Πρός τούς νέους, πῶς νά ὠφελοῦνται ἀπό τά ἑλληνικά γράμματα
( Μεγάλου Βασιλείου )
Ἄν, λοιπόν, δεχθῆτε μὲ προθυμία τὰ λόγια μου, θὰ ἀνήκετε στὴ δεύτερη κατηγορία ἐκείνων ποὺ ἐπαινεῖ ὁ ἀρχαῖος ποιητὴς Ἡσίοδος, γράφοντας ὅτι εἶναι ἄριστος ἄνθρωπος ὅποιος μονάχος του ξεχωρίζει τὸ σωστὸ κι εἶναι καλὸς ἄνθρωπος ὅποιος συμμορφώνεται μὲ τὶς σωστὲς ὑποδείξεις. Ἔνῳ ὅποιον δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ τὸ κάνει αὐτό, τὸν χαρακτηρίζει σὰν ἄνθρωπο ἄχρηστο. Καὶ μὴν ἀπορήσετε ποὺ ἔρχομαι νὰ προσθέσω κάτι δικό μου σὲ ὅσα διαβάζετε ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους στὰ σχολεῖα σας καὶ μάλιστα νὰ σᾶς πῶ ὅτι αὐτὸ τὸ δικό μου εἶναι ὠφελιμότερο ἀπὸ ὅσα ἐκεῖνοι σᾶς διδάσκουν. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς συμβουλῆς μου: δὲν πρέπει νὰ παραδώσετε στοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς τὸ τιμόνι τοῦ νοῦ σας, γιὰ νὰ σᾶς πάνε ὅπου αὐτοὶ θέλουν. Δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀκολουθεῖτε σὲ ὅλα. Πρέπει νὰ πάρετε ἀπ᾿ αὐτοὺς ὅ, τι εἶναι χρήσιμο καὶ νὰ μὴ δώσετε προσοχὴ στὰ ὑπόλοιπα. Ἔρχομαι, λοιπόν, ἀμέσως νὰ σᾶς ὑποδείξω ποιὰ εἶναι τὰ ἄχρηστα μέσα στὰ συγγράμματά τους καὶ πῶς νὰ ξεχωρίζετε τὰ πρῶτα ἀπὸ τὰ δεύτερα.
το νερό και ο ήλιος
Ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ θεωροῦμε ἐντελῶς ἀσήμαντο πρᾶγμα τὴν ἐδῶ κάτω ἀνθρώπινη ζωή. Δὲν λογαριάζουμε καὶ δὲν λέμε καλὸ ὅ, τι μᾶς ἐξυπηρετεῖ σ᾿ αὐτὴ μονάχα τὴ ζωή. Τὴν ἔνδοξη καταγωγή, τὴν εὐρωστία τοῦ κορμιοῦ, τὴ σωματικὴ καλλονή, τὸ ὡραῖο ἀνάστημα, τὶς τιμὲς ποὺ δίνουν οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμα καὶ τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα κι ὁτιδήποτε ἄλλο προσφέρει
ὁ παρὼν κόσμος, δὲν θὰ τὰ θαρροῦμε μεγάλα καὶ ζηλευτὰ πράγματα. Δὲν μᾶς κάνουν ἐντύπωση ὅσοι τὰ ἔχουν. Οἱ δικές μας ἐλπίδες πᾶνε πολὺ μακρύτερα. Οἱ πράξεις μας εἶναι μιὰ προετοιμασία γιὰ κάποιαν ἄλλη ζωή. Ἀκριβῶς, λοιπόν, ὅσα μᾶς χρειάζονται γι᾿ αὐτὴ τὴν ἄλλη ζωή, αὐτὰ ἀγαπᾶμε, αὐτὰ λαχταρᾶμε, περιφρονώντας ὅσα δὲν φθάνουν ὡς ἐκεῖ. Ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἄλλη ζωή; Ποῦ καὶ πῶς θὰ τὴ ζήσουμε; Αὐτὸ τὸ θέμα εἶναι ἀνώτερο τῆς τωρινῆς ἀφορμῆς, γιὰ νὰ τὸ περιγράψω. Καὶ σεῖς, ἐξ ἄλλου, δὲν ἔχετε ἀκόμη ὅλη τὴν ὡριμότητα,
γιὰ νὰ ἀφομοιώσετε τὴν περιγραφή του. Θὰ σᾶς δώσω ὅμως ἕνα σκιαγράφημά του, ποὺ θὰ σᾶς εἶναι ἀρκετό.
Ἂς πάρουμε ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ὅλη τὴν εὐτυχία, ποὺ σωρεύθηκε στὸν κόσμο αὐτὸν ἐδῶ ἀπὸ τὴν πρώτη ἡμέρα του. Ὅλη, λοιπόν, αὐτὴ ἡ γήινη εὐτυχία δὲν φθάνει οὔτε τὸ μικρότερο ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ τῆς ἄλλης ζωῆς. Ὅλα τὰ καλὰ τοῦ κόσμου τούτου εἶναι τόσο κατώτερα ἀπὸ τὸ ἐλάχιστο ἀνάμεσα σ᾿ ἐκεῖνα τὰ ἀγαθά, ὅσο κατώτερα εἶναι ἡ σκιὰ καὶ τὸ ὄνειρο ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Ἤ, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω ἕνα πιὸ συνηθισμένο παράδειγμα,
ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς δυὸ ζωές, γιὰ τὶς ὁποῖες μιλᾶμε, εἶναι ὅσο κι ἡ διαφορὰ σὲ ἀξίία ανάμεσα στην
ψυχή και το σώμα
Ὁδηγός μας στὴν ἐδῶ κάτω ζωὴ εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή, ποὺ ἡ γλώσσα της ἔχει πολὺ μυστήριο. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀκόμα μικρὴ ἡλικία, εἶναι φυσικὸ νὰ μὴ καταλαβαίνει τὴ βαθιά της σημασία. Τί κάνει, λοιπόν; Προγυμνάζεται μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς σὲ ἄλλα κείμενα, ὄχι ἐντελῶς ξένα, ποὺ μοιάζουν μὲ καθρέφτες καὶ σκιές. Συμβαίνει δηλαδὴ ὅ, τι καὶ στὸν στρατό. Οἱ στρατιῶτες ἀποκτοῦν τὴν πολεμικὴ πείρα πρῶτα μὲ τὶς κινήσεις τῶν γυμνασίων, ποὺ εἶναι ἕνα εἶδος παιχνίδι. Ὕστερα, γνωρίζουν τὸν ἀληθινὸ πόλεμο. Ἔχουμε κι ἐμεῖς μπροστά μας μιὰ μάχη. Τὴ μεγαλύτερη ἀπ᾿ ὅλες. Γιὰ νὰ ἑτοιμασθοῦμε, πρέπει νὰ γυμνασθοῦμε, νὰ κοπιάσουμε.
Πῶς θὰ γίνει αὐτὴ ἡ προγύμναση; Μὲ τὸ νὰ γνωρίσουμε καλὰ τοὺς ποιητές, τοὺς πεζογράφους, τοὺς ρήτορες κι ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ θὰ μᾶς προσφέρουν κάτι γιὰ νὰ δυναμώσουμε τὴν ψυχή μας. Θυμηθῆτε τί κάνουν τὰ βαφεῖα. Πρῶτα ἑτοιμάζουν μὲ διάφορους τρόπους τὸ ὕφασμα ποὺ θὰ βάψουν. Καὶ μονάχα ἀφοῦ γίνει αὐτὴ ἡ προεργασία, τότε παίρνουν καὶ μεταχειρίζονται τὸ κόκκινο ἢ ἄλλο χρῶμα γιὰ νὰ κάνουν τὸ βάψιμο. Τὸ ἴδιο πρέπει νὰ γίνεται καὶ σὲ μᾶς. Πρῶτα θὰ ἑτοιμάσουμε τὴ συνείδησή μας μὲ τὴν κοσμικὴ σοφία κι ὕστερα θ᾿ ἀκούσουμε τὰ ἱερὰ καὶ βαθιὰ νοήματα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας. Πρῶτα θὰ συνηθίσουμε νὰ βλέπουμε τὸν ἥλιο μέσα στὸ νερὸ κι ὕστερα θ᾿ ἀτενίσουμε τὸν ἴδιο τὸν ἥλιο.
Οι καρποί και το φύλλωμα
Ἂν οἱ δυὸ διδασκαλίες ἔχουν κάποια συγγένεια, θὰ ἦταν ὠφέλιμη ἡ γνώση καὶ τῶν δυό. Ἀλλὰ ἔχουν καὶ μεγάλη διαφορά. Γι᾿ αὐτό, ἂν τὶς βάλουμε τὴ μιὰ πλάι στὴν ἄλλη καὶ τὶς συγκρίνουμε, θὰ δοῦμε καθαρὰ ὅτι ἡ μιὰ ὑπερέχει τῆς ἄλλης. Μὲ τί ὅμως νὰ τὶς παρομοιάσουμε, ὥστε νὰ δώσουμε μιὰ πετυχημένη εἰκόνα τους; Ἡ κύρια ἀξία τοῦ φυτοῦ εἶναι τὸ ὅτι κάνει καρπούς. Ἀλλὰ καὶ τὰ φύλλα του προσφέρουν ἕνα στόλισμα, καθὼς παίζουν κάτω ἀπὸ τὴν πνοὴ τοῦ ἀέρα γύρω στοὺς κλάδους. Κάτι ἀνάλογο γίνεται καὶ στὴν ψυχή. Ὁ καρπός της, ἡ ἀξία της εἶναι ἡ ἀλήθεια. Εἶναι ὅμως ὡραῖο πρᾶγμα νὰ τὴν τριγυρίζει κι ἡ κοσμικὴ σοφία, σὰν φυλλωσιά, ποὺ σκεπάζει ὄμορφα τοὺς καρπούς. Αὐτὸ συνέβη μὲ τὸν μεγάλο Μωϋσῆ, τὸν περιβόητο γιὰ τὴ σοφία του, καθὼς ἀναφέρει ἡ παράδοση.
Πρῶτα –λένε- γύμνασε τὸν νοῦ του στὶς ἐπιστῆμες τῆς ἀρχαίας Αἰγύπτου κι ὕστερα σίμωσε γιὰ νὰ δεῖ τὸν ἀληθινὸ Θεό. Παρόμοιο συνέβη καὶ μὲ τὸν σοφὸ Δανιήλ, αἰῶνες ἀργότερα. Πρῶτα διδάχθηκε στὴ Βαβυλώνα τὴ σοφία τῶν Χαλδαίων κι ὕστερα ἔπεσε στὴ σπουδὴ τῆς θείας διδασκαλίας.
Η πέτρα στο αλφάδι
Ἀρκετὰ σᾶς ἐξήγησα τὸ ὅτι αὐτὰ τὰ κοσμικὰ μαθήματα δὲν εἶναι ἀνώφελα γιὰ τὴν ψυχή. Ἂς ἔλθουμε τώρα νὰ δοῦμε καὶ τὸ πῶς πρέπει νὰ τὰ ἀφομοιώνετε. Ἂς ἀρχίσουμε ἀπὸ τὰ πολύμορφα ἔργα τῶν ποιητῶν. Δὲν πρέπει νὰ δίνετε σημασία σὲ ὅλα, χωρὶς ἐξαίρεση, τὰ διδάγματά τους. Ὅταν σᾶς ἐξιστοροῦν κατορθώματα ἢ σᾶς ἐκθέτουν λόγια καλῶν ἀνθρώπων, νὰ τὰ δέχεστε μὲ ἀγάπη, νὰ κοιτᾶτε νὰ τοὺς μιμηθῆτε, νὰ τοὺς μοιάσετε, ὅσο μπορεῖτε. Ὅταν ὅμως φέρνουν στὴ μέση κακοὺς ἀνθρώπους, πρέπει νὰ ἀποφεύγετε τὶς τέτοιες εἰκόνες, φράζοντας τ᾿ αὐτιά σας ὅμως ὁ Ὀδυσσέας, πού, καθὼς διηγεῖται ὁ Ὅμηρος, ἤθελε ν᾿ ἀποφύγει τὴ μελῳδία τῶν Σειρήνων.
Γιατί; Διότι ἅμα συνηθίσει κανεὶς στὰ ἁμαρτωλὰ λόγια, περνᾶ καὶ στὰ ἁμαρτωλὰ ἔργα. Γι᾿ αὐτό, λοιπόν, πρέπει μὲ κάθε τρόπο νὰ προφυλάσσουμε τὴν ψυχή μας. Γιατί ὑπάρχει κίνδυνος, μαζὶ μὲ τὴ γλύκα τῶν λόγων νὰ πάρουμε μέσα μας καὶ κάτι θανάσιμο, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουμε. Εἶναι μέλι, ποὺ ἔχει καὶ δηλητήριο. Δὲν θὰ ἐπαινέσουμε, ἔτσι, τοὺς ποιητές, ὅταν παριστάνουν ἀνθρώπους ποὺ ἀσεβοῦν, ποὺ ἐμπαίζουν, ποὺ παραδίνονται στὴν ἀκολασία, ποὺ παρασύρονται ἀπὸ τὸ πιοτό, οὔτε ὅταν περιορίζουν τὴν εὐτυχία σὲ πλούσια τραπέζια καὶ σὲ ἄσεμνα τραγούδια. Καὶ δὲν θὰ δώσουμε καμιὰ σημασία, ὅταν κάνουν λόγο γιὰ θεοὺς καὶ μᾶς λένε ὅτι οἱ θεοὶ αὐτοὶ εἶναι πολλοὶ κι ἀλληλομισοῦνται.
Γιατί, καθὼς ξέρετε, οἱ ψεύτικοι θεοὶ τῆς εἰδωλολατρίας πολεμᾶνε ὁ ἀδελφὸς τὸν ἀδελφὸ κι ὁ πατέρας τὰ παιδιά του κι ἐκεῖνα τοὺς γονεῖς τους, μὲ ὑπουλότητα. Θ᾿ ἀφήσουμε στοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεάτρου τὶς μοιχεῖες τῶν θεῶν, τοὺς ἔρωτές τους, τὶς ἀσύστολες σαρκικές τους σχέσεις καὶ πρὸ παντὸς τοῦ μεγαλύτερου ἀπ᾿ ὅλους θεοῦ Δία, ὅπως λέγουν αὐτοί. Εἶναι πράγματα ὅλα αὐτά, ποὺ καὶ γιὰ τὰ ζῷα ἂν τὰ ἔλεγε κανεὶς θὰ κοκκίνιζε. Τὰ ἴδια ἔχω νὰ πῶ καὶ γιὰ τοὺς πεζογράφους καὶ μάλιστα ὅταν γράφουν για να
διασκεδάσουν.
Ἐπίσης δὲν θὰ μιμηθοῦμε τοὺς ρήτορες τῶν δικαστηρίων, ποὺ ἡ τέχνη τους εἶναι τὸ ψέμα. Γιατί τὸ ψέμα δὲν εἶναι ὠφέλιμο οὔτε στὰ δικαστήρια οὔτε πουθενὰ ἀλλοῦ, μιὰ καὶ προτιμήσαμε, σὰν χριστιανοί, τὸν σωστὸ κι ἀληθινὸ δρόμο τῆς ζωῆς καὶ τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς προστάζει νὰ μὴ καταφεύγουμε στὰ δικαστήρια. Ἀπ᾿ ὅσα μᾶς διδάσκουν οἱ παρὰ πάνω, θὰ διαλέγουμε καὶ θὰ παίρνουμε μονάχα ὅ, τι εἶναι ἔπαινος τῆς ἀρετῆς καὶ κατάκριση τῆς κακίας. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τ᾿ ἄλλα ζῷα, τὰ λουλούδια εἶναι καλὰ μονάχα γιὰ τὸ ἄρωμά τους καὶ τὸ χρῶμα τους. Γιὰ τὶς μέλισσες ὅμως, ὑπάρχει σ᾿ αὐτὰ καὶ κάτι ἄλλο: τὸ μέλι. Ἔτσι κι ἐδῶ. Ὅσοι στὰ συγγράμματα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων δὲν ἀναζητοῦν μονάχα τὴ γλύκα καὶ τὴ χάρη τοῦ λόγου, μποροῦν ν᾿ ἀποκομίσουν καὶ κάποια ὠφέλεια γιὰ τὴν ψυχή.
Πρέπει, λοιπόν, αὐτὰ τὰ συγγράμματα νὰ τὰ σπουδάζουμε ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα
τῶν μελισσῶν. Οἱ μέλισσες δὲν πετᾶνε σὲ ὅλα τὰ λουλούδια μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Κι ὅπου καθίσουν, δὲν κοιτᾶνε νὰ τὰ πάρουν ὅλα. Παίρνουν μονάχα ὅσο χρειάζεται στὴ δουλειά τους καὶ τὸ ὑπόλοιπο τὸ παρατοῦν καὶ φεύγουν. Ἔτσι κι ἐμεῖς, ἂν εἴμαστε φρόνιμοι. Θὰ πάρουμε ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ κείμενα ὅ, τι συγγενεύει μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ μᾶς χρειάζεται καὶ τὰ ὑπόλοιπα θὰ τὰ ἀφήσουμε πίσω μας. Κι ὅπως, κόβοντας τὸ τριαντάφυλλο, ἀποφεύγουμε τ᾿ ἀγκάθια τῆς τριανταφυλλιᾶς, ἔτσι κι ἀπὸ τὰ κείμενα αὐτὰ θὰ πάρουμε ὅ, τι εἶναι χρήσιμο καὶ θὰ φυλάξουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπ᾿ ὅ, τι εἶναι ἐπιζήμιο.
Ἀπὸ τὴν πρώτη, λοιπόν,
στιγμὴ πρέπει νὰ ἐξετάζουμε τὰ διδάγματα χωριστὰ καὶ νὰ τὰ προσαρμόσουμε στὸν σκοπό μας, φέρνοντας, κατὰ τὴ δωρικὴ παροιμία τὴ σχετικὴ μὲ τοὺς κτίστες, τὴν πέτρα στο αλφάδι.
Ο Ηρακλής και οι δύο δρόμοι
Στὴν ἄλλη ζωή, θὰ φθάσουμε μὲ τὴν ἀρετή. Τὴν ἀρετή, ποὺ ἐξύμνησαν κι οἱ ποιητὲς κι οἱ πεζογράφοι, ἄλλα πιὸ πολὺ οἱ φιλόσοφοι. Ἔτσι, μεγαλύτερη προσοχὴ πρέπει νὰ δώσουμε στὰ συγγράμματα αὐτῶν τῶν τελευταίων. Δὲν εἶναι μικρὸ τὸ κέρδος,
ὅταν οἱ ψυχὲς τῶν νέων συνηθίσουν καὶ κάνουν δική τους τὴν ἀρετή. Ὅσα ὁ ἄνθρωπος ἀφομοιώνει στὴν τρυφερὴ ἡλικία του, μένουν ἀσάλευτα. Γιατὶ ἡ ψυχὴ εἶναι ἀκόμα ἁπλὴ τότε καὶ ὅ, τι δέχεται, ἐντυπώνεται πολὺ βαθιὰ μέσα της.
Τί ἄλλο τάχα σκέφθηκε ὁ Ἡσίοδος ἀπὸ τὸ νὰ προτρέψει τοὺς νέους στὴν ἀρετή, ὅταν φιλοτεχνοῦσε τοὺς στίχους του, ποὺ ὅλοι τους τραγουδοῦν; Σκέφθηκε ὅτι ὁ δρόμος τῆς ἀρετῆς εἶναι στὴν ἀρχὴ κακοτράχαλος καὶ δυσκολοδιάβατος κι ἀνηφορικός. Ὅτι τὸν κάνει κανεὶς μὲ πολὺ ἱδρώτα καὶ πολὺ κόπο. Ὅτι, γι᾿ αὐτὸν τὸν λόγο, δὲν μπορεῖ ὁ καθένας νὰ βάλει τὸ πόδι του σ᾿ αὐτὸν τὸν δρόμο, μὲ τὴν ἀποτομιὰ ποὺ δείχνει, κι οὔτε, ἂν τὸν περπατήσει, θὰ φθάσει εὔκολα στὴν κορφή. Ὅτι σὰν φθάσει ὅμως ἐκεῖ πάνω, βλέπει πῶς στὴν πραγματικότητα ἦταν ἕνας δρόμος ἴσιος, ὄμορφος, εὔκολος, καλοδιάβατος
καὶ πιὸ εὐχάριστος ἀπὸ τὸν ἄλλο, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν κακία καὶ ποὺ ὁ ἴδιος ποιητὴς εἶπε ὅτι μονομιᾶς μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸν διαβεῖ, γιατί βρίσκεται κοντά μας. Ἐγὼ τὸ πιστεύω: Ὁ Ἡσίοδος ἱστόρησε ὅλα αὐτὰ γιὰ νὰ μᾶς παροτρύνει στὴν ἀρετή, νὰ σπρώξει τὸν καθένα στὸ καλό, νὰ μᾶς κάνει νὰ μὴ τὸ βάλουμε κάτω μπροστὰ στοὺς κόπους καὶ νὰ μὴ σταματήσουμε πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ δρόμου. Κι ὅποιος ἄλλος μὲ τέτοιο τρόπο τραγούδησε τὴν ἀρετή, ἂς γίνει ὁ λόγος του καλόδεχτος ἀπὸ μᾶς, μιὰ κι ὁδηγεῖ στὸν ἴδιο σκοπό.
Ἄκουσα κάποτε νὰ μιλᾶ σχετικὰ μ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ εἶχε τὴ δύναμη νὰ ἐμβαθύνει στὸ νόημα τῶν ποιητῶν. Ἔλεγε, λοιπόν, ὅτι ὅλη ἡ ποίηση τοῦ Ὁμήρου δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἕνας ὕμνος τῆς ἀρετῆς. Ὅλα, στὸν Ὅμηρο, ἐκτὸς ἀπὸ ὅ, τι εἶναι περιθωριακό, ἀποβλέπουν σ᾿ αὐτό.
Ἄκουσα κάποτε νὰ μιλᾶ σχετικὰ μ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ εἶχε τὴ δύναμη νὰ ἐμβαθύνει στὸ νόημα τῶν ποιητῶν. Ἔλεγε, λοιπόν, ὅτι ὅλη ἡ ποίηση τοῦ Ὁμήρου δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἕνας ὕμνος τῆς ἀρετῆς. Ὅλα, στὸν Ὅμηρο, ἐκτὸς ἀπὸ ὅ, τι εἶναι περιθωριακό, ἀποβλέπουν σ᾿ αὐτό.
Ἔτσι, λόγου χάρη, συμβαίνει μὲ ὅσα γράφει γιὰ τὸν Ὀδυσσέα, ποὺ σώθηκε γυμνὸς ἀπὸ τὸ ναυάγιο καί, στὴν ἀρχή, μὲ μόνη τὴν ἐμφάνισή του,
προκάλεσε τὸν σεβασμὸ τῆς βασιλοκόρης Ναυσικᾶς. Ἡ γύμνια του δὲν ἦταν ντροπή, γιατί ἀντὶ γιὰ ροῦχα ἦταν ντυμένος μὲ τὴν ἀρετή. Κι ὕστερα προκάλεσε ἀγαθὴ ἐντύπωση καὶ στοὺς ἄλλους Φαίακες, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ παρατήσουν τὴν τρυφηλὴ ζωή τους καὶ νὰ προσπαθοῦν, θαυμάζοντας τὸν, νὰ τὸν μιμηθοῦν. Καὶ στὸ στόμα κάθε Φαίακος,
τότε, ἄλλη εὐχὴ δὲν ὑπῆρχε παρὰ νὰ γίνει δεύτερος Ὀδυσσεας, ἔστω καὶ θαλασσοδαρμένος.
Γιατί -ἔλεγε ὁ ἑρμηνευτὴς ἐκεῖνος τοῦ ποιητικοῦ νοήματος- μὲ αὐτὰ ὁ Ὅμηρος διδάσκει
ξάστερα τὰ ἑξῆς: Ἄνθρωποι γυμνασθῆτε στὴν ἀρετή, ποὺ κολυμπᾶ μαζί σας στὸ ναυάγιο, κι ὅταν πατήσετε στὴ στεριὰ γυμνοί, θὰ σᾶς παραστήσει πιὸ τιμημένους ἀπὸ τοὺς ἀμέριμνους Φαίακες. Καί, πραγματικά, αὐτὸ εἶναι. Ὅλα τὰ ἄλλα, ποὺ τυχὸν ἔχουμε, ἀνήκουν ἐξ ἴσου στοὺς ἰδιοκτῆτες τους καὶ σὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον ἄνθρωπο. Πέφτουν πότε ἐδῶ καὶ πότε ἐκεῖ, ὅπως τὰ ζάρια. Ἡ μόνη ἀναφαίρετη ἰδιοκτησία εἶναι ἡ ἀρετή. Τὴν ἔχει δική του ὁ καθένας κι ὅσο ζῆ κι ὅταν φύγει ἀπ᾿ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο.
Γι᾿ αὐτὸ κι ὁ Σόλων, θαρρῶ, εἶπε στοὺς πλουσίους τό:Δὲν θ᾿ ἀνταλλάξουμε μαζί
τους τὸν πλοῦτο
μὲ τὴν ἀρετή. Πάντα ἐκείνη μένει,
ἐνῷ τὸ χρῆμα συχνὰ ἀπ᾿ τὸν ἕνα στὸν ἄλλο περνᾶ.
Παρόμοια εἶναι κι ὅσα λέγει ὁ Θέογνις. Ὁ κάθε θεὸς γέρνει πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τὸν ζυγὸ μὲ διαφορετικὸ πάντα τρόπο, ὥστε:
ἄλλοτε νὰ πλουτοῦν κι ἄλλοτε νὰ μὴν ἔχουν τίποτε.
Ἀλλὰ κι ὁ σοφιστὴς Πρόδικος, ὁ Κεῖος, ἐκφράζεται παρόμοια κάπου στὰ συγγράμματά του, φιλοσοφώντας γύρω ἀπὸ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν κακία. Ἂς δώσουμε, λοιπόν, καὶ σ᾿ αὐτὸν προσοχή, γιατί εἶναι ἀξιόλογος ἄνθρωπος. Διηγεῖται τὰ ἑξῆς, ἀπὸ ὅσο θυμᾶμαι, γιατί δὲν ἔχω ἀποστηθισμένο τὸν λόγο του, ποὺ εἶναι πεζὸς κι ὄχι σὲ στίχους. Ὅταν ὁ Ἡρακλῆς ἦταν ἀκόμα πολὺ νέος, σχεδὸν τῆς ἡλικίας σας, σκεφτόταν ποιὸν δρόμο νὰ πάρει, τὸν κοπιαστικὸ τῆς ἀρετῆς ἢ τὸν πολὺ εὔκολο.
μὲ τὴν ἀρετή. Πάντα ἐκείνη μένει,
ἐνῷ τὸ χρῆμα συχνὰ ἀπ᾿ τὸν ἕνα στὸν ἄλλο περνᾶ.
Παρόμοια εἶναι κι ὅσα λέγει ὁ Θέογνις. Ὁ κάθε θεὸς γέρνει πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τὸν ζυγὸ μὲ διαφορετικὸ πάντα τρόπο, ὥστε:
ἄλλοτε νὰ πλουτοῦν κι ἄλλοτε νὰ μὴν ἔχουν τίποτε.
Ἀλλὰ κι ὁ σοφιστὴς Πρόδικος, ὁ Κεῖος, ἐκφράζεται παρόμοια κάπου στὰ συγγράμματά του, φιλοσοφώντας γύρω ἀπὸ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν κακία. Ἂς δώσουμε, λοιπόν, καὶ σ᾿ αὐτὸν προσοχή, γιατί εἶναι ἀξιόλογος ἄνθρωπος. Διηγεῖται τὰ ἑξῆς, ἀπὸ ὅσο θυμᾶμαι, γιατί δὲν ἔχω ἀποστηθισμένο τὸν λόγο του, ποὺ εἶναι πεζὸς κι ὄχι σὲ στίχους. Ὅταν ὁ Ἡρακλῆς ἦταν ἀκόμα πολὺ νέος, σχεδὸν τῆς ἡλικίας σας, σκεφτόταν ποιὸν δρόμο νὰ πάρει, τὸν κοπιαστικὸ τῆς ἀρετῆς ἢ τὸν πολὺ εὔκολο.
Τὸν σίμωσαν, λοιπόν, δυὸ γυναῖκες, ἡ Ἀρετὴ κι ἡ Κακία. Ἡ διαφορά τους φάνηκε εὐθύς, μὲ τὴν ἐξωτερική τους ἐμφάνιση, πρὶν ἀκόμα ἀρθρώσουν λέξη. Ἢ μιὰ ἦταν στολισμένη φανταχτερὰ ἀπὸ τὴν κομμωτικὴ τέχνη, σὰν καλλονή, ἀλλὰ μὲ πλαδαρὲς σάρκες ἓξ αἰτίας τῆς τρυφηλῆς ζωῆς, κι ἀπὸ πίσω της ἔρχονταν ὅλα τὰ πάθη τῆς ἡδονῆς. Τὰ ἔδειχνε ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ συνόδευε μὲ πολλὲς ὑποσχέσεις, προσπαθώντας νὰ τραβήξει πρὸς τὸ μέρος τῆς τὸν Ἡρακλῆ. Ἢ ἄλλη ἦταν ἰσχνή, ἀτημέλητη, μὲ σοβαρὸ βλέμμα κι ἔλεγε πράγματα ἐντελῶς διαφορετικά. Δὲν ὑποσχόταν τίποτε τὸ ἀναπαυτικὸ καὶ τὸ εὐχάριστο. Ὑποσχόταν μονάχα χίλιους δυὸ κόπους κι ἱδρώτα καὶ κινδύνους παντοῦ, σὲ στεριὲς καὶ θάλασσες. Καὶ τὸ βραβεῖο, γιὰ ὅλα αὐτά, θὰ ἦταν νὰ γίνει ὁ Ἡρακλῆς θεὸς - ἔλεγε ὁ Πρόδικος. Κι ὅπως ξέρετε, ὁ Ἡρακλῆς, στὸ τέλος αὐτὴν ἀκολούθησε.
(Συνεχίζεται)
Ελληνισμός και Χριστιανισμός
Ρένος Κωνσταντίνου, Θεολόγος
1) Εισαγωγή
Θα πρέπει κατ’ αρχήν, προτού προσεγγίσουμε
αναλυτικά το θέμα μας, να ορίσουμε τι είναι ελληνισμός και τι είναι
χριστιανισμός.
Ο
Ηρόδοτος (περ. 480-430 π.Χ.) αναφέρει τέσσερα στοιχεία που προβάλλουν ως
χαρακτηριστικά της ενότητας των Ελλήνων: α) το αίμα, δηλαδή η κοινή καταγωγή,
β) η γλώσσα, γ) η θρησκεία και δ) τα ήθη. Σε τελική ανάλυση ο ελληνισμός είναι
κατά τον Ηρόδοτο πρωτίστως και κυρίως ένα γεγονός πολιτιστικό. Από τον 3ο αιώνα π.Χ. εως τον 4ο
αιώνα μ.Χ. η έννοια του ελληνισμού δεν αναφερόταν σε μια συγκεκριμένη φυλή,
αλλά στην παιδεία και τον πολιτισμό που χαρακτήριζε τη ζωή όλων σχεδόν των λαών
της Μεσογείου. Ο ελληνισμός για την εποχή αυτή είναι τελικά ένας τρόπος ζωής, μια ιδέα
πολιτισμού. Όσοι είναι κάτοχοι της ελληνικής παιδείας είναι Έλληνες.
Ο ελληνισμός είναι επίσης
μια κοσμοθεωρία, η οποία στηρίζεται στη φύση. Για τον λόγο αυτό ο ελληνισμός
είναι πολυθεϊστικός και ενδοκοσμικός. Στον ελληνισμό κοσμογονία και θεογονία
ταυτίζονται.
Ερχόμαστε τώρα στο
χριστιανισμό. Ο χριστιανισμός είναι μια κοσμοθεωρία, που βασίζεται στη χάρη του
ενός και μοναδικού Θεού, που δημιουργεί τον κόσμο και έτσι τον υπερβαίνει. Άρα
ο Θεός στο χριστιανισμό είναι υπερβατικός. Ο χριστιανισμός επιχειρεί και
πετυχαίνει να δώσει λύση σε πολλά προβλήματα του ανθρώπου, κυρίως υπαρξιακά και
να δώσει νόημα στη ζωή του. Εκείνο το οποίο υπόσχεται ο χριστιανισμός είναι
λύτρωση από τα δεσμά της φθοράς και του θανάτου.
Φυσικά ο χριστιανισμός, σε
αντίθεση με τον ελληνισμό, είναι μια θρησκεία και μάλιστα μονοθεϊστική. Μια
θρησκεία που έχει δημιουργηθεί εξ’ αποκαλύψεως. Ο χριστιανισμός ανήκει στις
λεγόμενες «θρησκείες του βιβλίου». Και τούτο διότι έχει ιερές γραφές,
θεόπνευστες, οι οποίες αποκαλύπτουν το αληθινό νόημα του κόσμου, την προέλευση
και τον προορισμό του ανθρώπου (δημιουργία κατ’ εικόνα Θεού, ανοδική πορεία προς το καθ’ ομοίωση, δηλαδή τη θέωση) κ.α.
Είναι μια θρησκεία επίσης του επέκεινα, δηλαδή της υπέρβασης της φύσης.
2) Τα προβλήματα και οι δυσκολίες
στη συνάντηση του χριστιανισμού με τον ελληνισμό
Η πορεία συνάντησης χριστιανισμού και ελληνισμού
η οποία είχε σαν συνέπεια την αλληλοεπίδραση μεταξύ τους, υπήρξε δύσκολη, μακρά
και επίπονη. Ο όρος «έλλην» ιδιαίτερα στους πρώτους χριστιανικούς συγγραφείς,
είχε την έννοια του ειδωλολάτρη. Δεν ήταν λίγες οι συγκρούσεις χριστιανών με
την ειδωλολατρία και την εθνική γνώση που κορυφώνονταν σε περιόδους κρίσης με
διωγμούς. Επίσης έχουμε και προσωπικές συνειδησιακές περιπέτειες ανθρώπων, όπως
ο Ωριγένης ή ο αυτοκράτορας Ιουλιανός που κινούνται συχνά μεταξύ ελληνισμού και
χριστιανισμού. Υπήρχαν αρκετά στοιχεία στην κοσμοθεωρία του ελληνισμού και του
χριστιανισμού τα οποία δημιουργούσαν αντίθεση μεταξύ των δύο κόσμων,
καθιστώντας τη συνάντηση του δύσκολη.
Ένα πρώτο στοιχείο του
ελληνισμού που έκλεινε το δρόμο συνάντησης με τον χριστιανισμό είναι ο πολυθεϊσμός.
Ο ελληνικός πολιτισμός είναι πολυθεϊστικός. Παρ’ όλο που ο ελληνισμός
χαρακτηρίζεται από έλλειψη θρησκευτικής μισσαλοδοξίας και ανεκτικότητα, εν
τούτοις το μεγάλο πρόβλημα ήταν ότι ο
χριστιανισμός είναι αυστηρά μονοθεϊστική θρησκεία.
Πρέπει όμως να
παραδεχτούμε και να σημειώσουμε ότι καίτοι πολυθεϊστικός, ο ελληνισμός, είχε
και μονοθεϊστικές τάσεις. Ήδη από ο Όμηρος ονομάζει το Δία «πατήρ θεών τε
ανδρων τε». Είναι σαφής η τάση εξύψωσης ενός θεού υπεράνω των άλλων.
Παρατηρείται δηλαδή πέρασμα από τον αδιαβάθμητο πολυθεϊσμό στον ιεραρχημένο πολυθεϊσμό και
τέλος στο μονοθεϊσμό, κάτι που με το χρόνο εντάθηκε. Ο ελληνισμός λοιπόν αν και
πολυθεϊστική, αλλά και πανθεϊστική θρησκεία, άρχισε να παρουσιάζει τάσεις και
στοιχεία μονοθεϊσμού και ενωθεϊσμού.
Ένα δεύτερο πρόβλημα ήταν η
εμμονή του ελληνισμού στον παρόντα κόσμο και την αξία του. Με άλλα λόγια η
επίμονη έμφαση στο «ενθάδε και νύν» της ζωής. Όταν ο απόστολος Παύλος μίλησε
από τους βράχους της Ακροπόλεως για την ανάσταση των νεκρών, οι Έλληνες ακροατές
του τον κοροΐδευαν, δείχνοντας τα οστά των νεκρών στους τάφους. Ο χριστιανισμός
ως γνωστό, χωρίς να περιφρονεί την παρούσα ζωή και τη σημασία της, τονίζει
περισσότερο την αξία της μεταθανάτιας μακαριότητας και πολύ περισσότερο την
ανάσταση των νεκρών κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Αυτό άλλωστε αποτελεί
θεμελιώδη αλήθεια και θεωρία του χριστιανισμού και αναφέρεται μεταγενέστερα στο
Σύμβολο της Πίστεως Νικαίας -Κωνσταντινουπόλεως.
Προχωρώντας, συναντάμε
ένα ακόμη εμπόδιο που καθιστά τη προσέγγιση ελληνισμού και χριστιανισμού
δύσκολη. Ο Χριστιανισμός, έχοντας τις ιστορικές καταβολές του στον Ιουδαϊσμό,
έφερε μαζί του μια θεώρηση του κόσμου που επικράτησε να την λέμε βιβλική.
Σύμφωνα με τη θεώρηση, αυτή ο κόσμος δεν είναι αυθυπόστατος, ούτε αυτεξήγητος.
Για να τον κατανοήσεις και να ζήσης
σωστά σ' αυτόν, πρέπει να πας πίσω από αυτόν, να προϋποθέτεις ένα ον εντελώς
ελεύθερο από τον κόσμο, τον Θεό, ο οποίος δεν ερμηνεύεται από τον κόσμο, αλλά
ερμηνεύει αυτός ως προϋπόθεση τον κόσμο. Ο Θεός λοιπόν στο χριστιανισμό είναι
εξωκοσμικός και υπερβατικός. Βρίσκεται έξω από τον κόσμο και τους νόμους του. Ο
κόσμος είναι δημιούργημα της αγαθότητας και της αγάπης του Θεού και
δημιουργήθηκε «εκ του μή όντος».
Από την άλλη στον ελληνισμό
κοσμογονία και θεογονία ταυτίζονται. Οι θεοί ζουν και δρούν μέσα στον κόσμο.
Άρα εδώ μιλάμε για ενδοκοσμικότητα των θεών . Ο θεός των Ελλήνων ήταν πάντοτε
δεμένος με τον κόσμο. Και όταν ακόμη ο θεός δημιουργεί τον κόσμο από τη θέλησή
του, όπως στον "Τίμαιο" του Πλάτωνος, τον δημιουργεί από ύλη πού
προϋπάρχει.
Θα ήταν ίσως παράλειψη να
μην αναφερθούμε εδώ και σε ένα άλλο σημαντικό γεγονός που καθιστούσε ακόμη πιο
δύσκολη την προσέγγιση χριστιανισμού και ελληνισμού. Ο ελληνισμός είναι ένας
τρόπος ζωής, μια ιδέα πολιτισμού όπως αναφέραμε. Από τον 3ο με 4ο
αιώνα όμως, ο ελληνισμός άρχισε να αποκτά εθνική, φυλετική και γεωγραφική
έννοια. Από την άλλη ο χριστιανισμός είναι κάτι πέρα από τον εθνοφυλετισμό.
Καταλαβαίνουμε λοιπόν το χάσμα μεταξύ των δύο.
Τέλος αξίζει να σημειωθεί
ότι την εποχή της συνάντησης ο ελληνισμός βρίσκεται σε γενική παρακμή, ώσπου
τελικά η φλόγα του αρχαίου ελληνισμού έσβησε. Ακόμη και ο απόστολος των εθνών
Παύλος βρήκε τον ελληνισμό σε θρησκευτική παρακμή.
3) Ο εκχριστιανισμός του ελληνισμού
και ο εξελληνισμός του χριστιανισμού
Όταν μιλάμε για εκχριστιανισμό του
ελληνισμού, εννοούμε τον εκχριστιανισμό ανθρώπων με ελληνική παιδεία. Αυτό είχε
σωτήριες συνέπειες για την εδραίωση και εξάπλωση του χριστιανισμού. Και τούτο διότι
οι άνθρωποι με ελληνική παιδεία, φορείς του ελληνικού πολιτισμού, είχαν την κατάρτιση και τις προϋποθέσεις
για να διαδώσουν το χαρμόσυνο μήνυμα του χριστιανικού κηρύγματος.
Από
την άλλη, ο εκχριστιανισμός του ελληνισμού, είχε σαν φυσική συνέπεια τον
εξελληνισμό του χριστιανισμού. Αυτό σημαίνει κυρίως μια τάση απόδοσης νοήματος
της παρούσας ζωής. Μάλιστα ο καθαρά εσχατολογικός χαρακτήρας του αρχέγονου
χριστιανισμού σταδιακά εξέπιπτε. Όμως ουδέποτε έπαψε το ευαγγελικό μήνυμα του
χριστιανισμού να έχει εσχατολογικό χαρακτήρα.
4) Επίλογος - Συμπεράσματα
Η συνάντηση χριστιανισμού και ελληνισμού
αποτελεί ένα γεγονός υψίστης σημασίας, τόσο για το χριστιανισμό, όσο και για
τον ελληνισμό. Η συνάντηση των δύο κόσμων
δημιούργησε αναπόφευκτά κάποιος συγκρούσεις. Και τούτο διότι πρόκειται για δύο
κοσμοθεωρίες με αρκετές αποκλίσεις. Δημιούργησε όμως και ιστορικής σημασίας
αλληλεπιδράσεις μεταμορφώσεις, τόσο στο χριστιανισμό, όσο και στον ελληνισμό.
Οι Έλληνες, δηλαδή οι κάτοχοι της ελληνικής
παιδείας, γνώρισαν το χριστιανισμό και τη σωτηρία και λύτρωση που αυτός
προσφέρει. Κάτι που όπως αναφέραμε, δεν μπορούσε να τους προσφέρει η ελληνική
ειδωλολατρική - πολυθεϊστική θρησκεία. Διότι πρόκειται για μια θρησκεία που
στηριζόταν αποκλειστικά στη φύση και αδυνατούσε να προσφέρει σωτηρία και
αθανασία σε προσωπικό επίπεδο. Αδυνατούσε να προσφέρει λύτρωση από τη φθορά και
το θάνατο.
Ο
χριστιανισμός από την άλλη πλευρά ωφελήθηκε τα μέγιστα από τη συνάντηση του με
τον ελληνισμό. Η ελληνική φιλοσοφία έγινε στα χέρια των Πατέρων της Εκκλησία
εύχρηστο εργαλείο για τη μετάδοση των αληθειών της χριστιανικής πίστης και την
απόκρουση των αιρετικών δοξασιών. Ο χριστιανισμός πηρέ από τον ελληνισμό τη
γλώσσα και τις μορφές εκφράσεως του. Με άλλα λόγια έκανε πλήρη χρήση του
ελληνικού πολιτισμού στα μέσα της εκφράσεως του[12].
Γεγονός που συνέβαλε, πέραν των όσων σημειώσαμε πιο πάνω και στη διάδοση και
εξάπλωση της χριστιανικής θρησκείας.
Τέλος επιβάλλεται να τονίσουμε ότι η
συνάντηση των δύο κόσμων, χριστιανισμού και ελληνισμού, υπήρξε και γεγονός τεράστιας
ιστορικής σημασίας για την πορεία της ανθρωπότητας και του πολιτισμού. Υπήρξε θα λέγαμε, ένα κοσμοσωτήριο λυτρωτικό
γεγονός.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου