρκισσου. Τὰ βουνὰ ἔχουν κοπεῖ ἔτσι, ποὺ νὰ γίνονται κι ὁ γυμνὸς θρόνος τοῦ φεγγαριοῦ. Παντοῦ τὸ μυστικό, μέσα στὸ φανέρωμα, τὸ μυστήριο μέσα στὴν ἀφθονία τῆς ἔλλαμψης. Κάμποσες μέρες, τὸν χειμώνα, τὸ φύσημα τῆς θάλασσας καὶ τῆς γῆς καταλαγιάζει. Ὅλα ἀκινητοποιοῦνται. Οἱ πρῶτες ἀμυγδαλιές ἀνθίζουν. Ὀμορφιὰ ἀπόλυτη Ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο Τὸ παράδοξο πλεονέκτημα τῆς ἐποχῆς μας εἶναι, πὼς ἡ ἴδια ἡ ἱστορία μᾶς σπρώχνει στὸ ἔσχατο. κι εὔθραστη, μέσα στὴ γαλήνια ἄβυσσο τοῦ γαλανοῦ οὐρανοῦ. Τὰ λουλούδια βγαίνουν, σὰ μέσα ἀπ’ τὸ ξύλο. Λουλούδια δίχως φῦλλα, σὰ νὰ γεννιῶνται ἀπ’ τὸ σκληρό, τὸ ξερό, τὸν θάνατο. Σκελετοὶ μαῦροι, ποὺ ἀνθίζουν στὸ πρῶτο φύσημα, ὅπως τὰ κόκκαλα στὴν προφητεία τοῦ Ἰεζεκιήλ. Στὰ ἑβραϊκά, ἡ ἀμυγδαλιὰ ὀνομάζεται «ὁ ἄγρυπνος». Ὁ «ἄγρυπνος», αὐτός, ποὺ ξυπνάει. Ξύπνια μέσα στὸν χειμώνα. Μᾶς ξυπνάει σ’ ὅλη τὴν ὀμορφιά. Τότε μόλις καὶ τολμᾶμε νὰ περπατήσουμε. Ἀποφεύγουμε κάθε ἀπότομη κίνηση. Ὁ κόσμος εἶναι ἕνα κρύσταλλο, ποὺ ἡ παραμικρὴ ἀσυλλόγιστη κίνηση θὰ τὸ βεβήλωνε, κι ἴσως νὰ τὸ ἔσπαγε. Λοιπόν, θὰ προτιμοῦσα, τ’ ἀπογευματινὰ νὰ βροντοῦν ἀπ’ τὸν μαΐστρο. Lou Magistrau: O ἄνεμος κύριος. Τότε τὸ γαλάζιο δὲν εἶναι μονάχα οὐράνιο. Ἁπλώνεται παντοῦ. Τὰ καταβροχθίζει ὅλα. Ἴσα με τὸν βράχο, ἴσαμε τὸ κόκκαλο, ἴσαμε τὴν ὕπαρξη. Καταβροχθίζει τὸν ἄνθρωπο ἴσαμε τὴν καρδιά. Δὲ συγχωρεῖ τὴν παραμικρὴ πλαδαρότητα, ἀκόμα καὶ τὴν πιὸ κρυφὴ ἀμφιταλάντευση. Ὅλα φλογίζουν. Κι οἱ φλόγες εἶναι κρύες, καθαρές, βαφτιστικές, ἔτσι σὰ νὰ προέρχονται ἀπ’ τὸ νερό. Φύση καθαρή, ξερή, χωρὶς τίποτα τὸ πρασινογάλαζο ἢ τὸ ὑγρό. Ὁ οὐρανὸς τῆς γῆς κι ἡ γῆ τοῦ οὐρανοῦ, ὅπως ἔχει πεῖ ὁ Λόρκα. Μέσα στὸν χερσότοπο, ἀκόμα καὶ τὸ φυτὸ γίνεται μεταλλικό. Πόσο μίσησα τὸ ὁλοπράσινο Νησὶ τῆς Γαλλίας, ποὺ ὅλα εἶναι φυτικά, ὑγρά, ἀκόμα καὶ τὰ βράχια, ἀκόμα κι ὁ οὐρανὸς μιὰ σάρκα ἀδιάφανη, παντοδύναμη! Ἐνῷ στὶς μεσογειακὲς χῶρες, μόλις φτάσεις στ’ ἀπομονωμένα ὀροπέδια, ἀντικρύζεις τὴ φωτιὰ νὰ κρυσταλλίζει. Ἀκόμα κι ἡ σάρκα εἶναι οὐράνια. Εἴμουνα ἕνας μεσογειακὸς εἰδωλολάτρης. Κι ὅταν ἀνάπνεα κι ὅταν ἔτρωγα κι ὅταν περπατοῦσα, σὲ κάθε ἐμπειρία, ξυπνοῦσε μέσα μου ἡ φωτιά. Πολυθεϊστική; Τὰ πράγματα ἠχοῦν πολὺ ἁπλά. Ὁ ἄνεμος σηκώνεται, ὁ πλάτανος ἀρχίζει νὰ τραγουδάει. Ξέρω, πὼς ὁ πλάτανος ὑπάρχει. Τὴ μέρα ποὺ ἔμαθα ὅτι ἤξερα, ἄρχισα νὰ περπατάω, νὰ περπατάω. Ἀκόμα καὶ τὸ βράδυ, ἔστρεφα πρὸς τὴ μεγάλη περιοχή, ποὺ ἔκαιγε ὅπως ἄλλοτε μέσα στὸ βραδινὸ τελετουργικὸ μιὰ ξυλοφωτιά. Ἡ συνείδηση τῆς συνείδησης χόρευε μέσα μου. Μιὰ ἄλλη γνώση. Μιὰ ἄλλου εἴδους χαρά. Ἴσως ἔκσταση. Ἀλλὰ σκληρή, κρυσταλλική. Δεμένη ὅπως ὁ ὑπομονετικὸς ἱστὸς τοῦ ξύλου ἢ ἡ πέτρα, ποὺ κρατάω στὸ χέρι μου. Ναί, τὸ μυστικὸ μέσα στὴν ἐνάργεια. Κι ἔλεγα, εἴμουνα τότε στὸ κατώφλι τῆς νειότης: « Ὕπαρξη, ὕπαρξη!» Τὸ βασίλειο τῆς ὕπαρξης. Ἔβαλα αὐτὸ τὸν τίτλο σὲ μιὰ συλλογὴ ποιημάτων, ποὺ τὰ ἔχω ὅλα ξεχάσει, ἐξὸν ἀπ’ τὸ ὅτι ὑμνοῦσαν, σὲ τρεῖς κύκλους, τὰ ἕλη καὶ τὶς ἀμμουδιὲς καὶ τ’ ἀμπέλια τῆς περιοχῆς. Ἡ ἀγωνία κι ἡ ἔκπληξη προχωροῦσαν μαζί. Ὅπως τὰ φῦλλα, μέσα στὸν χερσότοπο, εἶναι σκληρά, σκούρα καὶ γυαλιστερὰ ἀπ’ τὴ μιὰ μεριὰ κι ἁπαλὰ καὶ φωτεινὰ ἀπ’ τὴν ἄλλη. Ἔτσι διάβαινα, μ’ ἕνα τρόπο «ἐμβρυώδη», ἀπ’ αὐτό, ποὺ οἱ ἀρχαῖοι πνευματικοὶ ὀνομάζουν «μνήμη θανάτου» στὴν ἔκπληξη τοῦ «ὑπάρχειν». Ἦταν μιὰ πιθανὴ δικτύωση τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀνάστασης. Ὡστόσο, ἂν δὲ μεσολαβοῦσε καμμιὰ ἀποκαλυπτικὴ διακοπή, ὁ θάνατος δὲ θά ‘χε τὴν τελευταία λέξη; Ὅμως, μιὰ φορά, σὲ μιὰ στιγμὴ ἀπελπισμένης στοργῆς κάποιος, ποὺ τὸν ἀγαποῦσα, περνοῦσε μιὰ μεγάλη θλίψη καὶ δὲ μποροῦσα νὰ κάνω τίποτα μιὰ φορὰ αὐθόρμητα, προσευχήθηκα. Ἤξερα τὴ λέξη «προσευχή» στὸν Θεὸ ἀπ’ τὶς Κυριακάτικες συζητήσεις. Ἕνα εἶδος τελετουργίας, εὐχαριστίας ἀνέβαινε ἀπὸ μέσα μου ἐπίσης, καὶ κατὰ τὶς στιγμὲς τῆς ἔκπληξης. Στὸ σχολειὸ εἴμουνα τότε ἑφτὰ χρόνων μᾶς ρώτησαν ποιές σκέψεις μᾶς γεννοῦσαν τὰ κρύα κι οἱ βροχὲς τοῦ Νοέμβρη. Ἀπάντησα γραπτά: «Σκέφτομαι τοὺς νεκροὺς κι αὐτὸ μὲ κάνει νὰ προσεύχομαι». Αὐτὸ ἦταν ἕνα μικρὸ σκάνδαλο. Ὁ δάσκαλος μοῦ ἐξήγησε, πὼς οἱ νεκροὶ εἶναι σὲ πολλὴ ζεστασιὰ μέσα στὴ γῆ. Δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ τίποτα. Έχουμε χρέος νὰ σκεφτοῦμε τοὺς δυστυχισμένους. Αὐτούς, ποὺ δὲν ἔχουν μὲ τί νὰ ζεσταθοῦν. Ἦταν ἀλήθεια, εἴμουνα νικημένος. Κι ὅμως, οἱ νεκροί. Εἶναι τόσο κοντά, ὅταν ὅλα τυ λίγονται μέσα στὸ κρύο. Ἂν ξέραμε, μονάχα, τὸν δρόμο. Κανένας δὲν ἤξερε, λοιπόν, πὼς κάποιος ἔχει πεῖ: «εἶμαι ἡ ὁδός». Ἀργότερα, διαβάζοντας τὸν Ρῶσο προσκυνητή, ἀναγνώρισα αὐτὴ τὴν πρώτη κι ἀναμφίβολα οἰκουμενικὴ προσευχή: « Ἔχει λεχθεῖ μέσα στὴν Καινὴ Διαθήκη, πὼς κάθε στεναγμὸς καὶ κάθε κίνηση πρὸς τὴν ἐλευθερία τῶν παιδιῶν τοῦ Θεοῦ, αὐτὴ ἡ «μυστηριώδης» κίνηση τῆς δημιουργίας, αὐτὴ ἡ λαχτάρα, ἡ βαλμένη μέσα στὶς ψυχές, εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ προσευχή… εἶναι «τὰ πάντα ἐν πᾶσι!». 


Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁ ἄλλος ἥλιος»,ἔκδοση Σπορᾶς. 






Δέδοται ημιν το του νου κριτήριον εις την της αληθείας σύνεσιν. Εστι δε η αυτοαλήθεια ο Θεος ημων. Ωστε προηγούμενόν εστι τω νω τον Θεον ημων επιγινώσκειν, επιγιγνώσκειν δε ουτως, ως δυνατόν γνωρίζεσθαι τον απειρομεγέθη υπο του μικροτάτου. Ουδε γάρ, επειδή οφθαλμοι εις κατανόησιν των ορατων εισι τεταγμένοι, ηδη πάντα τα ορατα υπο την οψιν αγεται. Ουδε γαρ το ημισφαίριον του ουρανου εν μια ροπη καθοραται, αλλα φαντασία μεν οψεως ημας περιίσται, κατα δε την αλήθειαν πολλά, ινα μη πάντα ειπω, εστιν εν αυτω τα αγνοούμενα. αστέρων φύσις, μεγέθη τούτων, διαστήματα, κινήσεις συνδρομαί, αποστάσει, αι λοιπαι σχέσεις, αυτη η ουσία του στερεώματος, το βάθος το απο της κοίλης περιφερείας επι την κυρτην επιφάνειαν. Αλλ’ ομως ουκ αν ειποιμεν αόρατον ειναι τον ουρανον δια τα αγνοούμενα, αλλ’ ορατον δια την μετρίαν αυτου κατανόησιν, Ουτω δη και περι Θεου. ει μεν βεβλαμμένος εστιν υπο δαιμόνων ο νους, ειδωλολατήσει, η προς αλλο τι ειδος ασεβείας παρατραπήσεται, ει δε τη του Πνεύματος εαυτον επιδεδωκε βοηθεία, την αλήθειαν γνωρίσει και Θεον επιγνώσεται . Επιγνώσεται δέ, ως ο απόστολος ειπεν, εκ μέρους, εν δε τη μετα ταυτο ζωη τελεώτερον “οταν γαρ ελθη το τέλειον, το εκ μέρους καταργηθήσεται”. Ωστε και καλον του νου το κριτήριον, και προς ευχρηστον τέλος, την Θεου κατανόησιν, δεδομένον, ενεργουν μέντοι τοσουτον, οσον αυτω χωρητόν. Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ


«Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα, ποιητήν οὐρανοῦ καί γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καί ἀοράτων».

Το πρώτο και βασικό, το θεμελιώδες δόγμα, το Άλφα της αγίας μας Θρησκείας και της αμωμήτου Πίστεώς μας, είναι ο Θεός, η πίστη στο Θεό, το λατρευτό και ευλογητό πρόσωπο και όνομα. Και το «Πιστεύω» μας από το Θεό αρχίζει. «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν».

Υπάρχει Θεός;

Αλλ’ υπάρχει Θεός, για να τον πιστεύουμε και να τον προσκυνούμε; Βέβαια, υπάρχει. Για τον λογικό και καθαρό στην καρδιά, για τον δίκαιο και ευσυνείδητο άνθρωπο ο Θεός είναι χειροπιαστή πραγματικότητα. Μόνο «ἄφρων εἶπεν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός» (Ψαλμ. ιγ΄ 1). Δηλαδή άθεος και αρνητής του Θεού δεν είναι ο σοφός τάχα και πολυμαθής άνθρωπος. Αρνητής του Θεού είναι ο μωρός, ο άμυαλος και ασύνετος, δηλαδή ο αμαθής και αμόρφωτος και κυρίως ο πονηρός και διεφθαρμένος άνθρωπος. Αυτό θα πει «εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός». Αυτός λόγω της κακίας του και τυφλωμένος από τα πάθη και την φαυλότητά του χάνει την λογική του, χάνει την ορθή σκέψη του, χάνει τον προσανατολισμό της ψυχής του, κλείνει τα αυτιά του στην διακήρυξη της φύσεως και τη μαρτυρία της συνειδήσεώς του και λέγει «οὐκ ἔστι Θεός», δεν υπάρχει Θεός! Τούτο το ομολογούν και μεγάλοι, σπουδαίοι και σοφοί, επιστήμονες, που όταν θέλει κανείς βρίσκει τις γνώμες τους σε πολλά βιβλία απολογητικά και επιστημονικά. Εκεί θα δει και πώς οι μεγάλοι σοφοί και τρανοί επιστήμονες όχι μόνο πιστεύουν στον αληθινό Θεό, αλλά και με πολύ θάρρος και θαυμαστή παρρησία ομολογούν και διακηρύττουν την πίστη τους αυτή (1).

Αποδείξεις υπάρξεως του Θεού

Υπάρχουν και αποδείξεις που βεβαιώνουν την ύπαρξη του Θεού σε ένα άνθρωπο λογικό, καλοπροαίρετο και αντικειμενικό. Αυτόν πέρα ως πέρα τον πείθουν πως υπάρχει Θεός. Μία είναι η λεγομένη κοσμολογική απόδειξη. Άλλη είναι η τελολογική. Άλλη η ψυχολογική και ηθική. Και άλλη η ιστορική.

Α) Η κοσμολογική απόδειξη λέγει· υπάρχει ο Θεός, διότι υπάρχει ο κόσμος. Η ύπαρξη του κόσμου είναι απόδειξη και μαρτυρία, που βεβαιώνει και διαλαλεί την ύπαρξη του Θεού. Εφ’ όσον είναι γεγονός, όπως λέγει και ο απόστολος Παύλος, ότι «πᾶς οἶκος κατασκευάζεται ὑπό τινος», άρα «ὁ τά πάντα κατασκευάσας (είναι) ὁ Θεός» (Εβρ. γ΄ 4). Η ύπαρξη, λοιπόν, του κόσμου προϋποθέτει την ύπαρξη του Θεού. Όπως το κτίσμα δείχνει τον κτίστη που το έκτισε. Όπως το πλοίο τον ναυπηγό. Όπως το εργαλείο τον εργάτη. Όπως το δημιούργημα, κάθε δημιούργημα, μεγάλο ή μικρό, τον τεχνίτη , τον δημιουργό. Η λογική, η σκέψη του λογικού ανθρώπου, η πείρα της καθημερινής ζωής το λέγει τούτο. Δεν το φλυαρεί η φαντασία ή η θρησκοληψία. Ιδού τα μεγάλα και θαυμαστά έργα της δημιουργίας. Κοίταξέ τα, άκουσέ τα, άνθρωπε, όλα φωνάζουν πως υπάρχει Θεός. «Οἱ οὐρανοί διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δέ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τό στερέωμα» (Ψαλμ. ιη΄ 1), λέγει ο ψαλμωδός. Και παραθέτει ο θείος Απόστολος· «τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης» (Ρωμ. α΄ 20) (2).

Και πράγματι ποιος οφθαλμός καθαρός, ποια ψυχή λογική, ποια πνευματική ύπαρξη, όταν βλέπει τη φύση και όλη την κτίση, το μεγαλειώδες τούτο της δημιουργίας έργο, δεν θα ομολογήσει ότι υπάρχει Θεός και δεν θα τον δοξολογήσει αναφωνούσα· «ὡς ἐμεγαλύνθη τά ἔργα σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας»; (Ψαλμ. ργ΄ 24). Λοιπόν, τι πολυσκέπτεσαι και τι πολυσκοτίζεσαι, άνθρωπε; Το πράγμα είναι εύκολο και απλό. Υπάρχει, ναι υπάρχει ο Θεός, διότι υπάρχει ο κόσμος, το έργο του Θεού.

Β) Η τελολογική απόδειξη λέγει· Ο κόσμος που υπάρχει και φαίνεται είναι πράγματι κόσμος. Δηλαδή κόσμημα, στολίδι, έργο μέγα και ωραίο και θαυμαστό, που χαίρεται να το βλέπει ο άνθρωπος και να το απολαμβάνει. Είναι έργο με κίνηση και σκοπιμότητα θαυμαστή, με τάξη και νόμο, με καλλονή και χάρη, που κρύπτει μέσα του σοφό, σοφότατο νου και άπειρη δύναμη που τον έφτιαξε και τον τεχνούργησε. Τέχνη, άφθαστος τέχνη και απαράμιλλος καλλονή και ωραιότητα, μοναδική σκοπιμότητα υπάρχει και φαίνεται στον κόσμο. Και ακόμη, νόμοι, νόμοι ασάλευτοι κρατούν και κυβερνούν τον κόσμο τούτο, θεμέλια γερά και ατράνταχτα, τα οποία καμία άλλη δύναμη δεν μπορεί να κλονίσει και να ανατρέψει. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Σημαίνουν ότι, αν το έργο είναι τόσο θαυμαστό, τόσο ωραίο και λαμπρό, ασυγκρίτως, απείρως μεγάλος και θαυμαστός είναι Εκείνος που το κατασκεύασε. Σημαίνει πως το μεγαλείο του κόσμου υποδηλώνει το άπειρο μεγαλείο του δημιουργού του. Ακριβώς εκείνο που λέγει ο σοφός Σολομών: «ἐκ γὰρ μεγέθους καλλονῆς κτισμάτων ἀναλόγως ὁ γενεσιουργὸς αὐτῶν θεωρεῖται» (Σοφ. Σολομ. ιγ΄ 5). Και τον λόγο τούτο της θείας Γραφής λαμβάνων υπόψιν του και ο Μ. Αθανάσιος λέγει· «Οὕτω γάρ διεκόσμησεν (ο Θεός) τήν κτίσιν, ὥστε καί μή ὁρώμενον αὐτόν τῇ φύσει, ὅμως ἐκ τῶν ἔργων γνωρίζεσθαι». Έτσι στόλισε ο Θεός την κτίση, ώστε ενώ δεν θα φαίνεται μέσα στη φύση, εντούτοις από τα έργα του να αναγνωρίζεται. (Το ίδιο τονίζουν και οι άγιοι Πατέρες Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος στα χωρία τους, που αναφέραμε προτήτερα σε υποσημείωση). Κοίτα, λοιπόν, τα άστρα, άνθρωπε, κοίτα τον ήλιο, την σελήνη, σκέψου τον αέρα, τα σύννεφα, τη βροχή, πρόσεξε και τη γη, τα βουνά, τους κάμπους, τα δέντρα, τα φυτά, τα νερά λιμνών και ποταμών, το ατελείωτο ζωικό βασίλειο. Συλλογίσου ακόμη πώς το καθένα κινείται, πώς ζει, τι προσφέρει στο σύνολο, τι προσφέρει και στον άνθρωπο. Συλλογίσου, ότι προσφέρει την τροφή, την άνεση, τη ζωή, αμέτρητα καλά. Και τότε θα κυριευθείς από έκσταση και από φόβο και από θαυμασμό για την τάξη και αρμονία και για το σοφό σκοπό που κρύπτει μέσα του και εκπληρώνει όλος γενικά ο κόσμος και κάθε δημιούργημα χωριστά (3).

Γ) Η ψυχολογική και ηθική απόδειξη. Αυτές λέγουν, ότι ο Θεός υπάρχει και τρανή προς τούτο απόδειξη είναι το ότι η ίδια η ψυχή μας στα βάθη της τον αισθάνεται το Θεό και τον αναζητεί. Αισθάνεται την ύπαρξη και παρουσία του. Τον νοιώθει ως νομοθέτη, ως ελεγκτή και κριτή των πράξεών της. Βλέπει την ηθική αξία και το κακό που υπάρχει στον κόσμο. Και τι κάμνει τότε; Θεωρεί αναγκαία την ύπαρξη του Θεού. Ακόμη θεωρεί αναγκαία και την μέλλουσα παρουσία του για να κρίνει δικαίως και αποδώσει σε κάθε άνθρωπο κατά τα έργα του, να αποκαταστήσει την ηθική τάξη στον κόσμο. Υπάρχει κακό και αδικία στον κόσμο. Η ύπαρξη αυτής της αδικίας καθιστά αναγκαία την ύπαρξη του Θεού, για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Άρα υπάρχει ο Θεός νομοθέτης, επόπτης και κριτής του ανθρώπου. Το ότι από τα βάθη της ψυχής του ανθρώπου βγαίνει τρανή η μαρτυρία της υπάρξεως του Θεού, το βεβαιώνει ο άγιος Αθανάσιος, ο οποίος λέγει· «Πρός τήν τῆς ἀληθείας γνῶσιν καί ἀληθή κατάληψιν οὐκ ἄλλων ἐστί χρεία, οὕτω καί ἡ πρός τοῦτον (το Θεό) ὁδός πόρρωθεν ἤ ἔξωθεν ἡμῖν ἐστιν (δεν μας χρειάζονται από μακριά και έξω από τον εαυτό μας αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού)· ἔνδον γάρ ἐν ἑαυτοῖς ἔχοντες τήν πίστιν καί τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, δυνάμεθα ταχέως θεωρῆσαι καί νοῆσαι τόν τοῦ παντός βασιλέα». Το οποίο λέγει· Μη πηγαίνεις μακριά, άνθρωπε. Κοίτα μέσα σου, άκουσε τους μυστικούς παλμούς και νυγμούς της ψυχής σου, και αυτή σου φωνάζει· εδώ, παρών είναι ο Θεός, ο Θεός σου. Αυτή η έρευνα είναι ο πιο σύντομος δρόμος, για να τον βρεις το Θεό και συνδεθείς μαζί του.

Δ) Η ιστορική. Ας έλθουμε τέλος και σε αυτή, που βγαίνει από την ιστορία. Αυτή λέγει ότι η ιστορία της ανθρωπότητας όλης βεβαιώνει, πως όλες οι φυλές και γλώσσες της γης πάντοτε και σε κάθε γενεά και εποχή είχαν κοινή, πάγκοινη την πίστη στην ύπαρξη Θεού δημιουργού, του Πατέρα και προστάτη τους. Αυτόν προσκυνούσαν, αυτόν λάτρευαν, σε αυτόν κατέφευγαν και ζητούσαν τη βοήθειά του στις ανάγκες του βίου τους. Άθρησκοι λαοί ποτέ δεν υπήρξαν, έστω και αν στην αρχαία εποχή από την μονοθεΐα είχαν περιπέσει στην πολυθεΐα και την ειδωλολατρία. Αυτή λοιπόν η παγκόσμια πίστη στο Θεό τίποτε δεν λέγει; Δεν λέγει εκείνο που βεβαίωνε ο μέγας Αριστοτέλης, πως «ό,τι οι άνθρωποι πάντες εξ ενστίκτου εκδέχονται ως αληθές, είναι φυσική αλήθεια και άρα ο Θεός υπάρχει»; (4). Ναι, λέγει και μαρτυρεί ότι πράγματι υπάρχει Θεός. Το φωνάζει η πανανθρώπινη πεποίθηση και γνώμη και ιστορία (5).