Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2020

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ

 

Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ

Άντον Τσέρωφ



Ήταν δειλινό της Κυριακής των Βαϊων και στο γυναικείο μοναστήρι του Στάρο – Πετρόφσκι ψαλλόταν ο Εσπερινός. Η ώρα ήταν σχεδόν δέκα όταν μοιραζόντουσαν τα βάγια και το φως των μικρών καντηλιών, μπροστά από ις εικόνες, τρεμόπαιζε μέσα στο σκοτάδι αμυδρά. τα φυτίλια τους είχαν σχεδόν μισοκαεί και μια ελαφριά καπνώδης καταχνιά περιπλανιόταν στο χώρο του παρεκκλησιού. Καθώς οι πιστοί συνωθούντο προς τα μπρος, μέσα στο ημίφως, σαν τα διογκωμένα θαλάσσια κύματα, που βρίσκουν λύτρωση ξεσπώντας στην ακρογιαλιά, φαινόταν στον θεοφιλέστατο Πιότρ, ο οποίος αισθανόταν εδώ και τρεις μέρες μια αδιαθεσία, πώς όλοι αυτοί οι άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, νέοι και ηλικιωμένοι, που έρχονταν προς αυτόν για να πάρουν από το χέρι του τα βάγια, ήσαν πανομοιότυποι και όλοι είχαν την ίδια έκφραση στα μάτια τους. Δεν μπορούσε να δει την κεντρική είσοδο του παρεκκλησιού, εξαιτίας της ομίχλης του καπνού. Η ατέλειωτη μάζα των ανθρώπων γλιστρούσε συνέχεια προς αυτόν και έδινε την αίσθηση ότι θα συνέχιζε να συνωθείται και να περνά μπροστά του ασταμάτητα για πάντα. Στο μεταξύ ο γυναικείος χορός των καλογραιών συνέχιζε να ψέλνει ενώ μια μοναχή κανοναρχούσε.

Πόσο ζεστός και αποπνικτικός ήταν ο αέρας! Πόσο μακροσκελή και ατελείωτα τα ψαλσίματα! Ο θεοφιλέστατος ήταν κατάκοπος. Από τον αποστεγνωμένο και κατάξερο φάρυγγα του η αναπνοή του έβγαινε γρήγορα προκαλώντας πόνο. οι ώμοι του πονούσαν. τα πόδια του έτρεμαν. Οι περιστασιακές άναρθρες κραυγές κάποιου καθυστερημένου, που ξεφώνιζε από το γυναικωνίτη, τον ενοχλούσαν φοβερά. Και τώρα, σαν κορύφωση στην όλη μουντή και οδυνηρή ατμόσφαιρα, ο Θεοφιλέστατος διέκρινε, σαν μέσα από πυρετική έξαψη, την ίδια τη μητέρα του – που ‘χε εννέα χρόνια να την δει – να ‘ρχεται προς το μέρος του μέσα από το πλήθος. Αυτή, η κάποια άλλη ηλικιωμένη γυναίκα φτυστό της αντίγραφο, πήρε ένα κλώνο βάγια από το χέρι του και απομακρύνθηκε κοιτώντας τον όλη την ώρα με ένα χαρούμενο, γλυκό χαμόγελο, έως ότου χάθηκε μέσα στο πλήθος. Για κάποιο άγνωστο λόγο δάκρυα άρχισαν να τρέχουν κυλώντας στα μάγουλά του. Η καρδιά του γέμισε ευτυχία και ειρήνη και η ματιά του προσηλώθηκε σ’ ένα μακρινό σημείο στην άκρη του παρεκκλησιού, όπου διαβάζονταν τα αναγνώσματα και όπου καμιά ανθρώπινη ύπαρξη δεν ήταν ευδιάκριτη μέσα στις σκιές. Τα δάκρυα λαμπύρισαν στα μάγουλα και στο γένι του. Τότε κάποιος που στεκόταν κοντά του άρχισε να δακρύζει και αυτός, έπειτα και ένας άλλος και άλλος, έως ότου σιγά - σιγά το παρεκκλήσι γέμισε από ένα αχνό θρηνώδη ήχο. ξαφνικά ο γυναικείος χορός των καλογραιών ξανάρχισε να ψάλλει, ο θρηνώδης ήχος σταμάτησε και όλα συνεχίστηκαν όπως και προηγουμένως.

Πολύ σύντομα μετά από αυτό η ακολουθία τελείωσε. Οι χαρμόσυνες, πανηγυρικές νότες από τις βαριές καμπάνες του παρεκκλησίου διέσχισαν εκκωφαντικά το φεγγαρόλουστο κήπο, καθώς ο Επίσκοπος ανέβηκε τα σκαλοπάτια της άμαξας του και έφυγε. Οι λευκοί τοίχοι, οι σταυροί των τάφων, οι ασημοντυμένες σημύδες και το απόμακρο φεγγάρι, που κρεμόταν ακριβώς πάνω από το μοναστήρι, όλα φαίνονταν να επιβιώνουν με το δικό τους ξεχωριστό τρόπο ζωής, ακατανόητο ίσως, πολύ κοντινό όμως προς αυτόν του ανθρώπινου γένους. Ήταν οι πρώτες μέρες του Απρίλη και μιά ψυχρή νύχτα είχε διαδεχθεί μιά ζεστή ανοιξιάτικη μέρα. Μιά ελαφριά πάχνη έπεφτε, αλλά η ανάσα της άνοιξης μπορούσε να γίνει αντιληπτή στο μαλακό, δροσερό αέρα. Ο δρόμος που ξεκινούσε από το μοναστήρι ήταν αμμώδης. τα άλογα υποχρεώνονταν να προχωρούν σε ρυθμό βάδην. και, λουσμένος στο λαμπρό, γαλήνιο φεγγαρόφωτο, ένας χείμαρρος προσκυνητών κυλούσε αργά και από τις δυό πλευρές της άμαξας. Όλοι ήσαν παραδομένοι στις σκέψεις τους, σιωπηλοί. Όλα γύρω τους: τα δένδρα, ο ουρανός, ακόμη και το φεγγάρι, φάνταζαν τόσο νέα και οικεία και φιλικά και ζεστά, που όλοι ήσαν τώρα πια απρόθυμοι να διαλύσουν αυτή την υπέροχη μαγεία, η οποία ήλπιζαν πως ίσως διαρκέσει για πάντα.

Επιτέλους, κάποια στιγμή, η άμαξα κατάφερε να μπει στην πόλη και κατευθύνθηκε προς τον κεντρικό δρόμο. Όλα τα καταστήματα ήταν πια κλειστά εκτός από εκείνο του Έρακιν, του εκατομμυριούχου εμπόρου. Δοκίμαζε για πρώτη φορά τα ηλεκτρικά του φώτα, που άστραφταν τόσο έντονα, ώστε ένα πλήθος είχε συγκεντρωθεί μπροστά από το κατάστημά του. Λίγο μετά συνάντησαν σε μια ατελείωτη ακολουθία τους πλατείς, σκοτεινούς δρόμους, και έπειτα τη δημοσιά και τους αγρούς και τη μυρωδιά των πεύκων. Ξαφνικά αχνοϋφάνθηκε μπρός του ένας λευκός πυργωτός τοίχος και πιο πίσω απ' αυτόν υψώθηκε ένα ψηλό καμπαναριό στεφανωμένο με πέντε απαστράπτοντες χρυσούς τρούλους, όλα λουσμένα στο ασημένιο φεγγαρόφωτο. Ήταν το μοναστήρι του Πανκρατιέφσκι, όπου ο θεοφιλέστατος Πιότρ κατοικούσε. Και εδώ, επίσης, το ήρεμο, προστατευτικό φεγγάρι φαινόταν να λικνίζεται ακριβώς πάνω από το μοναστήρι. Η άμαξα πέρασε την κεντρική πύλη, ενώ οι τροχοί της έτριζαν περνώντας πάνω από την άμμο. Εδώ και κει οι σκούρες φιγούρες των μοναχών πρόβαλαν ξαφνικά από τις σκιές στο φεγγαρόφωτο και βήματα αντηχούσαν στα λιθόστρωτα μονοπάτια.

«Η μητέρα σας ήρθε, ενώ λείπατε, Θεοφιλέστατε», ένας δόκιμος είπε στον Επίσκοπο, καθώς αυτός έμπαινε στο δωμάτιό του.

«Η μητέρα μου; Πότε ήρθε;»

«Πριν τον Εσπερινό. Πρώτα ανακάλυψε που ήσασταν και κατόπιν κατευθύνθηκε στο γυναικείο μοναστήρι».

«Τότε αυτή ήταν που είδα τώρα δα στο παρεκκλήσι!

Ω, Επουράνιε Πατέρα!»

Και ο Θεοφιλέστατος γέλασε από χαρά.

«Μου είπε να σας πω, Θεοφιλέστατε,» ο δόκιμος συνέχισε, ότι θα 'ρθει πάλι αύριο. Είχε ένα μικρό κορίτσι μαζί της - την εγγονή της νομίζω. Θα διανυκτέρευε στο πανδοχείο του Οσβιανίκωφ».

«Τι ώρα είναι τώρα;»

«Περασμένες ένδεκα»

«Τι μπελάς!»

Ο Θεοφιλέστατος κάθισε αναποφάσιστα στο καθιστικό του Δεσποτικού, απρόθυμος να πιστέψει ότι ήδη ήταν τόσο αργά. Οι ώμοι και τα πόδια του τον βασάνιζαν από τον πόνο, ο αυχένας του τον πονούσε φρικτά και ένιωθε δυσάρεστα και πυρετικά. Αφού ξεκουράστηκε για λίγα λεπτά, πέρασε στο υπνοδωμάτιο του και εκεί κάθισε, πάλι, και ονειροπόλησε τη μητέρα του. Άκουσε τον δόκιμο να απομακρύνεται και τον πατέρα Σισώη, τον ιερομόναχο, να βήχει στο διπλανό δωμάτιο. Το μεγάλο ρολόι του μοναστηριού κτύπησε το τέταρτο.

Ξεντύθηκε και άρχισε να προσεύχεται. Κάνοντας τον κανόνα του, προσευχήθηκε με τις γνωστές παλιές οικείες λέξεις με ευσυνείδητη προσοχή στην εκφορά τους, και ταυτόχρονα σκεφτόταν τη μητέρα του. Είχε εννέα παιδιά και σαράντα περίπου εγγόνια. Είχε ζήσει από τα δεκαεπτά της ως τα εξήντα της με τον άντρα της, το διάκο, σ' ένα μικρό χωριό. Ο Θεοφιλέστατος την θυμόταν από τα πρώιμα παιδικά του χρόνια και, μμμ, πόσο την είχε αγαπήσει! Ω, αυτή η αγαπημένη, η πολύτιμη, η αξέχαστη παιδική του ηλικία! Γιατί άραγε εκείνα τα χρόνια της αθωότητας, που ' χαν ξεθωριάσει και χαθεί για πάντα, να φαίνονται πιο λαμπερά, πιο πολύτιμα, πιο εύθυμα, από ότι στην πραγματικότητα ήταν; Πόσο τρυφερή και εξυπηρετική ήταν η μητέρα του, όταν ήταν άρρωστος στην παιδική του ηλικία! Η προσευχή του ανακατευόταν με τις αναμνήσεις του, που πυράκτωναν, όλο πιο λαμπερές και αστραφτερές σαν φλόγα, την καρδιά του, αλλά δεν παρεμπόδιζαν τις σκέψεις του για τη μητέρα του.

Σαν απόσωσε την καθιερωμένη, τυπική προσευχή του κανόνα του, ξάπλωσε στο κρεβάτι του και, μόλις βρέθηκε στο σκοτάδι, τότε εμφανίσθηκαν μπρός στα μάτια του σαν όραμα, ο πεθαμένος πατέρας του, η μητέρα του και η Λυεζόπολη, η γενέτειρα του. Το τρίξιμο από τους τροχούς των κάρων, τα βελάσματα των προβάτων, ο ήχος από τις καμπάνες της εκκλησίας στο καθάριο καλοκαιρινό πρωινό, ούπς, πόσο ευχαριστιόταν να θυμάται όλα αυτά! Έφερε στο νου του τον πατέρα Συμεών, τον ηλικιωμένο ιερέα της Λυεζόπολης, τον καλόκαρδο, προσηνή και ευπροσήγορο γεράκο. Ήταν απ' τη φύση του μικροσκοπικός, ενώ ο γιος του ήταν ένας πελώριος γεροδεμένος δόκιμος με μια φοβερή μπάσα φωνή. Θυμόταν πως αυτός ο νεαρός κληρικός κατσάδιασε μια φορά το μάγειρο και είχε τσιρίξει θυμωμένα: «Ε! συ άχρηστη όνος του Ιεχωβά!» Και ο πατήρ Συμεών δεν είχε πει τίποτα, μόνο που είχε κατακοκκινίσει από ντροπή, γιατί σ' όλη του τη ζωή δεν θυμόταν να 'χει διαβάσει στην Αγία Γραφή για καμιά όνο με αυτό το όνομα!

Τον πατέρα Συμεών είχε διαδεχθεί ο πατήρ Δαμιανός, που ήταν σκληρός πότης και κάποιες φορές γινόταν τόσο στουπί, που έλεγε πως έβλεπε πράσινα φίδια. Γι' αυτό και το παρατσούκλι του στο χωριό ήταν: «Δαμιανός ο Φιδομάντης». Ο Ματέι Νικόλαϊτς ήταν ο διευθυντής του σχολείου, ένας ευγενικός, μορφωμένος άνδρας, αλλά σκληρός πότης επίσης. Ποτέ δεν ξυλοφόρτωνε τους μαθητές του, αλλά για κάποιο ανεξήγητο λόγο φύλαγε ένα μικρό καδράκι φτιαγμένο από κλαδάκια σημύδας κρεμασμένο στον τοίχο, κάτω από το οποίο βρισκόταν μια ταμπέλα που έγραφε μια εντελώς ακατάληπτη επιγραφή: «Betula Kinderbalsamica Secuta». Είχε ακόμη ένα μαλλιαρό μαύρο σκύλο, που τον φώναζε:« Συντακτικό».

Ο Επίσκοπος γέλασε. Οκτώ μίλια από τη Λυεζόπολη βρισκόταν το χωριό Όμπνινο, που κατείχε μια θαυματουργή εικόνα. Μια θρησκευτική πομπή ξεκινούσε από το Όμπνινο κάθε καλοκαίρι λιτανεύοντας τη θαυματουργή εικόνα και γυροφέροντας την σε όλα τα γειτονικά χωριά. Οι καμπάνες των εκκλησιών ηχούσαν κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας, πρώτα στο ένα χωριό, έπειτα στο άλλο, και στο μικρό Πάβελ - ο Θεοφιλέστατος ονομαζόταν τότε μικρός Πάβελ - ο ίδιος ο αέρας φαινόταν να ριγεί με έκσταση. Ξυπόλυτος, ξεσκούφωτος και απέραντα ευτυχισμένος, ακολουθούσε την εικόνα με ένα ανεπιτήδευτο χαμόγελο στα χείλη του και μια απλοϊκή πίστη στην καρδιά του.

Μέχρι τα δεκαπέντε του ο μικρός Παβέλ ήταν τόσο καθυστερημένος στα μαθήματα του, ώστε οι γονείς του είχαν σκεφθεί να τον σταματήσουν από την εκκλησιαστική σχολή και να τον βάλουν να δουλέψει στο κατάστημα του χωριού.

Ο Επίσκοπος στριφογύρισε τόσο ώστε να διακόψει τον ειρμό των σκέψεων του και προσπάθησε να κοιμηθεί.

«Η μητέρα μου ήρθε!» σκέφθηκε και γέλασε.

Το φεγγάρι έστελνε τις λαμπερές του ακτίνες μέσα από το παράθυρο και το πάτωμα άστραφτε από την αντανάκλαση τους, ενώ αυτός κειτόταν στη σκιά. Ένας γρύλος ακουγόταν. Ο πατήρ Σισώης ροχάλιζε στο διπλανό δωμάτιο και στα αυτιά του Δεσπότη έφθανε μια μίζερη, ελάχιστα φιλική, πλανόδια νότα από το ανεβοκατέβασμα του ρυθμού της αναπνοής του γέρου ιερομόναχου.

Ο πατήρ Σισώης ήταν κάποτε οικονόμος ενός Μητροπολίτου και ήταν πια γνωστός ως πατήρ πρώην Οικονόμος. Ήταν εβδομήντα χρονών και ζούσε άλλοτε σε ένα μοναστήρι δεκάξι μίλια μακριά, άλλοτε στην πόλη, άλλοτε όπου τύχαινε να βρίσκεται. Πριν τρεις μέρες είχε εμφανισθεί τυχαία στο μοναστήρι του Πανκρατιέφσκι, και ο Δεσπότης τον είχε κρατήσει εδώ με σκοπό να συζητήσει μαζί του, σε ώρες ξεκούρασης και ηρεμίας, τις υποθέσεις του μοναστηριού.

Η καμπάνα για τον Όρθρο κτύπησε στις μιάμισυ. Ο πατήρ Σισώης έβηξε, μούγκρισε κάτι και σηκώθηκε.

«Πάτερ Σισώη!» φώναξε ο Δεσπότης.

Ο πατήρ Σισώης παρουσιάσθηκε ντυμένος με ένα λευκό αντερί, κρατώντας στο χέρι του ένα κηροπήγιο.

«Δεν μπορώ να κοιμηθώ», είπε ο Δεσπότης. «Πρέπει να 'μαι άρρωστος. Δεν ξέρω τι τρέχει. έχω πυρετό».

«Κρύωσες Δεσπότη μου. Πρέπει να σε τρίψω με ζωικό λίπος».

Ο πατήρ Σισώης στάθηκε για λίγο κοιτώντας τον και χασμουρήθηκε: «Αχχ - Σπλαχνίσου μας Κύριε!»

«Ο Έρακιν ηλεκτροδότησε το μαγαζί του πια - το μισώ!», συνέχισε.

Ο πατήρ Σισώης ήταν γέρος, με κυρτωμένους ώμους και αδύνατος. Πάντοτε δυσαρεστιόταν με τούτο ή το άλλο και τα μάτια του - που πετάγονταν έξω σαν αυτά του κάβουρα - είχαν πάντοτε νια θυμωμένη έκφραση.

«Μα το Θεό, δεν μου αρέσει καθόλου», επανέλαβε, «το μισώ».

Την επόμενη μέρα, Κυριακή των Βαΐων, ο Θεοφιλέστατος χοροστάτησε στον καθεδρικό Ναό της πόλης. Κατόπιν επισκέφθηκε το Μητροπολίτη της περιοχής και υπέβαλε καθηκόντως τα σέβη του. Ύστερα πήγε στο σπίτι της συζύγου ενός στρατηγού, που ήταν άρρωστη και στο τέλος επέστρεψε στο κατάλυμά του. Στις δύο μ.μ., δυό αγαπημένοι γευμάτισαν μαζί του, η ηλικιωμένη μητέρα του και η μικρή ανηψιά του, Κάτια, παιδί οκτώ χρονών. Ο ανοιξιάτικος ήλιος κρυφοκοίταζε κεφάτα μέσα από τα παράθυρα, σαν κάθησαν να γευματίσουν, και έλαμπε εύθυμα παιχνιδίζοντας στο λευκό τραπεζομάντηλο και στα κόκκινα μαλλιά της Κάτιας. Από τα δίπλα τζάμια άκουγαν τα κοράκια να κρώζουν και τις καρακάξες να φλυαρούν στον κήπο.

«Πέρασαν εννιά χρόνια από τότε που σε είδα για τελευταία φορά» είπε η γριά μητέρα, «και παρ' όλα αυτά, όταν σ' αντίκρισα στο παρεκκλήσι του γυναικείου μοναστηριού χθες, σκέφθηκα μέσα μου: " Ας με συγχωρέσει ο Θεός, δεν άλλαξε ούτε τόσο δα". Ίσως να 'σαι μόνο λίγο λεπτότερος απ' ότι ήσουν, και η γενειάδα σου έχει μακρύνει περισσότερο. Ω, Παναγία μου, Βασίλισσα των Ουρανών! Όλοι σιγόκλαιγαν χθές. Μόλις σε είδα, δάκρυσα και η ίδια. Δεν ξέρω γιατί. Ας γίνει το θέλημα Του!»

Παρ' όλη τη στοργή με την οποία τα 'πε, ήταν φανερό ότι ανησυχούσε. Ήταν σαν να μην ήξερε αν έπρεπε να απευθύνεται στον Επίσκοπο με το οικείο «συ» η το τυπικό «σεις» και αν όφειλε να γελά ή όχι. Φαινόταν να αισθάνεται μπροστά του μάλλον σαν φτωχή σύζυγος διακόνου, παρά σαν μητέρα. Εν τω μεταξύ η Κάτια καθόταν με τα μάτια της προσηλωμένα στο πρόσωπο του θείου της του Δεσπότη, σαν να προσπαθούσε να αντιληφθεί τι είδους άνθρωπος ήταν. Τούφες απ' τα μαλλιά της είχαν ξεφύγει από το κοκκαλάκι της και το φιόγκο από βελούδινη κορδέλα και στέκονταν ισομερώς γύρω από το κεφάλι της σαν φωτοστέφανο. Τα μάτια της είχαν ένα λαμπρό κοκκινωπό καφέ χρώμα. Είχε ήδη σπάσει ένα ποτήρι λίγο πριν καθήσει στο τραπέζι, και τώρα, καθώς μιλούσε, η γιαγιά της δεν έπαυε να μετακινεί πρώτα ένα νεροπότηρο, και έπειτα ένα κρασοπότηρο, μακριά της. Καθώς ο Επίσκοπος καθόταν ακούγοντας τη μητέρα του, θυμόταν πως πολλά, πολλά χρόνια πριν, μερικές φορές έπαιρνε αυτόν, τους αδελφούς και τις αδελφές του μαζί της για να επισκεφθούν συγγενείς, που αυτή θεωρούσε πλούσιους. Τότε ήταν διαρκώς απασχολημένη με το να προσέχει τα παιδιά της μην κάνουν καμιά ζημιά, και τώρα έκανε το ίδιο και με τα εγγόνια της, και είχε έρθει εδώ να τον επισκεφθεί με την Κάτια, κάνοντας το ίδιο.

«Η αδελφή σας Βαρένκα έχει τέσσερα παιδιά» -τον πληροφόρησε- «η Κάτια είναι το μεγαλύτερο. Ο Θεός ξέρει γιατί ο πατέρας της αρρώστησε και πέθανε τρεις μέρες πριν την Κοίμηση της Θεοτόκου. Έτσι η Βαρένκα μου βρέθηκε μόνη της να παλεύει σ' ένα αφιλόξενο κόσμο».

«Τι κάνει ο αδελφός μου Νικάνωρ;» ο Επίσκοπος ρώτησε.

«Είναι καλά, δόξα τω Θεώ. Είναι πολύ καλά, δοξασμένο να 'ναι το όνομα του Κυρίου. Αλλά ο γιός του ο Νικολάσα δεν θέλει να ιερωθεί, σπουδάζοντας σε κάποια εκκλησιαστική σχολή, και αντί γι' αυτό βρίσκεται σ' ένα κολέγιο για να σπουδάσει γιατρός. Νομίζει πως είναι καλύτερα έτσι, αλλά ποιος ξέρει; Όπως και να 'ναι ας γίνει το θέλημα του Θεού!»

«Ο Νικολάσα τεμαχίζει νεκρούς» είπε η Κάτια, χύνοντας κάμποσο νερό πάνω στην ποδιά της.

«Κάτσε ήσυχη πια παιδί μου», παρατήρησε η γιαγιά της, παίρνοντας ήρεμα το νεροπότηρο απ' το χέρι της.

«Πόσος καιρός πάει από τότε που έχουμε να ιδωθούμε!» αναφώνησε ο Θεοφιλέστατος, χαϊδεύοντας τρυφερά τους ώμους και το χέρι της μητέρας του. «Μου 'λειψες, όσο ήμουν στο εξωτερικό! Μου 'λειψες τρομερά!»

«Σ' ευχαριστώ. Σ' ευχαριστώ πολύ, καρδιά μου!»

«Συνήθιζα να στέκομαι στο παράθυρό μου τα βράδια, ακούγοντας την μπάντα να παίζει, και αισθανόμουνα τόσο μόνος και έρημος. Μερικές φορές αισθανόμουνα τόση νοσταλγία για την πατρίδα, που συνήθιζα να σκέπτομαι πως θα μπορούσα ευχαρίστως να δώσω ότι είχα στον κόσμο για να δω, έστω φευγαλέα, εσένα και την πατρίδα».

Η μητέρα του χαμογέλασε λάμποντας από χαρά, και έπειτα αστραπιαία έγινε σοβαρή και απάντησε τυπικά:

«Σας ευχαριστώ πολύ!»

Η διάθεση του Δεσπότη άλλαξε. Κοίταξε τη μητέρα του και δεν μπορούσε να καταλάβει που είχε αποκτήσει αυτή τη γεμάτη ταπεινόσχημο και δουλοπρεπή σεβασμό έκφραση του προσώπου και της φωνής της και τι μπορούσε να σημαίνει αυτό. Σχεδόν δεν την αναγνωρίζει και αισθάνθηκε στενοχώρια και ενόχληση. Εκτός αυτού ο πονοκέφαλος συνεχιζόταν και τα πόδια του έτρεμαν απ' τον πόνο. Το ψάρι που έτρωγε είχε μια αηδιαστική γεύση και διψούσε πολύ.

Μετά το γεύμα δυό πλούσιες σύζυγοι γαιοκτημόνων τον επισκέφθηκαν και κάθησαν μιάμισυ ώρα συνοφρυωμένες και σοβαρές, χωρίς να βγάλουν απ' το στόμα τους ούτε μια λέξη. Κατόπιν δέχθηκε ένα αρχιμανδρίτη, σκυθρωπό και μαζεμένο, που 'χε έρθει για υπηρεσιακά ζητήματα. Έπειτα οι καμπάνες σήμαναν για Εσπερινό, ο ήλιος έδυσε πίσω από το δάσος, και η μέρα έκλεισε. Μόλις επέστρεψε από την εκκλησία, ο Δεσπότης διάβασε τις προσευχές του κανόνα του χωρίς σχεδόν να προσέχει το νόημά τους, και ξάπλωσε στο κρεβάτι, σύροντας τις κουβέρτες μέχρι πάνω σκεπάζοντας σχεδόν τ' αυτιά του. Το φεγγαρόφωτο τον ενοχλούσε, και σύντομα ήχος φωνών έφθασε στ' αυτιά του. Ο πατήρ Σισώης συζητούσε για πολιτικά θέματα με τη μητέρα του στο διπλανό δωμάτιο.

«Διεξάγεται ένας πόλεμος αυτή τη στιγμή στην Ιαπωνία», έλεγε ο πατήρ Σισώης. «Οι Ιάπωνες ανήκουν στην ίδια φυλή με τους Μοντενέγρους. Βρέθηκαν κάτω από τον τουρκικό ζυγό την ίδια χρονική περίοδο».

Και τότε ο Επίσκοπος άκουσε τη φωνή της μητέρας του να λέει:

«Και έτσι, βλέπετε, μόλις είχαμε διαβάσει τις προσευχές μας και είχαμε πιεί το τσάι μας, επισκεφθήκαμε τον πατέρα Γιέγκορ-».

Συνέχισε να επαναλαμβάνει αδιάκοπα τη φράση: «είχαν πιεί τσάι», λες και το μόνο πράγμα που ήξερε να κάνει στη ζωή της ήταν να πίνει τσάι.

Οι αναμνήσεις από τη ζωή στην εκκλησιαστική σχολή και στο κολέγιο αργά και αχνά έπαιρναν μορφή και σχήμα στο μυαλό του Επισκόπου. Ήταν δάσκαλος των Ελληνικών για τρία χρόνια, ώσπου πια δεν μπορούσε να διαβάζει χωρίς γυαλιά, και τότε εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε. Στα τριάντα δύο του προήχθη σε διευθυντή εκκλησιαστικής σχολής και προεχειρίσθη σε αρχομανδρίτη. Τον καιρό εκείνο η ζωή του ήταν τόσο εύκολη και ευχάριστη και φαινόταν να εκτείνεται τόσο μακριά, βαθιά στο μέλλον, που ο ίδιος δεν μπορούσε να δει κανένα απολύτως τέλος σ' αυτήν. Η υγεία του όμως κλονίσθηκε και σχεδόν έχασε την όρασή του. Οι γιατροί τον συμβούλευσαν να παραιτηθεί από τη διεύθυνση της σχολής και να ταξιδεύσει στο εξωτερικό.

«Και τι κάνατε μετά;» ρώτησε ο πατήρ Σισώης στο γειτονικό δωμάτιο.

«Μα ήπιαμε τσάι» απάντησε η μητέρα του.

«Γιατί, παππούλη, τα γένια σας είναι πράσινα;» ξεφώνισε η Κάτια ξαφνικά και έσκασε στα γέλια.

Ο Επίσκοπος θυμήθηκε ότι το χρώμα της γενειάδας του πατρός Σισώη ήταν πράγματι στις άκρες της πρασινωπό και γέλασε κι ο ίδιος.

«Θεέ μου! Τι βάσανο είναι αυτό το παιδί», κραύγασε ο πατήρ Σισώης με δυνατή φωνή, αρχίζοντας να θυμώνει. «Πόσο παραχαϊδεμένη είσαι! Ησύχασε πια».

Ο Επίσκοπος ανακάλεσε στη μνήμη του την καινούργια ολόλευκη εκκλησία στην οποία λειτουργούσε, όταν ήταν στο εξωτερικό, και τον ήχο από τον απαλό κυματισμό της ζεστής θάλασσας. Οκτώ ολόκληρα χρόνια κύλησαν σαν νερό, όταν ήταν εκεί. Έπειτα τον ανεκάλεσαν στη Ρωσία και τώρα πια ήταν ήδη Επίσκοπος, και το παρελθόν είχε ξεθωριάσει σιγά-σιγά μέσα στην αχλύ του χρόνου, σαν να μην ήταν τίποτα περισσότερο από ένα όνειρο.

Ο πατήρ Σισώης μπήκε στο δωμάτιό του κρατώντας στο χέρι του ένα κηροπήγιο.

«Μπα, μπα!» ξεφώνισε έκπληκτος. «Ξυπνήσατε κιόλας, Θεοφιλέστατε;»

«Γιατί όχι;»

«Είναι νωρίς ακόμη. μόλις δέκα η ώρα! Αγόρασα ένα κομμάτι βαμβακερό ύφασμα αυτό το απόγευμα και ήθελα να σας τρίψω με ζωικό λίπος».

«Έχω πυρετό», είπε ο Επίσκοπος και ανακάθησε. «Υποθέτω πως κάτι πρέπει να γίνει. Το κεφάλι μου βουίζει και αισθάνομαι τρομερά άκεφος και αδιάθετος».

Ο πατήρ Σισώης άρχισε να τρίβει το στήθος και την πλάτη του Επισκόπου με το ζωικό λίπος .

«Άκου και φρίξε »τσίριξε. «Ω, Μεγαλοδύναμε Θεέ! Φρίξον ήλιε! Πήγα μέχρι την πόλη σήμερα και είδα αυτόν -πως τον λένε καλέ;-αυτόν τον πρωτοπρεσβύτερο το Σιντόνσκι. Ήπια και τσάι μαζί του. Τον μισώ! Ω Θεέ μεγαλοδύναμε! Άκου! Τον μισώ!»

Ο Μητροπολίτης της περιοχής ήταν πολύ γέρος και τετράπαχος, και ένα μήνα τώρα άρρωστος και για τα καλά κρεβατωμένος από αρθρίτιδα. Έτσι ο θεοφιλέστατος Πιότρ αναγκάσθηκε να τον επισκέπτεται σχεδόν κάθε μέρα και να δέχεται σε ακρόαση τους ανθρώπους που επισκέπτονταν το Μητροπολίτη αντί γι' αυτόν. Και τώρα, που ήταν και αυτός άρρωστος, του προκαλούσε φρίκη και μόνο η σκέψη από τις ασημαντότητες και μηδαμινότητες που ζητούσαν σαν χάρη και για τις οποίες έχυναν βρύσες τα δάκρυα οι επισκέπτες. Αισθανόταν εξοργισμένος με την άγνοια και τη λιποψυχία τους. Αυτός καθ΄αυτόν ο αριθμός όλων τούτων των άχρηστων κοινοτοπιών τον κατέθλιβε και αισθανόταν πως μπορούσε να καταλάβει το Μητροπολίτη, που είχε συγγράψει Μαθήματα Ελεύθερης Θέλησης όταν ήταν νέος, και τώρα φαινόταν τόσο απορροφημένος στις ασήμαντες λεπτομέρειες, ώστε η μνήμη οτιδήποτε άλλου, ακόμη και του Θεού, να τον έχει εγκαταλείψει. Ο θεοφιλέστατος Πιότρ πρέπει να 'χε χάσει την επαφή του με το ρωσικό τρόπο ζωής, ενώ βρισκόταν στο εξωτερικό, μια και του ήταν εξαιρετικά δύσκολο να προσαρμοσθεί πάλι σ' αυτόν τώρα. Οι άνδρες φαίνονταν τραχείς και άξεστοι, οι γυναίκες κουτές ανυπόφορες και πληκτικές. τα μαθητούδια συχνά ανεξέλεγκτα και άτακτα και οι δάσκαλοί τους αμόρφωτοι. Και ύστερα αυτά τα χιλιάδες έγγραφα που πέρναγαν απ' τα χέρια του! Και οι διάφοροι αρχιερατικοί επίτροποι που συντασσαν εκθέσεις καλής συμπεριφοράς για όλους τους ιερείς - νέους και ηλικιωμένους - της μητροπολιτικής περιφέρειας και τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους ! Και ο ίδιος που ΄ταν υποχρεωμένος να συζητά για όλα αυτά τα κουτσομπολιά και να τα διαβάζει και να γράφει σοβαροφανή σχόλια στο περιθώριο των αναφορών.

Και δεν είχε ούτε μια τόση δα στιγμούλα που θα μπορούσε να την αφιερώσει αποκλειστικά στον εαυτό του! ΄Ολη την ημέρα τα νεύρα του κόντευαν να σπάσουν και άρχιζε να χαλαρώνει και να γαληνεύει μόνο σαν βρισκόταν μέσα στο Ναό.

Δεν μπορούσε να εξοικειωθεί εύκολα με το φόβο και τρόμο, που άθελά του προκαλούσε σε όποιον τον πλησίαζε, παρά τους ήσυχους και σμνούς τρόπους συμπεριφοράς του. ΄Ολοι στη μητροπολιτική περιφέρεια φαίνονταν να ζαρώνουν, να σιγοτρέμουν και να μισοαπλογούνται, μόλις έριχνε μια εξεταστική ματιά πάνω τους. ΄Ολοι έτρεμαν μόλις εμφανιζόταν ακόμη και οι ηλικιωμένοι πρωτοπρεσβύτεροι γονάτιζαν μπρος στα ποδια του, και πολύ πρόσφατα μια από τις επισκέπτριες - η γριά σύζυγος ενός παπά από χωριό - είχε μείνει άφωνη από τον τρόμο και είχε φύγει χωρίς να ζητήσει τίποτα. Και αυτός , που δεν ήταν ποτέ μα ποτέ ικανός να εκστομίσει μια αυστηρή λέξη στα κηρύγματά του και που δεν είχε ποτέ κατακρίνει τους ανθρώπους, γιατί τους ευσπλαχνιζόταν τόσο πολύ, εξαγριωνόταν τόσο με όλους αυτούς τους επισκέπτες, ώστε κυριολεκτικά, πετούσε στον κάλαθο των αχρήστων τα αιτήματά τους. Κανείς μα κανείς δεν του είχε μιλήσει, αφότου είχε έλθει εδώ , ειλικρινά και φυσικά. Ακόμη και η γριά μητέρα του είχε αλλάξει ναι, είχε αλλάξει τόσο πολύ ! Γιατί μιλούσε όλη αυτή την ώρα τώρα τόσο άνετα και ελεύθερα, χωρίς επισημότητες, με τον πατέρα Σισώη, ενώ όλη την ώρα που διαλεγόταν μαζί του - με το ίδιο της το γιό ! ήταν τόσο σοβαρή και απόμακρη, αμήχανη και συγκρατημένη στις εκδηλώσεις της; Δεν ήταν αυτή που θυμόταν ! Ο μόνος τελικά άνθρωπος που του συμπεριφερόταν φυσικά και αβίαστα, και που έλεγε χωρίς δισταγμό ό,τι του ερχόταν στο κεφάλι, ήταν ο γεράκος ο πατήρ Σισώης, που ολόκληρη τη ζωή του την είχε περάσει κοντά σε Επισκόπους και είχε συνοδεύσει στην τελευταία τους κατοικία ένδεκα απ΄αυτούς. Και γι΄αυτό ο Θεοφιλέστατος αισθανόταν άνετα μαζί του, αν και ο πατήρ Σισώης ήταν - χωρίς αντιλογία - ένας άνθρωπος τραχύς, σκληρός και έτοιμος πάντα για καυγά.

Μετά την ακολουθία το πρωί της Μεγάλη Τρίτης ο Θεοφιλέστατος δέχθηκε σε ακρόαση το κοινό και έχασε πάλι την ψυχραιμία του μαζί τους. Αισθάνθηκε χάλια, όπως συνήθως, και μια σφοδρή και ακατάσχετη επιθυμία να βρεθεί γρήγορα στο κρεβάτι του, αλλά δεν είχε προλάβει να διασχίσει το κατώφλι του δωματίου του , όταν ειδοποίησαν πως ένα νεαρός έμπορος, ο Εράκιν - ευεργέτης μάλιστα και του μοναστηριού - μόλις είχε έλθει για κάποιες σπουδαίες και επείγουσες υποθέσεις. Ο Επίσκοπος ήταν υποχρεωμένος να τον δεχθεί . Ο Εράκιν παρέμεινε για μια ολόκληρη σχεδόν ώρα μιλώντας ακατάπαυστα και πολύ δυνατά, μα στον Επίσκοπο ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιληφθεί τι προσπαθούσε να του πει.

Μόλις ξεφορτώθηκε τον έμπορο, κατέφθασε μια ηγουμένη από ένα μακρινό γυναικείο μοναστήρι και ώσπου να φύγει κι αυτή, οι καμπάνες κτυπούσαν για τον Εσπερινό. Είχε φθάσει η ώρα που έπρεπε ο Επίσκοπος να κατέβει στο Ναό για την ακολουθία.

Οι μοναχοί έψελναν μελωδικά και με ενθουσιασμό εκείνο το βράδυ, ενώ ένας νεαρός μαυρογένης ιερομόναχος τελούσε την ακολουθία. Ο Θεοφιλέστατος άκουγε προσεκτικά καθώς έψαλλαν στην ακολουθία του Νυμφίου το τροπάριο για τον "κεκοσμημένον νυμφώνα" αλλά δεν ένιωθε τίποτα, ούτε μεταμέλεια, ούτε λύπη, μόνο μια βαθιά γαλήνη του ναού. Καθόταν δίπλα σχεδόν από την Αγία Τράπεζα, όπου οι σκιές ήταν πυκνότερες και βαθύτερες , και παρασυμένος από τη φαντασία του, είχε γυρίσει πίσω στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, τότε που για πρώτη φορά είχε ακούσει τα λόγια του τροπαρίου αυτού να ψέλνονται . Τα δάκρυα κυλούσαν στις παρειές του και αναπολούσε το πως είχε κατορθώσει στη ζωή του ό,τι ήταν μπορετό , σ΄ένα άνδρα της δικής του κοινωνικής τάξης και θέσης να επιτύχει. Η πίστη του ήταν ακλόνητη, αν και δεν ήταν ακόμη όλα ξεκάθαρα γι αυτόν. Κάτι όμως του διέφευγε και στα σίγουρα δεν ήθελε να πεθάνει. Του φαινόταν πως του είχε ξεφύγει, χωρίς ακόμη να το έχει ανακαλύψει, κάτι που ήταν το πιο ενδιαφέρον πράγμα απ΄όλα, το πιο σημαντικό και ταυτόχρονα τόσο αναγκαίο και απαραίτητο στη ζωή του κάτι που το ΄χε αμυδρά ονειρευθεί στο παρελθόν ελπίδες και προσδοκίες, που τον είχαν συγκινήσει και συναρπάσει σαν ήταν παιδί ή μαθητούδι ή ταξιδιώτης σε ξένες χώρες, ακόμη τον ταλαιπωρούσαν και τον βασάνιζαν.

"Πόσο όμορφα ψάλλουν σήμερα !", σκέφθηκε. "Πόσο όμορφα!"

Τη Μεγάλη Πέμπτη χοροστάτησε στην ακολουθία του Νιπτήρος στο μητροπολιτικό Ναό . ΄Οταν η ακολουθία τελείωσε και οι πιστοί επέστρεψαν ο καθένας στο σπίτι του, ο ήλιος έλαμπε ακόμη φωτεινά και αστραφτερά και η ατμόσφαιρα ήταν θερμή. Στα χαντάκια των δρόμων κυλούσαν παφλάζοντας τα νερά, και τα τρυφερά τραγούδια των κορυδαλλιών από τους αγρούς περιπλανιόταν πάνω από την πόλη, γαληνεύοντας την καρδιά του. Τα δένδρα είχαν κιόλας αφυπνισθεί με την αρχή της ανοίξεως και ψηλά, από πάνω τους , απλωνόταν σαν προστατευτικό θόλος, ο γαλάζιος , απέραντος ουρανός.

Ο Θεοφιλέστατος ξάπλωσε αμέσως μόλις έφθασε στο μοναστήρι και ζήτησε από το δόκιμο να κλείσει τα παντζούρια . Το δωμάτιο βυθίσθηκε στο σκοτάδι . Πόσο κουρασμένος ήταν !

΄Οπως και την προηγουμένη μέρα, ο ήχος από τις φωνές και το τσούγκρισμα των ποτηριών από το διπλανό δωμάτιο έφθασε στ΄ αυτιά του. Η μητέρα του διηγείτο με εύθυμη διάθεση κάποια ιστορία στον πατέρα Σισώη, χρησιμοποιώντας πολλές γραφικές κουβέντες και παροιμίες, και ο γέρος ιερομόναχος άκουγε κατσουφιασμένος και απαντούσε με βραχνή φωνή:

" Α, όχι! Εγώ ... ποτέ ! ΄Ετσι λοιπόν το ΄καναν ! Αλήθεια; ΓΙα σκέψου ! Τι να πεις κανείς !"

Και για μια ακόμη φορά ο Δεσπότης αισθάνθηκε ενοχλημένος και αμέσως μετά βαθιά πληγωμένος από το γεγονός ότι η ηλικιωμένη κυρία, η μητέρα του, μπορούσε να φέρεται τόσο φυσικά και απλά με τους ξένους, ενώ ήταν τόσο σιωπηλή και αμήχανη με τον ίδιο της το γιό. Και ακόμη του φαινόταν ότι πάντοτε προσπαθούσε να βρει κάποια πρόφαση για να στέκεται όρθια, όταν αυτός ήταν παρών, σαν να αισθανόταν άβολα να κάθεται μπροστά τους.Και ο πατέρας του; Αν ήταν ζωντανός , πολύ πιθανόν να μην μπορούσε να αρθρώσει μια λέξη , όταν ο Επίσκοπος - γιός του θα ΄ταν παρών.

Κείνη τη στιγμή κάτι στο διπλανό δωμάτιο έπεσε στο πάτωμα με πάταγο. Σίγουρα η Κάτια είχε σπάσει κάποιο φλυτζάνι ή πιατάκι , γιατί ο πατήρ Σισώης ξαφνικά ξεφύσηξε με δυσαρέσκεια και φώναξε θυμωμένα :

" Τι φοβερή πληγή είναι αυτό το παιδί ! Χριστέ και Παναγία ! Κανείς δεν μπορεί να την προλάβει τροφοδοτώντας την με πορσελάνες !"

Ακολούθησε σιωπή. ΄Οταν ο Επίσκοπος ξανάνοιξε τα ματιά του, είδε την Κάτια να στέκεται δίπλα στο κρεβάτι του και να ΄χει καρφώσει τα μάτια της πάνω του. Τα κόκκινα μαλλιά της στεφάνωναν το πρόσωπό της σαν φωτοστέφανο , όπως συνήθως.

" Εσύ είσαι Κάτια;" ρώτησε . "Ποιος ανοιγοκλείνει τις πόρτες εκεί κάτω ;"

"Δεν ακούω τίποτα ".

Της χάιδεψε τρυφερά το κεφαλι.

" ΄Ετσι λοιπόν! Ο ξάδελφος σου ο Νικολάσα τεμαχίζει νεκρούς, ε;» ρώτησε μετά από κάποια παύση.

«Ναι εξασκείται σ' αυτό».

«Είναι όμορφος;»

«Ναι, πολύ. Μόνο που πίνει αρκετά».

«Από τι πέθανε ο πατέρας σου;»

«Ο μπαμπάς άρχισε να εξασθενεί και να αδυνατίζει όλο και περισσότερο μέχρι που τον έπιασε πονόλαιμος. Και εγώ αρρώστησα, όπως και ο αδελφός μου ο Φέντια. Όλοι είχαμε πονόλαιμο. Ο μπαμπάς πέθανε, θείε, αλλά εμείς γίναμε καλά».

Το πηγούνι της άρχισε να τρέμει και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.

«Ω, Θεοφιλέστατε!» φώναξε με μια στριγγλή φωνή, αρχίζοντας να κλαίει πικρά. «Αγαπημένε μου θείε! Η μητέρα και όλοι εμείς είμαστε τόσο δυστυχισμένοι! Ας μας δώσεις λίγα χρήματα! Βοήθα μας, αγαπημένε μου θείε!»

Άρχισε και αυτός να δακρύζει και για μια στιγμή δεν μπορούσε να μιλήσει από τη συγκίνηση. Της χάϊδεψε πάλι τα μαλλιά, την άγγιξε στους ώμους και είπε:

«Εντάξει, εντάξει, κοριτσάκι. Περίμενε μέχρι να 'ρθει το Πάσχα, και τότε θα το κουβεντιάσουμε. Θα σας βοηθήσω».

Η μητέρα του μπήκε ήσυχα και διστακτικά στο δωμάτιο, και προσευχήθηκε για λίγο μπροστά στην εικόνα. Όταν παρατήρησε πως ήταν ξύπνιος, τον ρώτησε:

«Θα θέλατε λίγη σούπα;»

«Όχι, ευχαριστώ», απάντησε. «Δεν πεινώ».

«Δεν πιστεύω πως είσθε καλά. Το βλέπω πως δεν είσθε καλά! Πράγματι δεν πρέπει να κρεβατωθείτε. Και είσθε υποχρεωμένος να 'σθε όρθιος στη διάρκεια ολόκληρης της ημέρας! Θεέ μου! Κουράζεται και μόνο αν σας δει κάποιος! Δεν πειράζει όμως, το Πάσχα δεν είναι μακριά πιά, πλησιάζει. Όταν θα 'ρθει θα ξεκουραστείτε. Ο Θεός θα μας χαρίσει τότε λίγο χρόνο για να κουβεντιάσουμε. Τώρα όμως δεν πρόκειται να σας στενοχωρήσω με τις ανόητες φλυαρίες μου. Έλα Κάτι. Ας αφήσουμε το Θεοφιλέστατο να πάρει έναν υπνάκο ακόμη!»

Ο Δεσπότης θυμήθηκε τότε πως, όταν ήταν μικρός, η μητέρα του χρησιμοποιούσε ακριβώς τον ίδιο λίγο περιπαικτικό, λίγο σεβαστικό τόνο, όταν απευθυνόταν στους υψηλόβαθμους αξιωματούχους της Εκκλησίας. Μόνο από την απρόσμενη τρυφερή έκφραση των ματιών της και την αγωνιώδη ματιά που του έριξε βγαίνοντας από το δωμάτιο, θα μπορούσε κάποιος να υποψιασθεί πως ήταν μητέρα του. Έκλεισε τα μάτια του και έκανε πως κοιμάται, αλλά άκουσε το ρολόι να κτυπά δυό φορές και τον πατέρα Σισώη να βήχει στο διπλανό δωμάτιο. Η μητέρα του ξανάρθε και τον κοίταξε συνεσταλμένα. Ξαφνικά έφθασε στ' αυτιά του ένας δυνατός θόρυβος και μιά πόρτα βρόντηξε. Κάποιο όχημα κατέφθασε και σταμάτησε στην μπροστινή είσοδο. Ο δόκιμος όρμησε στο δωμάτιο του Δεσπότη και φώναξε:

«Θεοφιλέστατε!»

«Τι είναι;»

«Ήρθε η άμαξα! Είναι ώρα για να πάτε στην ακολουθία των Παθών».

«Τι ώρα είναι;»

«Οκτώ παρά τέταρτο».

Ο Επίσκοπος ντύθηκε και κατευθύνθηκε στο μητροπολιτικό Ναό. Έπρεπε να στέκεται ακίνητος στο κέντρο του Ναού κατά τη διάρκεια της αναγνώσεως των δώδεκα Ευαγγελίων, ενώ το πρώτο και μεγαλύτερο σε μέγεθος και το πιο όμορφο σε περιεχόμενο από όλα το διάβασε ο ίδιος. Μια έντονα θαρραλέα διάθεση τον κυρίευσε. Γνώριζε αυτό το πρώτο Ευαγγέλιο -που άρχιζε με τη φράση «Νυν εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου»- από στήθους, και καθώς το απήγγειλε, ύψωσε τα μάτια του από το κείμενο του Ευαγγελίου που είχε μπροστά του, και αντίκρυσε μια θάλασσα από μικρά φώτα γύρω του. Άκουσε το τσίριγμα των κεριών, αλλά το εκκλησίασμα φαινόταν πως είχε εξαφανισθεί από τα μάτια του εξαιτίας της ανταύγειας του φωτός. Αισθάνθηκε να περιτριγυρίζεται απ' όλους εκείνους που είχε γνωρίσει στη νεότητά του. Του φάνηκε πως όλοι αυτοί ήταν πάντα εκεί μέχρι... ο Θεός ξέρει πότε!

Ο πατέρας του ήταν διάκονος, ο παππούς του ιερέας και ο προπάππος του διάκονος. Προερχόταν από οικογένεια που ανήκε στην Εκκλησία από τότε που ο Χριστινισμός πρωτόρθε στη Ρωσία, και η αγάπη του για το τελετουργικό της Εκκλησίας, τον κλήρο και τον ήχο από τις καμπάνες του Ναού, που ήταν σπαρμένη μέσα του από τη στιγμή σχεδόν της γέννησής του, τώρα πια είχε εμφυτευθεί και απλώσει γερές και στέρεες ρίζες βαθιά μέσα στην καρδιά του. Όταν βρισκόταν στο Ναό -ιδιαίτερα όταν χοροστατούσε στις ακολουθίες ή λειτουργούσε ο ίδιος- αισθανόταν ακμαίος και δραστήριος και ευτυχής. Και έτσι αισθανόταν αυτή τη στιγμή. Μονάχα όταν είχε αναγνωσθεί και το όγδοο Ευαγγέλιο, ένιωσε πως η φωνή του εξασθένησε τόσο που ακόμη και ο βήχας του ήταν δύσκολα αντιληπτός στ' αυτί. Είχε ένα τρομερό πονοκέφαλο και άρχισε να φοβάται πως ήταν πολύ πιθανόν να σωριασθεί κάτω λιπόθυμος. Τα πόδια του σιγά-σιγά άρχισαν να μουδιάζουν και μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα έπαυσε να ΄χει οποιαδήποτε αίσθησή τους και δεν μπορούσε πια να εικάσει γιατί στεκόταν εκεί όρθιος και πως δεν είχε σωριασθεί κάτω ακόμη.

Ήταν δώδεκα παρά τέταρτο όταν τέλειωσε η ακολουθία. Ο Επίσκοπος ξάπλωσε στο κρεβάτι του αμέσως σαν έφθασε στο μοναστήρι, χωρίς να 'χει διάθεση ούτε να ψιθυρίσει τον κανόνα του. Καθώς έσυρε την κουβέρτα του ψηλά μέχρι το κεφάλι του σχεδόν, ξαφνικά ευχήθηκε να 'ταν κάπου μακριά, στο εξωτερικό. Το ευχήθηκε παθιασμένα! Θα μπορούσε να δώσει και τη ζωή του -σκέφθηκε- προκειμένου να παύσει να βλέπει αυτούς τους φθηνιάρικους ξύλινους τοίχους και αυτό το τόσο καταθλιπτικά χαμηλό ταβάνι. να μη μυρίζει πια αυτή τη μπαγιάτικη μουχλιασμένη μυρωδιά, που ανέπνεε το μοναστήρι.

Ω! Και να υπήρχε μονάχα κάποιος -οποιοσδήποτε- με τον οποίο να μπορούσε να μιλήσει. κάποιος στον οποίο να μπορούσε να εκμυστηρευθεί και να αποκαλύψει τα μύχια της βασανισμένης καρδιάς του!

Άκουσε βήματα στο γειτονικό δωμάτιο και προσπάθησε να θυμηθεί σε ποιον μπορεί να ανήκαν. Τελικά η πόρτα άνοιξε και ο πατήρ Σισώης μπήκε κρατώντας ένα κηροπήγιο στο ένα χέρι και ένα φλυτζάνι τσάι στο άλλο.

«Ξαπλώσατε κιόλας, Θεοφιλέστατε;» ρώτησε. «Ήρθα για να τρίψω το στήθος σας με ξύδι και βότκα. Ανακουφίζεται κανείς, αν τον τρίψουν επιτήδεια και δυνατά. Ω, Μεγαλοδύναμε Θεέ! Ακούς εκεί -Μόλις ήρθα από το μοναστήρι μας. Το μισώ όμως! Θα φύγω από δω αύριο κιόλας, Χριστέ μου! Ω, Χριστέ μου, Μεγαλοδύναμε Θεέ -άκου-».

Ο πατήρ Σισώης δεν κατόρθωνε ποτέ να μείνει για πολύ σ' ένα μέρος, και τώρα του φαινόταν σαν να 'χε ζήσει στο μοναστήρι αυτό ολόκληρο χρόνο. Ήταν αδύνατο σχεδόν να διαπιστώσει κανείς -απ' όσα έλεγε ο ίδιος- που είχε γεννηθεί αν υπήρχε κάποιος ή κάτι τελοσπάντων σ' αυτόν τον κόσμο που να το αγαπούσε, και αν πίστευε ή όχι στο Θεό... Ο ίδιος πάντως δεν είχε καταφέρει να βρει -τόσα χρόνια τώρα- μια ικανοποιητική και παραδεκτή εξήγηση για το λόγο που τον ώθησε να γίνει μοναχός. Άλλωστε δεν κάθησε ποτέ να το καλοσκεφθεί και εξάλλου η χρονική στιγμή, που έδωσε τις υποσχέσεις της μοναχικής του κουράς, είχε χρόνια τώρα ξεθωριάσει στη μνήμη του. Του φαινόταν σαν να 'χε γεννηθεί καλόγερος!

«Ναι, αλήθεια! Θα φύγω από δω αύριο. Βαρέθηκα πια τούτο τον τόπο!»

«Θα 'θελα να κουβεντιάσω λίγο μαζί σου. Δεν είχα ποτέ το χρόνο γι' αυτό» ψιθύρισε ο Δεσπότης, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια για να μιλήσει. «Βλέπεις δεν ξέρω κανένα -τίποτα δεν γνωρίζω, εδώ-».

«Πολύ καλά τότε. Θα παραμείνω μέχρι την Κυριακή του Πάσχα -όχι όμως περισσότερο! Τον βαρέθηκα αυτό τον τόπο!»

«Τι σόι Δεσπότης είμαι;» ο Θεοφιλέστατος συνέχισε με εξασθενημένη φωνή. «Έπρεπε να 'χα γίνει ένας παπάς σε κάποιο χωριό, ή ένας διάκος, ή ένας απλός μοναχός. Όλη αυτή η κατάσταση με πνίγει -με σκοτώνει...»

«Τι λες εκεί, ε; Ω, Χριστέ μου, Μεγαλοδύναμε Θεέ! Άκου -Σου χρειάζεται ένας καλός ύπνος, Θεοδιλέστατε. Τι θες να πεις δηλαδή; Άκου... Τι είναι αυτά που λες καλέ; Άντε, καληνύχτα τώρα!»

Όλη τη νύκτα ο Δεσπότης έμεινε άγρυπνος και το πρωί ήταν πολύ άρρωστος. Ο δόκιμος, σαν τον είδε, πανικοβλήθηκε και έτρεξε πρώτα στον ηγούμενο και έπειτα για το γιατρό, που εξυπηρετούσε το μοναστήρι και που κατοικούσε στην πόλη. Ο γιατρός -ένας χονδρός ηλικιωμένος άνδρας με ένα μακρύ, γκρίζο γένι -κοίταξε επίμονα το Δεσπότη, κούνησε το κεφάλι του, συνοφρυώθηκε, και επιτέλους αποφάνθηκε:

«Θα σας πως τι έχετε, Θεοφιλέστατε, -τυφώδη πυρετό!»

Ο Επίσκοπος την επόμενη κιόλας ώρα, φάνηκε πιο ισχνός και ωχρός, τα μάτια του μεγάλωσαν, το πρόσωπό του καλύφθηκε από ρυτίδες, και έμοιαζε σαν ξαφνικά να ζάρωσε και να γέρασε. Αισθανόταν σα να 'ταν ο πιο αδύνατος, ασθενικός, και κοκκαλιάρης άνθρωπος, που υπήρχε πάνω σ' όλο τον κόσμο, και πως ότι καλό του 'χε τύχει πριν τον βρει αυτή η αρρώστια, ήταν θαμμένο μακριά, πολύ μακριά στο παρελθόν, και -το χειρότερο- δεν επρόκειτο να το γευθεί ποτέ πια ξανά.

«Πόσο ευτυχής είμαι έτσι!», σκέφθηκε. «Ω, πόσο είμαι χαρούμενος!»

Κάποια στιγμή η γριά μητέρα του μπήκε στο δωμάτιο. Μόλις όμως αντίκρυσε το ζαρωμένο του πρόσωπο και τα εξογκωμένα του μάτια πανικοβλήθηκε και, πέφτοντας στα γόνατα στο πλάι του κρεβατιού του, άρχισε να φιλά το πρόσωπο, τους ώμους και τα χέρια του. Της φαινόταν πως σε ολόκληρη τη γη δεν υπήρχε άλλος τόσο ασθενικός, αδύναμος και λιπόσαρκος άνθρωπος απ' αυτόν, και, ξεχνώντας πως ήταν Δεσπότης, τον καταφιλούσε λες και ήταν ένα μικρό παιδί, που όμως αυτή τον αγαπούσε, -αχ! πόσο τον αγαπούσε!

«Μικρέ μου Πάβελ, παιδί μου αγαπημένο!» κραύγασε. «Αγοράκι μου, τι έχεις και φαίνεσαι έτσι; Μικρέ μου Πάβελ! Ω, σε παρακαλώ, απάντησέ μου!»

Η Κάτια ωχρή και σοβαρή, στεκόταν κοντά τους, χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι κακό έτρεχε με το θείο της και γιατί το πρόσωπο της γιαγιάκας της είχε αλλοιωθεί απ' αυτή τη γκριμάτσα του πόνου και έβγαζε τόσο σπαραξικάρδια λόγια. Και αυτός, ο θείος, ο Δεσπότης ήταν άφωνος και φαινόταν σαν να μην αισθάνεται τι γινόταν γύρω του. Ναι, ο Δεσπότης ονειρευόταν πως για μια ακόμη φορά ήταν ένας κοινός άνθρωπος, που διέσχιζε με μεγάλους δρασκελισμούς ολόκληρη την ύπαιθρο χώρα, γοργά και χαρούμενα, μ' ένα ραβδί στο χέρι, λουσμένος στο ηλιοφώς, με τον απέραντο ευρύ ουρανό πάνωθέ του, τόσο απόλυτα ελεύθερος όσο και ένα πουλί, -λεύτερος να πετάξει όπου θα τον οδηγούσε η αστείρευτη πια φαντασία του.

«Αγοράκι μου! Μικρέ μου Πάβελ! Απάντησέ μου» ικέτευσε η μητέρα του.

«Μη σκοτίζεις το Δεσπότη», φώναξε θυμωμένα ο πατήρ Σισώης, διασχίζοντας το δωμάτιο. «Άστον να κοιμηθεί. Δεν μπορεί τίποτα να προσφέρει κανείς εδώ... Γιατί άλλωστε;...»

Τρεις γιατροί ήρθαν, είδαν, συσκέφθηκαν και απήλθαν. Η μέρα έμοιαζε μεγάλη, απίστευτα μεγάλη. Και έπειτα ήρθε η μακριά, ατέλειωτη νύκτα. Λίγο πριν την αυγή, το πρωινό του Μεγάλου Σαββάτου, ο δόκιμος αναζήτησε τη γριά μάνα, που έκειτο στον καναπέ του καθιστικού και της ζήτησε να τον ακολουθήσει μέχρι το υπνοδωμάτιο του Επισκόπου. Ο Θεοφιλέστατος είχε επιτέλους συναντήσει την ατέλειωτη γαλήνη!

Την επόμενη μέρα ήταν Κυριακή του Πάσχα. Η πόλη είχε σαράντα ναούς και δυό μοναστήρια, και οι μπάσοι χαρμόσυνοι ήχοι από τις καμπάνες τους διέτρεχαν την ατμόσφαιρα της πόλης απ' το πρωί μέχρι το βράδυ. Τα πουλιά κελαηδούσαν, ο αστραφτερός ήλιος έλαμπε. Η μεγάλη αγορά ήταν γεμάτη θόρυβο. Οι λατέρνες βούιζαν, οι φυσαρμόνικες στρίγγλιζαν και οι μεθυσμένες φωνές κουδούνιζαν στον αέρα. Ένα βιαστικό ανθρώπινο ρεύμα βολτάριζε στον κεντρικό δρόμο εκείνο το απόγευμα. Με μια λέξη όλοι ήταν χαρούμενοι και εύθυμοι, όπως ήσαν και την ίδια μέρα το προηγούμενο χρόνο, και όπως, αναμφίβολα, θα 'σαν πάλι και το χρόνο που επρόκειτο να 'ρθει.

Ένα μήνα αργότερα κατεστάθηκε νέος βοηθός Επίσκοπος, και όλοι ξέχασαν το θεοφιλέστατο Πιότρ. Μονάχα η μητέρα του νεκρού Επισκόπου -που τώρα έμενε σε μια μικρή επαρχιακή πόλη με το γιο της το διάκονο- όταν το δειλινό πήγαινε να φροντίσει την αγελάδα της και στο δρόμο συναντούσε τις άλλες γυναίκες, τους μιλούσε για τα παιδιά και τα εγγόνια της και ακόμη για το αγόρι εκείνο, που 'χε γίνει Δεσπότης.

Και όταν τον μνημόνευε, τις κοιτούσε ντροπαλά, γιατί φοβόταν πως μπορεί και να μην την καταλάβαιναν. να μην την πίστευαν.

Και πράγματι, λίγες ήταν τελικά αυτές που την καταλάβαιναν και την πίστευαν!













ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΙ


ΑΓΑΠΗ

Λέοντος Τολστόι


Η Καλύβα

Ένας τσαγκάρης, που ονομαζόταν Σίμωνας και δεν είχε τίποτα δικό του ούτε σπίτι ούτε καλλιεργήσιμη γη, ζούσε με τη γυναίκα του και τα παιδιά του σε μια καλύβα, που ανήκε σε κάποιο χωρικό, και κέρδιζε τα προς το ζην ασκώντας την τέχνη του. Η δουλειά του δεν του απέφερε πολλά και το ψωμί ήταν ακριβό, έτσι αναγκαζόταν να ξοδεύει όλα όσα κέρδιζε για να θρέψει την οικογένειά του. Ο ίδιος και η γυναίκα του μοιράζονταν το μοναδικό τους επανωφόρι -φτιαγμένο από αρνίσια προβιά- για χειμερινό ρούχο, που κι αυτό ήταν φθαρμένο και κουρελιασμένο πια, ενώ για δεύτερη τώρα χρονιά πρόσμενε να βρει χρήματα για να αγοράσει προβατοπροβιές με σκοπό να φτιάξει ένα καινούργιο πανωφόρι. Πριν να 'ρθει ο χειμώνας ο Σίμωνας κατόρθωσε να βάλει στην άκρη λίγα χρήματα: ένα χαρτονόμισμα, που άξιζε τρία ρούβλια, βρισκόταν ήδη καλά κρυμμένο στο μικρό σεντούκι με τα προσωπικά πράγματα της γυναίκας του, ενώ πελάτες από το κοντινό χωριό του χρωστούσαν άλλα πέντε ρούβλια και είκοσι καπίκια.

Ένα πρωινό, τελικά, αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να πεταχθεί μέχρι το χωριό, για να αγοράσει τις προβατοπροβιές. Φόρεσε πάνω από το πουκάμισό του την αδιάβροχη ωχροκίτρινη αλατζένια ζακέτα της γυναίκας του και πάνωθέ του έριξε το δικό του πάνινο πανωφόρι. Έβαλε στη τσέπη του το χαρτονόμισμα που άξιζε τρία ρούβλια, έφτιαξε ένα γερό ραβδί για να το χρησιμοποιεί σαν στήριγμα και ξεκίνησε αμέσως όταν τέλειωσαν το φτωχικό πρωινό τους. «Θα εισπράξω τα πέντε ρούβλια που μου οφείλουν», σκέφθηκε, «θα τα προσθέσω στα τρία που ήδη έχω, και έτσι θα 'χω συγκεντρώσει αρκετά για να αγοράσω τις προβατοπροβιές για την κατασκευή του χειμωνιάτικου πανωφορίου».

Έφθασε στο χωριό και επισκέφθηκε την καλύβα κάποιου χωρικού, αλλά αυτός απουσίαζε από το σπίτι του. Η γυναίκα του υποσχέθηκε πως ο σύζυγός της θα εξοφλούσε το χρέος την επόμενη βδομάδα, αλλά η ίδια δεν είχε χρήματα για να τον πληρώσει εκείνη τη στιγμή. Κατόπιν ο Σίμωνας επισκέφθηκε έναν άλλο χωρικό. τούτος δω ορκίσθηκε πως δεν είχε καθόλου χρήματα -το μόνο που μπορούσε να πληρώσει ήταν είκοσι καπίκια, που χρωστούσε στο Σίμωνα, για ένα ζευγάρι μπότες, που του 'χε επιδιορθώσει. Ο Σίμωνας απελπισμένος προσπάθησε να αγοράσει τις προβατοπροβιές με πίστωση, αλλά ο έμπορος δεν τον εμπιστευόταν.

«Φέρε τα χρήματα», του είπε ,«και θα 'χεις τις καλύτερες προβατοπροβιές. Ξέρουμε δά και οι δυό τί σημαίνει να προσπαθείς να εισπράξεις χρέη». Ό,τι μπόρεσε λοιπόν να πετύχει ο τσαγκάρης ήταν να εισπράξει τα είκοσι καπίκια για τις μπότες που 'χε επιδιορθώσει και να πάρει μαζί του ένα ζευγάρι από τσόχινες μπότες , που του 'δωσε ένας χωρικός , για να τις σολιάσει με δέρμα.

Τον έπιασε μαύρη απελπισία και βαθιά αποθάρρυνση .Ξόδεψε τα είκοσι καπίκια πίνοντας βότκα και ξεκίνησε να επιστρέψει σπίτι του χωρίς να 'χει αγοράσει τις προβατοπροβιές. Το πρωί είχε νιώσει βαθιά μέχρι μέσα στο μελούδι του την παγωνιά, μα τώρα, καθώς είχε πιεί τη βότκα, αισθανόταν μιά γλυκιά θαλπωρή σ' όλο του το κορμί, ακόμη και χωρίς το πανωφόρι απ' τ΄αρνίσιο δέρμα. Περπατούσε βαριά κατά μήκος του δρόμου, κτυπώντας με το ένα χέρι το ραβδί του στο παγωμένο έδαφος , κουνώντας πέρα δώθε τις τσόχινες μπότες με το άλλο και μιλώντας στον εαυτό του :

«Είμαι αρκετά ζεστός», έλεγε , «αν και δεν έχω πανωφόρι από αρνίσιο δέρμα. Το πιοτό , που ήπια, ρέει στις φλέβες μου , κι έτσι δεν χρειάζομαι τις προβατοπροβιές. Θα συνεχίσω την πορεία μου, χωρίς να μου καίγεται καρφί. Τέτοιος τσίφτης είμαι εγώ! Γιατί να σκοτίζομαι; Μπορώ να ζήσω και χωρίς τις προβατοπροβιές. Δεν τις έχω ανάγκη! Η γυναίκα μου βέβαια θα στεναχωρηθεί, είμαι σίγουρος γι' αυτό. Και, για να πούμε την αλήθεια, είναι κρίμα. να δουλεύει κανείς σαν σκλάβος και να μην πληρώνεται καθόλου! Έ; Για στάσου κύριος! Αν δεν μου φέρεις τώρα δα τα λεφτά που μου χρωστάς θα σε γδάρω στα σίγουρα... θα 'σαι τυχερός αν δεν το κάνω! Πως διάλο τα κατάφερα έτσι; Σιγά τα λεφτά που μου 'δωσε... είκοσι καπίκια! Τι μπορούσα να κάνω με είκοσι καπίκια, ε; Τα 'πια! Να τι μπορούσα να κάνω! Δεν είχε πεντάρα τσακιστή, μου 'πε. Μπορεί να 'ναι και έτσι. Όμως μήπως στη δικιά μου τσέπη κουδουνίζουν τα φράγκα; Και γω άφραγκος δεν είμαι; Εσύ μου 'χεις και σπίτι και αγελάδα και απ' όλα. Τι έχω εγώ δικό μου; Ότι φοράω! Εσύ μου 'χεις καλαμπόκι από τις δικές σου καλλιέργειες! Έτσι δεν είναι; Εγώ όμως πρέπει να αγοράζω και το τελευταίο σπυρί! Α μα πια! Με πιάνει τρέλα και μόνο που σκέπτομαι πως πρέπει να ξοδεύω τρία ρούβλια τη βδομάδα μόνο για ψωμί! Και μόνο αυτό; Γυρίζω κατάκοπος στο σπίτι και δεν βρίσκω ούτε ψίχουλο. Και θα πρέπει να τσακιστώ να βρω -από που σε παρακαλώ;- άλλο ενάμισυ ρούβλι. Άντε λοιπόν ρε φίλε, τι σου ζητάω; Να πληρώσεις ότι μου οφείλεις, τίποτε παραπάνω. Άσε λοιπόν τα κλαψουρίσματα και τις ανοησίες, πως τάχα μου δεν έχεις, και τα ρέστα. Δε σε πιστεύω».

Μονολογώντας ο Σίμωνας είχε πια φθάσει κοντά στο εκκλησάκι, που βρισκόταν στη στροφή του δρόμου. Ρίχνοντας τη ματιά του κατά κει, είδε να μισοκρύβεται πίσω από το ιερό κάτι ασπρουδερό. Η μέρα έσβηνε πια, το φως της είχε ξεθωριάσει, τα πράγματα φαίνονταν αχνά και ο τσαγκάρης, παρ' όλο που κοιτούσε με προσοχή προς τα κει, δεν κατάφερε τελικά να ξεχωρίσει τι ήταν. «Μπα! Είμαι σίγουρος πως δεν υπήρχε εκεί πέρα τίποτα πριν, ούτε καμιά λευκή πέτρα, ούτε τίποτα τέτοιο. Μήπως είναι κανένα βόδι; Μα δεν μπορεί ένα βόδι νά ΄σαι τόσο άσπρο! Να΄ναι άνθρωπος; μα τι μπορεί να κάνει τέτοια ώρα εκεί άνθρωπος;"

΄Ηλθε λοιπόν πιο κοντά, ώστε να μπορεί να ξεχωρίσει καθαρότερα. Προς μεγάλη του έκπληξη εκεί βρισκόταν πράγματι ένας άνδρας - ζωντανός ή νεκρός άγνωστο - εντελώς γυμνός, ξαπλωμένο αντίθετα από τη διεύθυνση της πλευράς του ιερού και ακίνητος παντελώς. Σύγκρυο τότε διέτρεξε όλο το κορμπί του τσαγκάρη, που σκέφθηκε: " Κάποιος τον σκότωσε, τον ξεγύμνωσε απ΄όλα του τα ρούχα και τον παράτησε εδώ. Αν ανακατευτώ, ώχου ! με περιμένουν στα σίγουρα μπλεξίματα ".

Και ο τσαγκάρης βιάσθηκε να συνεχίσει το δρόμο του. Πέρασε μπροστά από το εκκλησάκι έτσι ώστε να μην μπορεί να δει τον άνδρα. Σαν προχώρησε κάμποσο, ξανακοίταξε μισοπερίεργα, μισοφοβισμένα προς τα πίσω, και διέκρινε πως ο άνδρας δεν ήταν πια ξαπλωμένος αντίθετα προς τη διεύθυνση του ιερού όπως πριν από λίγο, αλλά φαινόταν να ΄χε μετακινηθεί, λες και είχε στραφεί προς τη δική του τη μεριά, αντιμέτωπός του πια. ΄Ολο το κορμί του τσαγκάρη τρεμούλιασε από φόβο και τρόμο μεγαλύτερο απ΄ότι προηγουμένως και σκέφθηκε σχεδόν φωνακτά : " Να γυρίσω πίσω και να δω τι συμβαίνει ή όχι ; ΄Αν τον πλησιάσω πάλι μπορεί και να μου συμβεί κάτι φοβερό. Ποιος ξέρει ποιος είναι τούτος δω; Δεν θα ΄χε έλθει εδώ για καλό. Αν πάω κοντά του μπορεί και να μου ριχθεί και να με στραγγαλίσει και τότε ποιός με γλυτώνει; Και αν ακόμη δεν έχει τη δύναμη να με κακοποιήσει, πάλι θα μου είναι βάρος. Τι θα μπορούσα να προσφέρω σ΄ένα ολόγυμνο άνδρα; Δεν μπορώ φυσικά να του δώσω λίγα ρούχα που φορώ. Ω, Χριστέ μου και Παναγίτσα μου ! Βοηθάτε με να γλυτώσω!"

Τρομάζοντας απ΄την ίδια του τη φωνή, το ΄βαλε στα πόδια, αφήνοντας το εκκλησάκι πίσω του. Ξαφνικά όμως η φωνή της συνειδήσεώς του άρχισε να διαμαρτύρεται ενοχλώντας τον και αυτός ανάγκασθηκε να σταματήσει το τέξιμό του και να μείνει ακίνητος στη μέση του δρόμου.

"Τι πας να κάνεις λοιπόν γερό Σίμωνα;" επιτίμησε τον εαυτό του. " Ο άνθρωπος μπορεί και να πεθάνει από έλλειψη βοήθειας και συ κακομοίρη μου πας να ξεγλιστρήσεις από το καθήκον σου χωρίς ίχνος φόβου και ντροπής; Μπας και έγινες τόσο πλούσιο ώστε να φοβάσαι τους ληστές; ΄Α, γέρο - Σίμωνα, ντροπή σου ! Στράφηκε λοιπόν προς τα πίσω και με γοργό βήμα κατευθύνθηκε προς τον ξαπλωμένο και ακίνητο άνδρα .

Λιποψυχία

Ο Σίμωνας πλησίασε τον ξένο, τον κοίταξε προσεκτικά και παρατήρησε πως ήταν ένας νεαρός άνδρας χωρίς μώλωπες, μελανιές ή σημάδια στο σώμα του, - μόνο φαινόταν στα σίγουρα παγωμένος και φοβισμένος και κείτονταν εκεί γερμένος πίσω από το εκκλησάκι , μη τολμώντας να κοιτάξει προς το Σίμωνα, σαν να΄ ταν πολύ αδύναμος και εξασθενημένος για να μπορεί να υψώσει προς αυτόν τη ματιά του. Ο Σίμωνας ήρθε πιο κοντά και τότε ο άνδρας φάνηκε να συνέρχεται . Στρέφοντας το κεφάλι του, άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε καταπρόσωπο το Σίμωνα. Αυτή η μοναδική ματιά ήταν αρκετή για να συμπαθήσει αμέσως ο Σίμωνας τον άνθρωπο. Πέταξε τις τσόχινες μπότες στο εδαφος, έλυσε την υφασμάτινη ζώνη του, την έριξε πάνω στις μπότες και έβγαλε το πάνινο πανωφόρι του .

" Δεν είναι ώρα για κουβεντες τώρα ", είπε. " Μπρος .Φορεσέ το γρήγορα !" ΄Αδραξε τον άνδρα από τους βραχίονες και τον βοήθησε να σηκωθεί . Καθώς αυτός στάθηκε όρθιος, ο Σίμωνας παρατήρησε πως το σώμα του δεν είχε καμιά πληγή και ήταν σε καλή κατάσταση : τα χέρια και τα πόδια του καλλίγραμμα, το πρόσωπό του όμορφο και ευγενικό . ΄Εριξε το πανωφόρι του πάνω στους ώμους του άνδρα, μα ο φιλαράκος δεν μπορούσε - παρ΄ όλες τις προσπάθειες που κατέβαλε - να περάσει τα χέρια του στα μανίκια . Ο Σίμωνας άρπαξε το πανωφόρι και τον βοήθησε να το φορέσει οδηγώντας τους βραχίονες του άνδρα μέσα μανίκια και , τακτοποιώντας το καλά πάνω στο σώμα του, το τύλιξε καλά - καλά γύρω του, δένοντας σφικτά με την υφασμάτινη ζώνη τη μέση του άνδρα.

Ο Σίμωνας έβγαλε ακόμη και το ζεστό του σκούφο με τ' αυτιά και τον έβαλε στο κεφάλι του άνδρα, αλλά αμέσως μετά μια τσουχτερή ριπή κρύου ξύρισε το δικό του και άθελά του σκέφθηκε : «Είμαι εντελώς φαλακρός ενώ ο φιλαράκος μας διαθέτει μακριά και κατσαρά μαλλιά». Απλώνοντας λοιπόν το χέρι του ξεσκούφωσε τον άλλο και κάλυψε πάλι με το σκούφο το δικό του κεφάλι. «Θα, 'ταν καλύτερα αν του 'δινα να φορέσει κάτι στα πόδια του», σκέφθηκε, προσπαθώντας να τα βρει με τη συνείδησή του, που ξεσηκώθηκε πάλι ενοχλημένη. Αφού υποχρέψσε τον άνδρα να καθήσει στο σκαλοπατάκι της κόγχης του ιερού, τον βοήθησε να φορέσει τις τσόχινες μπότες, λέγοντας: «Μπρός, φιλαράκο. Περπάτα πάνω κάτω για να ζεσταθείς. Με όλα τ' άλλα ζητήματα που σε αφορούν, μπορούμε να ασχοληθούμε και αργότερα. Μπορείς να περπατήσεις;»

Ο άνδρας σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε ευγενικά και με μια τρυφερή ματιά το Σίμωνα, αλλά δεν έβγαλε άχνα.

«Γιατί δεν μιλάς;» τον ρώτησε ο Σίμωνας. «Κάνει πολύ κρύο για να μείνουμε άλλο εδώ πέρα. Πρέπει να κατευθυνθούμε στο σπίτι. Εμπρός λοιπόν! Πιάσε το ραβδί μου και αν αισθάνεσαι αδύναμος και εξασθενημένος στηρίξου πάνω του. Έλα, πάρε τα πόδια σου λοιπόν!»

Ο άνδρας άρχισε να περπατά και κινήθηκε εύκολα, χωρίς να βραδυπορεί μένοντας πίσω. Καθώς είχαν προχωρήσει κάμποσο ο Σίμωνας τον ρώτησε:

«Λοιπόν μένεις εδώ κοντά:»

«Όχι! Δεν είμαι απ' αυτά τα μέρη».

«Και γω που 'σπαγα το κεφάλι μου! Τους γνωρίζω όλους εδωπέρα. Μα πως βρέθηκες εκεί, πεσμένος δίπλα στο εκκλησάκι:»

«Δεν μπορώ να σου πω».

«Μήπως κάποιος σε κακομεταχειρίσθηκε:»

«Όχι. Κανείς δεν με κακομεταχειρίστηκε. Ο Θεός είναι που με τιμώρησε».

«Φυσικά και ο Θεός είναι που αποφασίζει για όλα. Μόνο που πρέπει να βρεις τροφή και κατάλυμα κάπου. Που θες να πας;»

«Όπου γης είναι και πατρίς για μένα!»

Ο Σίμωνας ήταν σαστισμένος. Ο άνδρας δεν φαινόταν να 'ναι κάποιος μασκαράς απατεώνας. Μιλούσε ευγενικά, με προσήνεια και όμως δεν είχε δώσει ούτε ένα στοιχείο για την ταυτότητα του. Καθώς τον βασάνιζε η σκέψη: «Ποιός ξέρει τι να συνέβη πραγματικά;» είπε στον ξένο: «Καλά τότε! Αν τα πράγματα έχουν έτσι, έλα μαζί μου στο σπίτι. Τουλάχιστον να ζεσταθείς λιγάκι».

Χωρίς άλλη κουβέντα ο Σίμωνας κατευθύνθηκε προς το σπίτι του, ενώ ο ξένος τον ακολουθούσε βαδίζοντας στο πλευρό του. Εν τω μεταξύ άρχισε να φυσά ένα ξεροβόρι και ο έρμος ο Σίμωνας ένιωθε τις παγωμένες ριπές του αέρα κάτω από το πουκάμισο του. Σιγά - σιγά συνερχόταν απο το ελαφρό του μεθύσι και άρχισε να αισθάνευαι την παγωνιά. Προχωρούσε μπροστά, αναπνέοντας με θόρυβο, ρουφώντας τη μύτη του και τυλίγοντας συνεχώς τη αλατζένια ζακέτα της γυναίκας του γύρω από τους ώμους του, ενώ παράλληλα σκεφτόταν: «Να μα΄θεις άλλη φορά να παραμιλάς για προβατοπροβιές! Ξεκίνησα απ' το σπίτι μου για να βρω αυτά τα αναθεματισμένα αρνίσια δέρματα και πως γυρίζω; όχι μόνο με άδεια χέρια, όχι μόνο χωρίς πανωφόρι στην πλάτη μου, αλλά ακόμη χειρότερα, κουβαλώντας μαζί μου ένα ολόγυμνο άνθρωπο. Χούμ! Η Ματριόνα δεν πρόκειται να πηδήξει απ' τη χαρά της μ' αυτό!» Και τη στιγμή που θυμήθηκε τη γυναίκα του ένιωσε μια βαθιά στεναχώρια να τον πλημμυρίζει. αλλά καθώς στράφηκε και παρατήρησε τον ξένο ξανά και θυμήθηκε την τρυφερή ματιά του που του 'χε ρίξει εκεί πίσω στο εκκλησάκι, η καρδιά του χοροπήδησε από μια ανέκφραστη χαρά.

Μέριμνα

Η γυναίκα του Σίμωνα είχε τακτοποιήσει τα πάντα εκείνη την ημέρα από πολύ νωρίς. Είχε κόψει ξύλα για τη φωτιά, έφερε νερό για τη λάτρα και για να πιούν, τάισε τα παιδιά, έφαγε και η ίδια και τώρα καθόταν και σκεφτόταν. Αναρωτιόταν πότε έπρεπε να ζυμώσει ψωμί: σήμερα η αύριο; Είχε ακόμα απομείνει ένα μεγάλο κομμάτι απ' αυτό.

«Αν ο Σίμωνας έφαγε κάτι για μεσημεριανό στο κεφαλοχώρι», σκέφθηκε, «και δεν φάει πολύ για βραδυνό, το ψωμί θα μας φθάσει για άλλη μια μέρα ακόμη». Ζύγιασε το κομμάτι το ψωμί στο χέρι της ξανά και ξανά και σκέφθηκε: «Δεν θα ζυμώσω άλλο σήμερα. Μας έχει μείνει τόσο αλεύρι που μπορεί να ψήσει κανείς μια φουρνιά μόνο. Πρέπει να τα καταφέρουμε να μας φθάσει μέχρι την Παρασκευή».

Έβαλε λοιπόν στη θέση του το ψωμί και στρώθηκε μπροστά στο τραπέζι για να μπαλώσει το πουκάμισο του ανδρός της. Καθώς έραβε, σκεφτόταν πως ο άνδρας της θα αγόραζε τις προβατοπροβιές για την κατασκευή του χειμερινού πανωφοριού τους.

«Μόνο να μην τον ξεγελάσει ο έμπορος. Ο καλός σου είναι τόσο αγαθός! Δεν μπορεί να κοροϊδέψει κανένα. ακόμα και το πιο μικρό παιδί μπορεί να τον εξαπατήσει. Οκτώ ρούβλια είναι πολλά λεφτά. Θα μπορούσε ν' αγοράσει μ' αυτά ένα καλό πανωφόρι. Βέβαια δεν θα 'ταν από επεξεργασμένο δέρμα, μα σίγουρα θα 'ταν ένα ευπρεπές χειμερινό πανωφόρι. Πόσο δύσκολο ήταν στη διάρκεια του προηγούμενου χειμώνα να βγούμε έξω στο κρύο χωρίς ένα ζεστό πανωφόρι. Δεν τολμούσα να κατηφορήσω μέχρι το ποτάμι, ούτε να πάω πουθενά αλλού. Όταν έβγαινε έξω κουκουλωνόταν με ότι είχαμε και έτσι δεν έμενε τίποτα για μένα. Βέβαια δεν ξεκίνησε και από τα χαράματα σήμερα, όμως θα 'πρεπε να 'χει γυρίσει πια. Ελπίζω μόνο να μην έχει πάει να τα τσούξει και μπλέχθηκε σε καμιά φασαρία».

Μόλις το 'χε σκεφθεί τούτο η Ματριόνα και ακούσθηκαν βήματα στο κατώφλι και κάποιος μπήκε στο σπίτι. Η Ματριόνα κάρφωσε τη βελόνα της στο πουκάμισο και βγήκε έξω στο διάδρομο. Εκεί είδε δυό άνδρες: το Σίμωνα και μαζί του έναν άλλο ξεσκούφωτο, που φορούσε τσόχινες μπότες.

Η Ματριόνα παρατήρησε με το πρώτο πως ο άνδρας της σκυλοβρωμούσε οινόπνευμα. «Να ' τα μας λοιπόν! Κάπου μπεκρούλιαζε ο αχαΐρευτος», σκέφθηκε. Και αμέσως μετά μόλις διέκρινε καθαρά πως δεν φορούσε πανωφόρι, παρά μόνο την αλατζένια της ζακέτας, δεν κρατούσε κανένα δέμα, στεκόταν εκεί σιωπηλός και φαινόταν ντροπιασμένος, ένιωσε την καρδιά της έτοιμη να θρυμματισθεί σε κομμάτια από την απογοήτευση. «Μπεκρούλιασε μα τα λεφτά μας ο ακαμάτης», συνέχισε το συλλογισμό της, «και μπλέχθηκε σε κάποιο σαματά με αυτόν τον ανεπρόκοπο το γύφτο, και είχε και το θράσος να μου τον κουβαλήσει στο σπίτι».

Η Ματριόνα τους έκανε τόπο να περάσουν μέσα στο χειμωνιάτικο και ακολουθώντας πίσω τους παρατήρησε πως ο ξένος -που δεν φαινόταν και τόσο γύφτος- ήταν ένας νεαρός, λεπτός άνδρας, που φορούσε το πανοφώρι του άνδρα της. Δεν φαινόταν κανένα πουκάμισο κάτω από το πανωφόρι και το κεφάλι του ήταν ακάλυπτο. Μόλις μπήκε στο χειμωνιάτικο στάθηκε στην άκρη ακίνητος και με χαμηλωμένη τη ματιά του και βλέποντας τον έτσι η Ματριόνα σκέφθηκε: «Θα πρέπει να ' ναι λωποδύτης εξάπαντος. Δεν βλέπεις πως φοβάται;»

Η Ματριόνα κατσούφιασε, στάθηκε όρθια δίπλα στη στόφα και τους έριξε μιά σκυθρωπή και σκοτεινή ματιά, να δει τι θα κάνουν. Ο Σίμωνας έβγαλε το σκούφο του και κάθησε στον πάγκο λες και όλα δούλευαν ρολόι. «Μπρός Ματριόνα», ξεφύσηξε, «αν είναι έτοιμο το δείπνο, σέρβιρε μας και μην κάθεσαι κει σαν χαμένη».

Η ματριόνα μουρμούρισε κα΄τι μέσα απ' τα δόντια της και δεν κινήθηκε καθόλου. Ίσα - ίσα μάλιστα στάθηκε ακίνητη εκεί που βρισκόταν δίπλα στη στόφα. Έριξε τη ματιά της πρώτα στον ένα κι ύστερα στον άλλο και κούνησε μόνο με σημασία το κεφάλι της. Ο Σίμωνας παρατήρησε πώς η γυναίκα του ήταν εκνευρισμένη, αλλά προσπάθησε να ξεφ΄΄υγει τη μουρμούρα της όσο πιο ανώδυνα μπορούσε. Προσποιήθηκε λοιπόν ότι δεν είχε αντιληφθεί τον εκνευρισμό της και έπιασε τον ξένο από το βραχίονα.

«Κάθησε φίλε μου», του ΄πε, "και μπρος, ας φάμε το βραδυνό μας".

Ο ξένος χωρίς να αρθρώσει λέξη κάθησε δίπλα του στον πάγκο.

"Λοιπόν έχει μαγειρέψει τίποτα γα μας;"

Η οργή της Ματριόνας ξεχύλισε σαν ατμός από καζάνι, που ΄ναι έτοιμο να εκραγεί: "Μωρέ μαγείρεψα και παραμαγείρεψα, αλλά όχι για ανεπρόκοπους σαν και σας . Δεν με ξεγελάς εμένα. Μεκρόπιες τ΄΄οσο που ξεμωράθηκες. Ξεκίνησες ν΄ αγοράσεις ένα πανωφόρι από προβατοπροβιά και όχι μόνο δεν τα κατάφερες, αλλά μου ΄ρθες πίσω και χωρίς το πανωφόρι που φορούσες, όταν έφυγες, και τραβολογώντας πίσω σου σαν άδεια σακκί αυτόν τον παγαπόντη. Δεν έχω φαί για μπεκρήδες σαν και σας".

" ΄Α, α, αρκετά Ματριόνα, ως εδώ! Μη γκρινιάζεις χωρίς σοβαρό λόγο. Καλύτερα θα΄ταν να ρωτήσεις πρώτα τι σόι άνθρωπος είναι και .."

" Δεν μου λες καλύτερα πρώτα εξυπνάκια μου, τι στο καλό έκανες τα λεφτά ;"

Ψαχουλεύοντας ο Σίμωνας βρήκε στη τσέπη της ζακέτας το τσαλακωμένο χαρτονόμισμα των τριών ρουβλίων, το τράβηξε έξω και το ξεδίπλωσε.

"Να τα λεφτά !" ξεφώνισε. " Ο Τριφόνωφ δεν πλήρωσε το χρέος του, μα υποσχέθηκε να το ξεπληρώσει γρήγορα ".

Η Ματριόνα άναψε ακόμη περισσότερο . Ο άνδρας της δεν είχε αγοράσει τις προβατοπροβιές, αλλά είχε δώσει το μοναδικό τους πανωφόρι σε κάποιο γυμνό φτωχό αλητάκο και τον είχε κιόλας κουβαλήσει στο σπίτι τους.

΄Απλωσε τη φούχτα της, γράπτωσε στα γρήγορα το χαρτονόμισμα παίρνοντας το από το τραπέζι, που το ΄χε αφήσει ο Σίμωνας, με σκοπό ν ατο κρύψει κάπου, όπου θα΄ ταν ασφαλές , και τσίριξε θυμωμένα : "Ξεχάστε το. Δεν έχω φαί για σας . Δεν έχω καμιά διάθεση να θρέφω όλους τους γυμνούς μπεκρήδες της γης".

΄ Ακου δω να σου πω, Ματριόνα ! Για Μάζεψε λίγο την γλώσσα σου. Πρώτα άκουσε τι έχει να σου πει ο άνδρας σου -"

"Μωρέ σιγά τα σοφά λόγια που θα ακούσω από το στόμα ενός χαζομεθύστακα ! Δίκιο είχα που δεν ήθελα να παντρευθώ ένα μεθύστακα σαν και σένα. Τα ασπρόρουχα που μου ΄δωσε προίκα η μάνα μου τα ξεπούλησες και τα ΄πιες και σήμερα που ΄φυγες να αγοράσεις ένα επανωφόρι πάλι μου γύρισε πίσω έχοντας πιεί και αυτά τα λεφτά !"

Ο Σίμωνας προσπάθησε να εξηγήσει στη γυναίκα του ότι είχε ξοδέψει μόνο είκοσι καπίκια. Προσπάθησε να της διηγηθεί πως είχε βρεί τον άνθρωπο - αλλά η Ματριόνα δεν τον άφησε να ξεστομίσει ούτε μια λέξη .Η γλώσσα της δούλευε ροδάνι και ξεφούρνιζε πράγματα που΄χαν συμβεί δέκα χρόνια πριν.

Ο Σίμωνας άρχισε να βγάζει τη ζακέτα γυρίζοντας ανάποδα το μανίκι. Η Ματριόνα άρπαξε τη ζακέτα από το μανίκι που κρεμόταν ξυλώνοντας τις ραφές του και στριφογυρίζοντας την με βία την πέταξε πίσω της πάνω από το κεφάλι της, ενώ ταυτόχρονα κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Ήταν αποφασισμένη να βγει έξω, αλλά σταμάτησε αναποφάσιστη - ήθελε κάπου να ξεσπάσει το θυμό της, μα ταυτόχρονα φαγωνόταν να μάθει τι σοί άνθρωπος ήταν ο ξένος.


Κοινός κλήρος ο θάνατος

Η Ματριόνα με το πρόσωπο ακόμη στραμμένο προς την πόρτα άρχισε να λέει: «Αν ήταν καλός άνθρωπος δεν θα τον έβρισκες γυμνό! Γιατί δεν είχε πάνω του ούτε πουκάμισο; Αν ήταν τίμιος, θα μου 'λεγες πως έμπλεξες μαζί του».

«Μα ευλογημένη, αυτό προσπαθώ να σου πω τόσην ώρα!», απάντησε ο Σίμωνας. «Μόλις έφθασα στο εκκλησάκι τον είδα κουλουριασμένο εκεί γυμνό και παγωμένο. Και δεν είναι βέβαια η κατάλληλη εποχή για να κάθεται έτσι γυμνός κάποιος! Μ' έστειλε ο Θεός κοντά του, αλλιώς θα 'χε πεθάνει ξυλιασμένος από το κρύο. Τι έπρεπε να κάνω; Πώς ξέρουμε τι θα μπορούσε να του συμβεί; Έτσι λοιπόν τον σήκωσα, τον έντυσα και τον έφερα μαζί μου. Μη θυμώνεις τόσο πολύ Ματριόνα. Είναι αμαρτία. Θυμήσου: όλοι θα πεθάνουμε κάποια μέρα».

Λέξεις γεμάτες οργή έφθασαν μέχρι την άκρη των χειλιών της Ματριόνα, αλλά καθώς έστρεψε τη ματιά της προς τον ξένο παρέμεινε σιωπηλή. Ο καλός σου καθόταν άκρη - άκρη στον πάγκο, ακίνητος, με τα χέρια του σταυρωμένα πάνω στα γόνατά του, με το κεφάλι γερμένο στο στήθος του, με τα μάτια κλειστά, συνοφρυωμένος σαν να τον διαπερνούσε οξύς πόνος. Η Ματριόνα εξακολουθούσε να σιωπά και ο Σίμωνας ψέλλισε: "Ματριόνα δεν έχεις καθόλου συμπόνια μέσα σου ;"

Καθώς ταύτα τα λόγια έφθασαν στα αυτιά της και η μάτια της διέτρεξε για άλλη μια άλλη μια φορά τον ξένο απ΄την κορφή μέχρι τα νύχια , η Ματρόνα ένιωσε την καρδιά της ξαφνικά να μαλακώνει. Ξαναγύρισε πίσω από την πόρτα όπου στεκόταν και πηγαίνοντας προς τη στόφα έβγαλε το φαγητό που ΄χε μαγειρέψει . Το σέρβιρε, βάζοντας στο τραπέζι και δυό ποτήρια που γέμισε με κβάς. Στο τέλος έβγαλε και το τελευταίο κομμάτι από το καρβέλι του ψωμιού μαζί με το τραπεζομάχαιρο και τα κουταλιά.

"Φάτε, αν τόσο το θέλετε", μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της.

Ο Σίμωνας τράβηξε απαλά προς το τραπέζι τον ξένο.

" ΄ Ελα, φίλε μου, κάθησε στη θέση σου ".

΄Εκοψε το κομμάτι του ψωμιού, το ΄τριψε σε μικρές μπουκιές μέσα στη σούπα των λαχανικών και άρχισαν να τρώνε. Η Ματριόνα στρογγυλοκάθησε στη γωνιά του τραπεζιού και στηρίζοντας το κεφάλι της μα τα χέρια, έριχνε διερευνητικές ματιές στον ξένο. Σε λίγο είχε κατασυγκινηθεί από την κακοτυχία του ξένου και αισθήματα συμπαθείας άρχισαν να την κατακλύζουν . Κείνη ακριβώς τη στιγμή ο ξένος σήκωσε το κεφάλι του. το πρόωπο του δεν ήταν πια σκυθρωπό και ατενίζοντας με λαμπερά μάτια τη Ματριόνα της χαμογέλασε .

΄Οταν αποτέλειωσαν το βραδυνό τους ή Ματριόνα σήκωσε τα σερβίτσια από το τραπέζι και άρχισε με τον τρόπος την ανακρίβεια τον ξένο :

" Από που κατάγεσαι;" ρώτησε .

" Δεν μεγαλωσα σε τούτα τα μέρη ".

"Και πως μπλέχθηκες στα πόδια μας τότε:"

" Δεν μπορώ να σας πω".

"Μήπως σε λήστεψε κάποιος:"

"Ο Θεός επέτρεψε να τιμωρηθώ !"

"Και βρέθηκες εκεί πέρα έτσι πεσμένος και γδυτός ;"

"Ναι Γδυτός και ξυλιασμένος. Ο Σίμωνας με πρόσεξε και με λυπήθηκε. ΄Εβγαλε το πανωφόρι του, μου το φόρεσε και μ' έφερε εδώ. Και συ μου ΄δωσε να φάω, με πότισε και με ευσπλαχνίσθηκε. Ο Θεός να στο ανταποδώσει!»

Η Ματριόνα σηκώθηκε, πήρε από την πονίτσα ένα παλιό πουκάμισο του Σίμωνα, που μπάλωνε πρίν, και το 'δωσε στον ξένο. Ακόμη ξεχώνιασε και ένα τριμμένο παντελόνι.

«Να», του πε, «βλέπω πώς δεν έχεις πουκάμισο. Φόρεσε αυτά και ξάπλωσε για ύπνο όπου σ' ευχαριστεί ή στο πατάρι ή εδώ κοντά στη στόφα».

Ο ξένος έβγαλε το πανωφόρι και αφού φόρεσε το πουκάμισο πήγε και ξάπλωσε ανάμεσα στα δεμάτια με το άχυρο που υπήρχαν στο πατάρι. Η Ματριόνα, αφού έσβησε το καντηλέρι, πήρε το πανωφόρι και κατευθύνθηκε εκεί που ήδη είχε ξαπλώσει ο άνδρας της. Πιάνοντας τις άκρες του πανωφοριού τυλίχθηκε σ' αυτό και έγειρε δίπλα του. Δεν κατάφερνε όμως να βγάλει από το μυαλό της τον ξένο και στριφογύριζε χωρίς να μπορεί να κοιμηθεί. Καθώς θυμόταν πώς ο ξένος είχε καταναλώσει το τελευταίο κομμάτι από το καρβέλι του ψωμιού και δεν είχε μείνει ούτε ψίχουλο για την αυριανή μέρα. πως του 'χε δώσει - σε μιά στιγμή αδυναμίας - το πουκάμισο και το παντελόνι, καταθλιβόταν. Αλλά μόλις έφερνε στη μνήμη της πως της είχε χαμογελάσει, η καρδιά της ζεσταινόταν από χαρά.

Για πολλή ώρα ο ύπνος δεν σφάλιζε τα μάτια της Ματριόνα. Ξαφνικά συνειδητοποίησε πως και ο Σίμωνας παρέμενε άγρυπνος καθώς κάποια στιγμή αυτός τράβηξε τη μιά άκρη του πανωφοριού προς το μέρος του.

«Σίμων;!»

«Ναι;!»

«Φάγατε και το τελευταίο ψίχουλο από το καρβέλι του ψωμιού και γω δεν ανάπιασα προζύμι για να ζυμώσω άλλο. Δεν ξέρω τι να κάνω για αύριο. Ίσως να δανειστώ λίγο από τη γειτόνισσά μας τη Μάρθα».

«Ας ζούμε μέχρι το πρωί και κάτι θα βρούμε να φάμε».

Η γυναίκα απόμεινε για λίγο σιωπηλή και έπειτα είπε: «Φαίνεται να 'ναι καλός άνθρωπος, αλλά γιατί δεν μας λέει ποιός πράγματι είναι;»

«Θα 'χει τους λόγους του υποθέτω».

«Σίμων;!»

«Έλα!»

«Ίδες, εμείς κάνουμε ελεημοσύνη. Γιατί ποτέ κανείς δεν προσφέρει τίποτα σε μας;»

Ο Σίμωνας έμεινε σιωπηλός μη ξέροντας τι να απαντήσει. Έτσι ψιθύρισε μόνο: «ας σταματήσουμε πιά την πολυλογία», και γυρνώντας στο άλλο του πλευρό αποκοιμήθηκε.

Μιχαήλ

Νωρίς το άλλο πρωί ο Σίμωνας ξύπνησε ενώ τα παιδιά κοιμόντουσαν ακόμη και η γυναίκα του είχε πάει στην γειτόνισσα να δανεισθεί λίγο ψωμί. Ο ξένος καθόταν μόνος του στον πάγκο της κουζίνας , φορώντας το παλιό πουκάμισο και το παντελόνι και έχοντας τη ματιά του στραμμένη πάνω προς το ταβάνι. Το πρόσωπό του ήταν πιο φωτεινό απ’ ό,τι την προηγούμενη μέρα. Ο Σίμωνας κατευθύνθηκε προς το μέρος του λέγοντας:

«Λοιπόν, φίλε μου, το στομάχιμας χρειάζεται ψωμί για να στυλωθεί και το γυμνό σώμα ρούχα για να προφυλαχθεί από το κρύο. Για να ζήσει κανείς πρέπει να εργάζεται. Εδώ που τα λέμε, τι δουλειά ξέρεις να κάνεις;»

«Δεν ξέρω καμία».

Η απάντηση αυτή ξάφνιασε το Σίμωνα δεν το ‘δειξε όμως και συνέχισε απτόητος: «Όποιος έχει υπομονή να μαθητεύσει, μπορεί να μάθει οτιδήποτε».

«Αφού όλοι οι άνθρωποι εργάζονται και γω μπορώ να δουλέψω!»

«Πως σε λένε;»

«Μιχαήλ»

«Λοιπόν, Μιχαήλ, αν δεν θες να πεις κουβέντα για τον εαυτό σου, είναι δική σου δουλειά. Αλλά να ξέρεις πως πρέπει να κερδίσεις τα ψωμί δουλεύοντας. Αν ακολουθήσεις τις οδηγίες που θα σου δώσω για τη δουλειά, θα σου προσφέρω τροφή και στέγη».

«Ας το ξεπληρώσει ο Θεός ! Έχω διάθεση να μάθω. Δείξε μου τι πρέπει να κάνω».

Ο Σίμωνας πήρε μια κλωστή την τύλιξε γύρω από τον αντίχειρά του και άρχισε να την στρίβει σε σπάγκο.

«Δες, είναι αρκετά εύκολο!»

Ο Μιχαήλ, που τον παρακολουθούσε προσεκτικά, τύλιξε λίγη κλωστή γύρω από τον αντίχειρά του με τον ίδιο τρόπο και με αρκετή επιδεξιότητα άρχισε να την στρίβει. Κατόπιν ο Σίμωνας του έδειξε πώς να κερώνει το σπάγκο. Και αυτό ο Μιχαήλ το κατάφερε αρκετά καλά. Έπειτα τον έμαθε πώς να πλέκει τη γουρουνότριχα μαζί με τον ήδη έτοιμο σπάγκο και να ράβει και ο Μιχαήλ το έμαθε αμέσως. Οτιδήποτε και αν του ‘δειχνε ο Σίμωνας το αντιλαμβανόταν γρήγορα και μετά από τρεις μέρες εργαζόταν λες και έραβε μπότες όλη του την ζωή. Εργαζόταν ασταμάτητα και έτρωγε λίγο. Όταν η δουλειά τελείωνε καθόταν σιωπηλός κοιτώντας ψηλά. Σπάνια έβγαινε έξω, μιλούσε μόνο όταν ήταν απαραίτητο, χωρίς να γελά ή να λέει αστεία. Δεν τον είδαν ποτέ να χαμογελά, εκτός από το πρώτο εκείνο βράδυ, όταν η Ματριόνα του ς έστρωσε για φαγητό.


Ο άρχοντας και οι μπότες

Μέρα με τη μέρα, βδομάδα με τη βδομάδα κύλησε η χρονιά. Ο Μιχαήλ ζούσε και εργαζόταν με τον Σίμωνα. Η φήμη του απλώθηκε τόσο που οι άνθρωποι έλεγαν πως κανείς δε ράβει μπότες τόσο επιδέξια και γερά όπως ο τεχνίτης του Σίμωνα, ο Μιχαήλ. Έτσι, απ’ όλη τη γύρω περιοχή έρχονταν στο Σίμωνα για τις μπότες τους και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι δουλειές του να πηγαίνουν καλά.

Μια χειμωνιάτικη μέρα, καθώς ο Σίμωνας και ο Μιχαήλ δούλευαν μπροστά στους πάγκους τους, μια άμαξα-έλκηθρο, που την έσερναν τρία άλογα με κουδούνια , γλιστρώντας πάνω στο παγωμένο χιόνι προσέγγισε την καλύβα τους. Ξαφνιασμένοι κοίταξαν απ’ το παράθυρο και την είδαν να σταματά μπροστά στην πόρτα τους. Αμέσως ένας καλοντυμένος υπηρέτης πήδηξε από την καρότσα και άνοιξε την πόρτα της άμαξας. Ένας ευγενής κύριος, φορώντας ένα γούνινο παλτό, βγήκε έξω από την άμαξα και προχώρησε προς την καλύβα. Η Ματριόνα πετάχθηκε σαν αίλουρος και άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Ο κύριος, φθάνοντας στην είσοδο, έσκυψε για να μπει στην καλύβα και σαν ίσιωσε πάλι το κορμί του το κεφάλι του κόντεψε να φθάσει σχεδόν το ταβάνι και φάνηκε πως θα γέμιζε με το σώμα του ολόκληρο το δωμάτιο.

Ο Σίμωνας πετάχθηκε όρθιος και υποκλίθηκε, ενώ στο πρόσωπό του διαγράφηκε μια έκφραση σαστιμάρας. Οι συναλλαγές του ήταν τέτοιες που δεν είχε ποτέ αντικρύσει κάποιον σαν κι αυτόν τον ευγενή. Ο ίδιος ο Σίμωνας ήταν πολύ αδύνατος, ο Μιχαήλ ψηλόλιγνος, η Ματριόνα κατάξερη με αποστεωμένο κορμί -έτσι που τούτος ο άνδρας έμοιαζε μπροστά τους σαν να προερχόταν από άλλο κόσμο: με πρόσωπο κατακόκκινο να σφύζει από υγεία, γεροδεμένος, με σβέρκο όμοιο με ταύρου, φαινόταν σαν να 'ταν ολόκληρο καμωμένος από μαντέμι, έτσι αλύγιστος και άκαμπτος που στεκόταν. Αναπνέοντας βαριά έβγαλε το γούνινο παλτό το, κάθησε στην άκρη του πάγκου και είπε:

«Ποιος από σας είναι το αφεντικό;»

«Εγώ, εξωχότατε,» απάντησε ο Σίμωνας πλησιάζοντας τον πάγκο.

«Εϊ, Φέντκα,» φώναξε τότε ο κύριος στον υπηρέτη του, «φέρε το δέμα».

Ο υπηρέτης όρμησε μέσα στην καλύβα κουβαλώντας ένα δέμα. Ο κύριος το πήρε και το 'βαλε πάνω στο τραπέζι. «Ξεδίπλωσέ το» διέταξε, και ο υπηρέτης εκτέλεσε αμέσως την εντολή.

«Κοίταξε δω, παπουτσή,» είπε στο Σίμωνα δείχνοντας με το δάκτυλο το δέμα. «Το βλέπεις αυτό το δέρμα;»

«Ναι, εντιμότατε».

«Ξέρεις τι είδους δέρμα είναι;»

Ο Σίμωνας ψηλάφησε το δέρμα και αποφάνθηκε: «Πολύ καλό δέρμα!»

«Μα το Θεό, πολύ καλό. Μα συ, κακομοίρη μου, ποτέ στη ζωή σου δεν έχεις δει τέτοιο δέρμα. Είναι από τη Γερμανία και κοστίζει είκοσι ρούβλια».

Ο Σίμωνας τα 'χασε και τρομοκρατημένος ψέλλισε:

«Μα πως θα μπορούσα ποτέ να 'χω δει τέτοιο δέρμα;»

«Συμφωνώ απόλυτα, κακομοίρη μου! Για πες μου όμως τώρα: μπορείς να μου φτιάξεις μπότες απ' αυτό;»

«Βεβαίως, εξοχώτατε, μπορώ».

«Μπορείς λοιπόν, ε;», ξεφώνισε ειρωνικά ο άρχοντας. «Τότε να θυμάσαι για ποιον τις φτιάχνεις και ποια η ποιότητα και η τιμή του δέρματος. Θα πρέπει να μου φτιάξεις μπότες που να τις φορώ για ένα ολόκληρο χρόνο χωρίς αυτές να χάσουν τη φόρμα τους και χωρίς να ξηλωθούν. Αν μπορείς να εγγυηθείς πως θα τα καταφέρεις, τότε πάρε το δέρμα και κόψτο για να φτιάξεις τις μπότες. Αν δεν μπορείς, πες το. Σε προειδοποιώ πάντως: αν οι μπότες που θα φτιάξεις ξηλωθούν μέσα στον πρώτο χρόνο χρήσης τους, στο λέω να το ξέρεις, θα σε ρίξω στη φυλακή. Αν όμως δεν ανοίξουν και δεν χάσουν τη φόρμα τους, θα σου πληρώσω δέκα ακόμη ρούβλια για τη δουλειά σου».

Ο Σίμωνας είχε τρομοκρατηθεί και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Έστρεψε με τρόπο το βλέμμα του κοιτώντας ερωτηματικά το Μιχαήλ και σκουντώντας τον ελαφρά με τον αγκώνα του, του ψιθύρισε: «Να κρατήσω τη δουλειά;» Ο Μιχαήλ έγνεψε «ναι» κουνώντας αδιόρατα σχεδόν το κεφάλι του.

Ο Σίμωνας έκανε ότι τον συμβούλεψε ο Μιχαήλ και ανέλαβε να φτιάξει τις μπότες έτσι που να μην χάσουν τη φόρμα τους ή να ξηλωθούν για ένα ολόκληρο χρόνο.

Στο μεταξύ ο άρχοντας φώναξε τον υπηρέτη του και τον διέταξε να του βγάλει την μπότα από το αριστερό πόδι, που του 'χε απλώσει γι' αυτό το σκοπό.

«Πάρε μου τα μέτρα!» είπε στο Σίμωνα.

Ο Σίμωνας άρπαξε ένα τσαλακωμένο χαρτί-πατρόν δεκαεπτά ίντσες φαρδύ, προσπάθησε να το ξεζαρώσει με την παλάμη του, έπεσε στα γόνατα μπροστά στα πόδια του άρχοντα, καθάρισε στα γρήγορα τα βρώμικα χέρια του στην ποδιά του για να μη λερώσει την κάλτσα του κυρίου και άρχισε να βγάζει πατρόν. Μέτρησε την πατούσα, καθώς και την καμάρα του ποδιού, αλλά αρχίζοντας το μέτρημα της γάμπας πρόσεξε θορυβημένος ότι το χαρτί ήταν κοντό και δεν έφθανε, μια και η γάμπα του κυρίου ήταν χοντρή σαν δοκάρι.

«Πρόσεξε να μην τις κάνεις και μου είναι πολύ σφικτές στη γάμπα», παρατήρησε ο άρχοντας.

Ο Σίμωνας πήρε μια άλλη λωρίδα χαρτιού και ενώνοντάς την με το πρώτο συνέχισε να παίρνει μέτρα. Ο άρχοντας, στο μεταξύ, τίναξε απότομα τα δάκτυλα του ποδιού του μέσα στην κάλτσα, για να τα ξεμουδιάσει και στρέφοντας γύρω τη ματιά του παρατήρησε όλους όσοι βρίσκονταν εκεί, σταματώντας διερευνητικά το βλέμμα του στο Μιχαήλ.

«Ποιος είναι αυτός εκεί;» ρώτησε απορημένα.

«Ο παραγιός μου!» απάντησε αμέσως ο Σίμωνας. «Αυτός θα ράψει τις μπότες σας».

«Πρόσεξε καλά», παρατήρησε ο άρχοντας στο Μιχαήλ, «να θυμάσαι πως πρέπει να τις ράψεις τόσο καλά, ώστε να διαρκέσουν ολόκληρο χρόνο αξήλωτες».

Ο Σίμωνας στράφηκε, καθώς λεγόντουσαν αυτά, προς το Μιχαήλ και πρόσεξε με έκπληξη πως αυτός ούτε που κοίταξε τον άρχοντα, αλλά αντίθετα ατένιζε επίμονα τη γωνία πίσω από τον επισκέπτη, σαν να 'βλεπε κάποιον άλλο εκεί. Ο Μιχαήλ συνέχιζε να κοιτά επίμονα και με αυξανόμενη ένταση μέχρι που ξαφνικά χαμογέλασε και το πρόσωπό του φωτίστηκε.

«Σε ποιον κάνεις αυτές τις γελοίες γκριμάτσες, ηλίθιε;» βροντοφώναξε ο άρχοντας. «Κοίταξε καλύτερα να 'χεις έτοιμες τις μπότες στην ώρα τους!»

«Θα 'ναι έτοιμες την κατάλληλη στιγμή! Μην ανησυχείς καθόλου, κύριε», βεβαίωσε αινιγματικά ο Μιχαήλ.

«Το καλό που σου θέλω, να 'ναι!» είπε σφυρικτά ο άρχοντας και αφού φόρεσε τις μπότες του και το γούνινο παλτό του τυλίγοντάς το σφυκτά γύρω του, προχώρησε με βαριά και γοργά βήματα προς την πόρτα. Μα λησμόνησε να σταθεί λίγο και να σκύψει και έτσι κουτούλησε με το κεφάλι του το χαμηλό υπέρθυρο. Βλαστημώντας έτριψε το μέτωπό του και ανεβαίνοντας στην άμαξα, στρογγυλοκάθησε βαρύς στη θέση του. Αμέσως η άμαξα ξεκίνησε και σε λίγο χάθηκε στη στροφή του δρόμου.

Όταν πια είχε εξαφανισθεί από τα μάτια τους, ο Σίμωνας στράφηκε στη γυναίκα του και παρατήρησε ειρωνικά: «Τούτος δω δεν είναι του χεριού σου! Δεν μπορείς να τον κάνεις καλά κτυπώντας τον με τον κόπανό σου! Ξεκόλλησε σχεδόν υπέρθυρο κουτουλώντας πάνω του και δεν φάνηκε να νιώθει τίποτα!»

«Με τη ζωή βέβαια που κάνει», του απάντησε η Ματριόνα, «πως να μη γίνει τόσο δυνατός; Ακόμη και ο θάνατος δεν μπορεί να τον αγγίξει τόσο ακλόνητος σαν βράχος που 'ναι!»




Μπότες ή παντόφλες;

Έπειτα ο Συμεών απευθύνθηκε στο Μιχαήλ: «Λοιπόν, κερδίσαμε την παραγγελία, αλλά πρέπει να προσέξουμε να μην μπλέξουμε σε φασαρίες. Το δέρμα είναι πανάκριβο και ο κύριος ευερέθιστος. Δεν έχουμε περιθώριο για λάθη. Μπρος, έλα τώρα. Η όρασή σου είναι οξύτερη από τη δική μου και τα χέρια σου αποδείχθηκαν πιο επιδέξια από τα δικά μου. Πάρε λοιπόν τούτο το πατρόν και κόψε τις μπότες. Εγώ θα αποτελειώσω έπειτα τη δουλειά ράβοντας το κουτουπιέ». Ο Μιχαήλ έκανε αμέσως ότι του 'πε. Πήρε το δέρμα, και απλώνοντάς το πάνω στο τραπέζι, το δίπλωσε στα δύο, πήρε τη φαλτσέτα και άρχισε να το κόβει σύμφωνα με το σχέδιο του πατρόν.

Η Ματριόνα στο μεταξύ πλησίασε και τον παρακολουθούσε που έκοβε το δέρμα. Παραξενεύθηκε όμως με τον τρόπο που το έκανε. Ήταν συνηθισμένη να βλέπει τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζονταν οι μπότες και καθώς κοιτούσε είδε πως ο Μιχαήλ δεν έκοβε το δέρμα έτσι ώστε να κατασκευασθούν μπότες, αλλά αντίθετα κινούσε τη φαλτσέτα κόβωντας κυκλικά. Κάτι της ήρθε να πει διακόπτοντάς τον, αλλά διστάζοντας σκέφθηκε: «Ίσως δεν αντιλαμβάνομαι καλά πως πρέπει να φτιάχνονται οι μπότες των ευγενών. Σίγουρα ο Μιχαήλ ξέρει καλύτερα από μένα -ας μην ανακατευθώ λοιπόν».

Όταν ο Μιχαήλ αποτελείωσε το κόψιμο του δέρματος πέρασε νήμα σε μια βελόνα και άρχισε να ράβει, όχι όπως φτιάχνουν τις μπότες ενώνοντας με ράμματα και τις δυο άκρες του δέρματος, αλλά μόνο τη μια άκρη, όπως φτιάχνουν τις παντόφλες. Και πάλι η Ματριόνα τον κοίταξε με απορία, μα δεν τόλμησε να ανακατευθεί και τούτη τη φορά. Ο Μιχαήλ στο μεταξύ συνέχισε να ράβει σταθερά μέχρι το μεσημέρι. Τότε ήταν που ο Σίμωνας σταμάτησε τη δική του δουλειά και σηκώθηκε για το μεσημεριάτικο φαγητό. Ρίχνοντας μια ματιά γύρω ανακάλυψε έντρομος πως ο Μιχαήλ είχε φτιάξει παντόφλες από το ακριβό δέρμα που τους είχε αφήσει ο ευγενής.

«Αχού!» βόγγηξε ο Σίμωνας και σκέφθηκε απογοητευμένος: «Πως έγινε και ο Μιχαήλ, που όντας μαζί μου ένα ολόκληρο χρόνο τώρα δεν έκανε και το παραμικρό λάθος, να κάνει σήμερα αυτή τη φοβερή γκάφα; Εκείνος ο ευγενής μας παρήγγειλε μπότες με βάρβουλα, ψηλές, με φόντια στο πάνω μέρος τους και ο Μιχαήλ έφτιαξε μαλακές και ελαφριές παντόφλες μονόσολες, χαραμίζοντας και το ακριβό δέρμα. Τι να πω τώρα και πως θα δικαιολογηθώ στον ευγενή; Καταστράφηκα! Ποτέ δεν θα μπορέσω να αντικαταστήσω ένα τόσο πανάκριβο και φινετσάτο δέρμα!»

Αμέσως μετά στράφηκε στο Μιχαήλ και του φώναξε οργισμένα: «Τι έκανες εκεί ασυλλόγιστε; Που είχες το μυαλό σου; Ω, Θεέ μου! Κατάλαβες ότι με κατέστρεψες; Το 'ξερες πως ο άρχοντας παρήγγειλε ψηλές μπότες, δεν το 'ξερες; και δες τι έφτιαξες εσύ!»

Μόλις που 'χε αρχίσει να κατσαδιάζει το Μιχαήλ και ακούστηκε ο μεταλλικός ήχος από το σιδερένιο κρικέλι, που κρεμόταν στην πόρτα τους. Κάποιος ήταν έξω από την πόρτα και κτυπούσε. Έτρεξαν και κοίταξαν από το παράθυρο έξω. Ένας έφιππος άνδρας μόλις είχε ξεπεζεύσει και έδενε το άλογό του σ' ένα μικρό ξύλινο κοντάρι, που 'ταν μπηγμένο πιο κει από την πόρτα του. Καθώς άνοιξαν την πόρτα, και ο άνδρας μπήκε μέσα, αντιλήφθηκαν πως ήταν ο υπηρέτης που είχε έρθει το πρωί μαζί με τον άρχοντα.

«Καλημέρα», χαιρέτησε ο υπηρέτης.

«Καλή σου μέρα», τον αντιχαιρέτησε ο Σίμωνας. «Σε τι μπορούμε να σε εξυπηρετήσουμε, πατριώτη;»

«Η κυρά μου με έστειλε για κείνες τις μπότες!»

«Για τις μπότες; Τι θέλει ακριβώς;» ψέλλισε ο Σίμωνας παγωμένος και με ξεψυχισμένη φωνή.

«Να σου πω πως ο κύριός μου δεν τις χρειάζεται πια!»

«Δεν τις χρειάζεται πιά;» είπε με απορία ο Σίμωνας. «Μα πως είναι δυνατόν;»

«Δεν κατάφερε να φθάσει ζωντανός στο σπίτι του. Πέθανε μέσα στο αμάξι μόλις φύγαμε από σας. Όταν φθάσαμε στο σπίτι οι υπηρέτες έτρεξαν να τον βοηθήσουν να κατέβει. Καθώς όμως άνοιξαν την πόρτα, αυτός κύλησε έξω σαν βαρυφορτωμένο σακκί. Βέβαια ήταν ήδη από ώρα πεθαμένος και είχε γίνει άκαμπτος, που με μεγάλη δυσκολία και κόπο καταφέραμε να τον βγάλουμε έξω από την άμαξα. Η κυρά μου λοιπόν μ' έστειλε γρήγορα εδώ με την εξής εντολή: "Πες στον παπουτσή ότι ο άρχοντας που του παρήγγειλε μπότες και του άφησε το πανάκριβο δέρμα να τις φτιάξει, δεν τις έχει πια ανάγκη. Αντίθετα πρέπει να φτιάξει, όσο μπορεί πιο γρήγορα, μαλακές και ελαφριές παντόφλες για το λείψανο. Περίμενε μέχρι να τις φτιάξει και φέρτες μαζί σου επιστρέφοντας εδώ". Να λοιπόν γιατί ήρθα πάλι πίσω».

Ο Μιχαήλ ατάραχος, με ήσυχες και λίγο αργές κινήσεις συμμάζεψε όσα κομμάτια από το δέρμα είχαν περισσέψει, τα τύλιξε σε ρολό, άρπαξε τις μαλακές παντόφλες, που 'χε φτιάξει, τις κτύπησε μεταξύ τους τινάζοντας τη σκόνη που 'χαν, τις καθάρισε προσεκτικά με την ποδιά του και τις έδωσε μαζί με το τυλιγμένο δέρμα στον υπηρέτη, που τα πήρε όλα και έφυγε λέγοντας: «Γειά σας, μαστόρια, και καλή σας μέρα!»


Καθώς περνούν τα χρόνια

Ένας χρόνος πέρασε και έπειτα κι άλλος. Ο Μιχαήλ συμπλήρωνε τώρα κοινή ζωή με το Σίμωνα έξι σχεδόν χρόνων. Περνούσε τον καιρό του όπως τις πρώτες μέρες. Δεν απομακρυνόταν από το σπίτι. μιλούσε μόνο όταν ήταν ανάγκη και όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε χαμογελάσει παρά μόνο δυό φορές: την πρώτη , όταν η Ματριόνα του πρόσφερε τροφή και τη δεύτερη όταν ο ευγενής βρέθηκε στην καλύβα. Ο Σίμωνας ήταν κατενθουσιασμένος με τη δουλειά του. Δεν τον ξαναρώτησε πια από που καταγόταν. Το μόνο που φοβόταν ήταν μήπως ο Μιχαήλ θελήσει κάποια στιγμή να φύγει.

Κάποια μέρα έτυχε να βρίσκονται όλοι στο σπίτι : η Ματριόνα φούρνιζε φαγητό σε μεταλλικά ταψάκια τα παιδιά έτρεχαν παίζοντας γύρω από τους πάγκους της κουζίνας, ενώ ταυτόχρονα στριμώχνονταν στα παράθυρα και έριχναν ματιές έξω ο Σίμωνας έραβε κοντά στο ένα παράθυρο και ο Μιχαήλ άρφωνε ένα τακούνι κάτω από το άλλο.

΄Ενα από τα αγόρια, καθώς ΄τρεχε γύρω από τον πάγκο που εργαζόταν ο πατέρας του με το Μιχαήλ. στράφηκε προς το παράθυρο και κοιτάζοντας προς τα έξω φώναξε με ενθουσιασμό : " Δες, θείε Μιχάλ, δες ! Μια κυρία με τα κοριτσάκια της ! Φαίνεται πως έρχονται κατά δω. Και το ένα από τα κοριτσάκια είναι κουτσό !".

Μόλις ο μικρός απόσωσε την κουβέντα του ο Μιχαήλ πετάχθηκε όρθιος παρατώντας τη δουλειά του και πλησιάζοντας στο παράθυρο κοίταξε επίμονα έξω στο δρόμο. Ο Σίμωνας στράφηκε με έκπληξη και τον κοίταξε. Ο Μιχαήλ δεν συνήθιζε ποτέ να κοιτά έξω στο δρόμο και τώρα να ΄τος ο καλος σου να πιέζει κιόλας το πρόσωπό του πάνω στο τζάμι ατενίζοντας με επιμονή κάτι. ΄Ετσι και ο Σίμωνας αναγκάσθηκε να στρέψει τα μάτια τους προς τα έξω και είδε πως πραγματικά μια καλοντυμένη ερχόταν προς την καλύβα του, κρατώντας από τα χεράκια τους δυο κοριτσάκια που φόραγαν γούνινα επανωφόρια και μάλλινες σάρπες. Τα κοριτσάκια αυτά ήταν πανομοιότυπα τόσο ώστε δύσκολα θα μπορούσες να ξεχωρίσεις το ένα από το άλλο, εκτός από το ότι το ένα απ΄ αυτά πρέπει να είχε στο ένα πόδι κάποια αναπηρία και γι΄ αυτό περπάταγε κουτσαίνοντας.

Η κυρία βάδισε προς τη σκεπαστή είσοδο της καλύβας και ακολούθησε το διάδρομο προς την είσοδο. Αφού στάθηκε για λίγο ερωτηματικά απορώντας για το πως θα μπει, βρήκε επιτέλους το μάνδαλο και σηκώνοντάς το άνοιξε την πόρτα. ΄Εκανε χώρο για να περάσουν πρώτα τα δυό της κοριτσάκια και έπειτα τα ακολούθησε μέσα στην καλύβα.

"Καλημέρα σας, καλοί μου άνρθωποι", χαιρέτησε.

"Παρακαλώ, περάστε", απάντησε μελιστάλακτα ο Σίμωνας. " Τι μπορούμε να κάνουμε για σας;"

Η γυναίκα κάθησε στον πάγκο κοντά στο τραπέζι. Τα κοριτσάκια στριμώχθηκαν γύρω στα γόνατά της, ατενίζοντας με φόβο τους ανθρώπους της καλύβας.

"Θέλω να φτιάξετε ανοιξιάτικα παπούτσια για τα δυο τούτα κοριτσάκια".

" Ασφαλώς και θα τα φτιάξουμε. Ποτέ μέχρι τώρα δεν έχουμε φτιάξει τόσο μικρά παπούτσια, αλλά σίγουρα μπορούμε να τα φτιάξουμεή με βάρδουλα ή γυριστά και πάντως φοδραρισμένα με λινό. Ο Μιχαήλ. ο σύντεχνός μου, είναι ο καλύτερος σ΄αυτή της δουλειά ".

Λέγοντας αυτά ο Σίμωνας κοίταξε με την άκρη του ματιού το Μιχαήλ και είδε πως ο καλός σου είχε παρατηρήσει τη δουλειά και καθόταν αργός έχοντας καρφώσει κυριολεκτικά τα μάτια του στα δυο κοριτσάκια. ΄Ενιωσε βαθιά κατάπληξη . ΄Ηταν αλήθεια πως τα κοριτσάκια ήταν χαριτωμένα, με μαύρα μάτια, με παχουλά και ροδοκόκκινα μαγουλάκια και φορούσαν όμορφες σάρπες και γούνινα πανωφόρια παρ΄ολα αυτά ο Σίμωνας δεν μπορούσε ακόμη να καταλάβει γιατί ο Μιχαήλ τα κοιτούσε μ΄αυτό τον παράξενο τρόπο - σαν να τα ΄χε ξαναδεί και άλλη φορά. Παρ΄ όλο που απορούσε με την όλη κατάσταση ο Σίμωνας συνέχιζε να κουβεντιάζει με τη γυναίκα κανονίζοντας την τιμή. Μόλις τα κατάφερε, προετοιμάστηκε για να πάρει μέτρα. Τότε η γυναίκα σήκωσε το ανάπηρο κοριτσάκι στην αγκαλιά της και είπε: " Πάρε μέτρα και για τις δυο απ΄τα πόδια αυτού του κοριτσιού. Φτιάξε ένα παπούτσι για το ανάπηρο πόδι και τρία με τα μέτρα του υγιούς ποδιού. Και τα δυο κοριτσάκια έχουν το ίδιο μέγεθο ποδιού. Είναι, βλέπεις δίδυμα".

Ο Σίμωνας πήρε τα μέτρα όπως του υπέδειξαν και δείχνοντας το ανάπηρο κοριτσάκι ρώτησε : "Πως της συνέβη αυτή η αναπηρία; Είναι τόσο χαριτωμένο κοριτσάκι ΄Ετσι γεννήθηκε; "

" ΄Οχι, δεν γεννήθηκε έτσι. Η μητέρα της της το 'σπασε ".

Κείνη τη στιγμή Ματριόνα αποφάσισε πως ήταν ώρα να μπει και αυτή στην κουβέντα. Τόση ώρα αναρωτιόταν ποια να ήταν τούτη η γυναίκα και ποιανού ήσαν αυτά τα παιδιά. Έτσι ρώτησε με έκπληξη: "Δηλαδή, δεν είσαι συ η μητέρα τους;"

" Όχι, καλή μου. Ούτε μητέρα τους είμαι, ούτε έχω κάποια συγγένεια μ' αυτά. Μου ήταν τελείως άγνωστα, όταν αποφάσισα να τα υιοθετήσω ".

"Δεν είναι παιδιά σου και όμως τα αγαπάς τόσο πολύ;"

"Πως μπορώ να μην τα αγαπώ, ευλογημένη; Τα ΄θρεψα και τα δυό από τα στήθη μου. Είχα ένα μικρό αγοράκι που μου πέθανε και το αγαπούσα τόσο το φτωχούλι , όπως τώρα αυτά τα κοριτσάκια ".

"Τότε ποιανού παιδιά είναι τα κοριτσάκια; " επέμεινε η Ματριόνα .


Η ιστορία μιας γυναίκας

Η κυρία, μια και άρχισε να μιλά , τους είπε όλη την ιστορία.

"Πάνε σχεδόν έξι χρόνια από τότε που πέθαναν οι γονείς τους, και οι δυο την ίδια βδομάδα. Ο πατέρας τους θάφτηκε την Τρίτη και η μητέρα τους πέθανε την Παρασκευή .Τούτα τα ορφανά γεννήθηκαν τρείς μέρες μετά το θάνατο του πατέρα τους και η μάνα τους δεν ξημερώθηκε μετά τη γέννα τους. Ο άνδρας μου και γω ήμασταν γειτόνοι τους. η αυλή μας συνόρευε με τη δική τους. Ο πατέρας τους ήταν ένας άνθρωπος που κοίταζε τη δουλειά του, χωρίς πολλά πάρε-δώσε με τους άλλους. ένας ξυλοκόπος στο δάσος. Καθώς έκοβαν ξύλα μια μέρα, ένας κορμός δένδρου, τους ξέφυγε και έπεσε πάνω του. Τον καταπλάκωσε κυριολεκτικά διαλύοντας σχεδόν τον κοιλιακό χώρο. Μόλις που πρόλαβαν να τον μεταφέρουν σπίτι και η ψυχή του πέταξε στο Θεό. Την ίδια αυτή βδομάδα η γυναίκα του γέννησε δίδυμα -τούτα τα δυο κοριτσάκια. Ήταν φτωχή και έρμη. δεν είχε κανένα κοντά της, νέο ή ηλικιωμένο. Μόνη της τα γέννησε και μοναχή της συνάντησε το θάνατο.

Το επόμενο πρωινό πήγα να την δω, μα μόλις μπήκα στην καλύβα, η φτωχούλα ήταν ήδη προ πολλού νεκρή και παγωμένη. Καθώς πέθανε, φαίνεται, κύλισε στο πλάι και πλάκωσε το ποδαράκι του κοριτσιού. Οι συγχωριανοί ήρθαν στην καλύβα, έπλυνα το σώμα της νεκρής, την νεκροστόλισαν, την έβαλαν σε φέρετρο και την έθαψαν. Πόσο καλοί συγχωριανοί αποδείχθηκαν. Τα μωρά απόμειναν μοναχά τους. Τι άλλο να κάναμε γι' αυτά; Ήμουν η μόνη γυναίκα εκείνη την εποχή κει γύρω, που 'χα χώρο. Θήλαζα το πρώτο μου παιδί, που 'ταν οκτώ εβδομάδων. Έτσι τα πήρα εγώ προσωρινά. Οι χωρικοί συνάχθηκαν για να σκεφθούν και να αποφασίσουν τι θα κάνουν με τα νεογέννητα δίδυμα. Στο τέλος μου πρότειναν: "Προς το παρόν, Μαρία, θα 'ταν καλύτερο αν κρατούσες συ τα κοριτσάκια. Αργότερα θα αποφασίσουμε τι θα κάνουμε τελικά μ' αυτά".

Έτσι θήλαζα με το γάλα του στήθους μου μόνο το υγιές κοριτσάκι στην αρχή, παραμελώντας το ανάπηρο, που πίστευα πως δεν πρόκειται να ζήσει. Αλλά αργότερα σκέφθηκα πως ήταν κρίμα να υποφέρει το μικρό ανάπηρο αγγελούδι. Τη λυπήθηκα λοιπόν και άρχισα να θηλάζω και αυτήν. Θήλαζα συνολικά και τα τρία -το δικό μου αγοράκι και τούτα τα δυο κοριτσάκια- με το γάλα του στήθους μου. Ήμουνα νέα και γερή, έτρωγα καλά και ο Θεός μου 'δωνε τόσο πολύ γάλα, που μερικές φορές σχεδόν ξεχείλιζε από τα στήθη μου. Συνήθιζα μερικές φορές να θηλάζω δυό την ίδια ώρα, ενώ το τρίτο περίμενε. Όταν κάποιο από τα δυό πρώτα χόρταινε, θήλαζα το τρίτο στη θέση του. Και ο Θεός τα 'φερε έτσι ώστε τούτα δω τα καημενούλια να ζήσουν και να μεγαλώσουν, ενώ το φτωχούλι το αγοράκι μου το 'θαψα σαν ήταν δυό χρονών. Και δεν απέκτησα άλλα παιδιά αν και το 'θελα πολύ. Τώρα ο άνδρας μου εργάζεται στο μύλο, στη δούλεψη του εμπόρου καλαμποκιών. Πληρώνεται καλά και έτσι ζούμε άνετα. Μα 'γω δεν έκανα δικά μου παιδιά, και πόση αφόρητη μοναξιά, αλήθεια, θα 'σκιαζε τη ζωή μου χωρίς αυτά τα κοριτσάκια! Πως λοιπόν να μην τα αγαπάω; Είναι το καμάρι και η χαρά της ζωής μου!»

Αγκάλιασε σφικτά με το 'να της χέρι το ανάπηρο κοριτσάκι, ενώ με ανάστροφη την παλάμη του άλλου χεριού της σκούπιζε τα δάκρυα, που 'χαν κατακλύσει τα μάγουλά της. Και η Ματριόνα αναστενάζοντας συγκινημένη είπε: «Είναι σωστή λοιπόν η παροιμία που λέει: "Μπορεί να ζήσει κανείς χωρίς πατέρα ή μητέρα, όχι όμως χωρίς το Θεό"».

Και έτσι καθώς μιλούσαν και ήταν όλοι συγκινημένοι, ξαφνικά όλη η καλύβα φωτίστηκε λαμπρά σαν να έλαμψε ξάφνου ένας καλοκαιριάτικος ήλιος προβάλλοντας από τη γωνία της καλύβας, όπου καθόταν ο Μιχαήλ. Όλοι στράφηκαν έκπληκτοι προς το μέρος του και τον είδαν να κάθεται με τα χέρια του διπλωμένα στα γόνατά του, ατενίζοντας κάπου ψηλά, σαν να 'θελε να δει πέρα από τη σκεπή της καλύβας. Στα χείλη του ήταν χαραγμένο ένα ουράνιο χαμόγελο.


Η ψυχή μιας γυναίκας

Λίγο αργότερα η γυναίκα με τα κοριτσάκια έφυγε. Τότε ο Μιχαήλ σηκώθηκε από τον πάγκο του, σταμάτησε τη δουλειά που έκανε και έβγαλε τη λερωμένη ποδιά του τσαγκάρη, που φορούσε. Κατόπιν στάθηκε μπροστά στο Σίμωνα και τη γυναίκα του, τους έκανε μια βαθιά υπόκλιση και είπε: «Σας αποχαιρετώ, καλά μου αφεντικά. Ο Θεός μου δωσε τη συγνώμη του. Σας παρακαλώ να με συγχωρέσετε και σεις για ότι στραβό έκανα».

Και ξαφνικά είδαν πάλι τη φωτεινή ανταύγεια να περιβάλλει το Μιχαήλ. Και τότε ο Σίμωνας σηκώθηκε από τη θέση του, υποκλίθηκε βαθιά μέχρι το έδαφος μπροστά στο Μιχαήλ και είπε: «Αντιλαμβάνομαι, Μιχαήλ, ότι δεν είσαι ένας κοινός άνθρωπος και γω προσωπικά δεν μπορώ ούτε να σε κρατήσω κοντά μου πια, αλλά και ούτε να απαιτήσω λεπτομέρειες για το τι συμβαίνει με σένα. Σε παρακαλώ μονάχα πες μου τούτο: πως και όταν σε βρήκα και σ' έφερα σπίτι μου, ήσουν τόσο μελαγχολικός και λυπημένος και όταν η γυναίκα μου σου πρόσφερε τροφή, της χαμογέλασες και φωτίστηκε η μορφή σου; Μετά από τόσο καιρό, όταν ο άρχοντας εκείνος ήρθε να παραγγείλει τις ακριβές εκείνες μπότες, χαμογέλασες για δεύτερη φορά και η μορφή σου έγινε ακόμη φωτεινότερη: Και γιατί τώρα, μόλις η γυναίκα μπήκε στην καλύβα μας με τα δυό της κοριτσάκια, χαμογέλασες για τρίτη φορά και έγινες τόσο φωτεινός όσο μια καλοκαιριάτικη μέρα; Πες μου, σε παρακαλώ, Μιχαήλ, γιατί το πρόσωπό σου λάμπει τόσο και ποιος ο λόγος που χαμογέλασες αυτές τις τρεις φορές που ανέφερα προηγουμένως;»

Και ο Μιχαήλ απάντησε: «Αυτό το λαμπερό φως αυγάζει από μέσα μου, γιατί είχα τιμωρηθεί, μα τώρα ο Θεός με συγχώρεσε. Και χαμογέλασα τρεις φορές, γιατί ο Θεός μ' έστειλε να μάθω τρεις αλήθειες και γω τις έμαθα. Τη μια την έμαθα όταν με ευσπλαχνίσθηκε η γυναίκα σου και γι' αυτό χαμογέλασα τότε για πρώτη φορά. Την άλλη την έμαθα όταν ο πλούσιος άρχοντας παράγγειλε τις ακριβές του μπότες. και τότε χαμογέλασα για δεύτερη φορά. Και τώρα, όταν είδα αυτά τα δυο κοριτσάκια, έμαθα την τρίτη και τελευταία αλήθεια και γι' αυτό χαμογέλασα για τρίτη φορά».

Και ο Σίμωνας είπε: «Πες μου, σε παρακαλώ, Μιχαήλ, για ποιο λόγο σε τιμώρησε ο Θεός; Ποιες είναι οι τρεις εκείνες αλήθειες; Μπορώ να τις μάθω και γώ;"

Ο Μιχαήλ τότε απάντησε : Ο Θεός με τιμώρησε, γιατί τον παρακουσα. ΄Ημουν άγγελος στον ουρανό και δεν τον υπάκουσα. Ο Θεός μ΄έστειλε να πάω και να φέρω την ψυχή μιας γυναίκας. Πέταξα λοιπόν στη γη και ανακάλυψα πως η γυναίκα, που κείτονταν μόνη και άρρωστη , είχε μόλις γεννήσει δίδυμα κοριτσάκια. Μόλις που κινιόντουσαν στο πλευρό της μητέρα τους, μα εκείνη ήταν τόσο πολύ εξασθενημένη που δεν μπορούσε ούτε μέχρι το στήθος να τα σηκώσει για να φάνε. Μόλις είδε κατάλαβε πως με είχε στείλει ο Θεός να πάρω την ψυχή τους και κλαίγοντας πικρά με παρακάλεσε : " ΄Αγγελε του Θεού! . Τον άδρα μου μόλις τον έθαψαν . Σκοτώθηκε από ένα δένδρο που ΄πεσε απάνω του. Δεν έχω ούτε αδελφή, ούτε θεία, ούτε μητέρα : κανένα για να φροντίσει τα ορφανά μου. Μην παίρνεις την ψυχή μου ! . ΄Ασε με να φροντίσω τα κοριτσάκια μου, να τα θρέψω μέχρι να σταθούν στα πόδια τους και ύστερα ας πεθάνω. Τα παιδιά δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς πατέρα και μά". Την άκουσα με προσοχή. ΄Επειτα έβαλα το ένα μωρό στο στήθος της και το άλλο στην αγκαλιά της και γύρισα πίσω στον Κύριο στους Ουρανούς.

»Στάθηκα μπροστά στο θρόνο Του και Του είπα: "Δεν μπόρεσα να πάρω την ψυχή αυτής της μητέρας. Ο άνδρας της σκοτώθηκε από ένα δένδρο, που τον καταπλάκωσε. Η ίδια μόλις γέννησε δίδυμα και παρακαλεί να την αφήσουμε να ζήσει. Να τι μου είπε: "Άφησέ με να φροντίσω και να θρέψω τα παιδιά μου μέχρι να μπορέσουν να σταθούν μόνα τους στα πόδια τους. Κανένα παιδί δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τη φροντίδα του πατέρα και της μητέρας του'. Την λυπήθηκα και αποφάσισα να μην πάρω την ψυχή της". Ο Θεός όμως μου απάντησε: "Μπρος! Πήγαινε πίσω και πάρε την ψυχή της μητέρας και φρόντισε να μάθεις τρεις αλήθειες: Τι ενοικεί στην καρδιά του ανθρώπου. τι δεν του 'χει δοθεί. τι είναι απαραίτητο στους ανθρώπους για να επιζήσουν. Μόλις μάθεις και τις τρεις αυτές αλήθειες, τότε θα γυρίσεις στον ουρανό".

»Έτσι ξαναπέταξα πάλι πίσω στη γη και πήρα την ψυχή της μητέρας. Τα μωρά γλίστρησαν από την αγκαλιά της. Καθώς το σώμα της κύλησε άπνου στο πλάι πάνω στο κρεβάτι, πλάκωσε με το βάρος του το ποδαράκι του ενός μωρού και του το 'σπασε. Πέταξα πάνω από το χωριό με πρόθεση να μεταφέρω την ψυχή της στο Θεό. Όμως ένας δυνατός αέρας με συνεπήρε και ένιωσα τα φτερά μου να μη με υπακούουν. Άρχισαν σιγά-σιγά να μαραίνονται μέχρι που αποκολλήθηκαν όλα. Και ενώ η ψυχή της μητέρας, συνεπαρμένη από τον ξαφνικό άνεμο, συνέχισε να ανεβαίνει προς το Θεό, εγώ έπεσα γλιστρώντας κάτω στη γη και βρέθηκα αναίσθητος σχεδόν σε κείνη τη γωνιά του δρόμου, όπου με βρήκες».


Το τελικό μάθημα

Τότε ο Σίμωνας και η Ματριόνα κατάλαβαν πια ποιος ήτα αυτός ο παράξενος ξένος, που ‘χε ζήσει τόσο καιρό μαζί τους, και ποιον τελικά είχαν ντύσει και θρέψει. Και έκλαψαν και οι δυο με δέος και χαρά. Ο άγγελος στο μεταξύ συνέχισε την ιστορία του:

«Βρέθηκα λοιπόν γυμνός και μόνος σ' ένα επίσης έρημο και παγωμένο χωράφι. Δεν είχα ποτέ νιώσει τις ανθρώπινες ανάγκες, το κρύο και την πείνα, μέχρι που έγινα άνθρωπος. Να 'μαι λοιπόν τώρα να τρέμω από την πείνα και το κρύο και να μην ξέρω τι να κάνω. Και ξαφνικά βλέπω από 'κει που καθόμουνα, πάνω στο σταυροδρόμι ένα εκκλησάκι κτισμένο για τη λατρεία του Θεού, και σύρθηκα προς τα εκεί, μήπως και βρω καταφύγιο και προστασία. Μα το εκκλησάκι ήταν κλειδωμένο και δεν μπορούσα να μπω. Έτσι τελικά κάθησα κάτω στο πίσω μέρος του, στην πλευρά του ιερού, για να προστατεύσω τουλάχιστον τον εαυτό μου από τον παγωμένο αέρα. Η νύχτα πλησίαζε και γω εξακολουθούσα να ΄μαι πεινασμένος, παγωμένος και ένιωθα το ξυλιασμένο κορμί μου να πονά.

»Ξαφνικά άκουσα τα βήματα ενός άνδρα, που βάδιζε βαριά κατά μήκος του δρόμου. Είχε ριγμένες στην πλάτη του ένα ζευγάρι μπότες, κρατώντας τες από τα κορδόνια και ταυτόχρονα μιλούσε με τον εαυτό του. Για πρώτη φορά από τότε που 'γινα άνθρωπος αντίκρυζα το φθαρτό ανθρώπινο πρόσωπο και μου φάνηκε τόσο τρομερό και απαίσιο, ώστε απέστρεψα το δικό μου για να μην το βλέπω. Και άκουγα τον άνδρα αυτόν που, κουβεντιάζοντας με τον εαυτό του, αναρωτιόταν πως να προφυλάξει το κορμί του από το κρύο κατά τη διάρκεια του χειμώνα, και πως να θρέψει τη γυναίκα και τα παιδιά του. Και σκέφθηκα: "Εγώ αφανίζομαι από το κρύο και την πείνα και να 'σου τούτος ο καλός σου που σκέφτεται μόνο πως θα ντυθεί αυτός και η γυναίκα του και πως θα βρει ψωμί για τη φαμίλια του. Δεν πρόκειται να με βοηθήσει".

»Όταν ο άνδρας επιτέλους με πρόσεξε, έσμιξε με απορία ανάμεικτη με φόβο τα φρύδια του, τόσο που μου φάνηκε ακόμα πιο αποκρουστικός, και με προσπέρασε βαδίζοντας από την άλλη πλευρά του δρόμου. Απελπίσθηκα! Όμως με έκπληξη σε λίγο τον άκουσα να επιστρέφει. Σήκωσα τα μάτια μου και κοιτάζοντάς τον δεν τον αναγνώρισα σχεδόν: πριν το πρόσωπό του κάλυπτε μια αποκρουστική μάσκα θανάτου. τώρα όμως ήταν όλος ζωή και το πρόσωπό του αντιφέγγιζε ανάγλυφα την εικόνα του Θεού. Με πλησίασε λοιπόν, σκέπασε τη γύμνια μου, με πήρε μαζί του και τελικά μ' έφερε στο σπίτι του.

»Καθώς μπήκα κάτω από τη στέγη της καλύβας του, μια γυναίκα ήλθε να μας συναντήσει και άρχισε να μιλά. Παρατήρησα πως η γυναίκα ήταν ακόμη πιο φρικτή, απαίσια και αποκρουστική απ' ότι ο άνδρας πιο πριν. Μια βρωμερή μπόχα θανατερής σαπίλας αναδυόταν από το στόμα της. Ούτε να αναπνεύσω δεν μπορούσα από τη βρώμα της παρουσίας του θανάτου, που 'ταν απλωμένη γύρω της. Ήθελε με πρωτοφανή και αναίτια κακία να με πετάξει έξω στο κρύο και γω έβλεπα καλά πως αν δεν το κατόρθωνε, θα 'φηνε κεί δα, κείνη τη στιγμή την τελευταία πνοή της. Και έξαφνα ο άντρας της άρχισε να μιλά για το Θεό και κείνη πήρε και μαλάκωσε και άλλαξε η διάθεση και η καρδιά της. Και σαν μου 'φερε τροφή και με κοίταξε, εγώ στήλωσα το βλέμμα μου πάνω της και είδα πως ο θάνατος δεν κατοικούσε πια μέσα της. Είχε πάλι ζωή μέσα και αντιφέγγιζε και αυτή ανάγλυφη την εικόνα του Θεού.

»Τότε ακριβώς κατάλαβα ποια ήταν η απάντηση στην πρώτη αλήθεια, που ο Θεός μου 'χε αναθέσει να μάθω: "Ανακάλυψε τι ενοικεί βαθιά στην καρδιά του ανθρώπου". Η αγάπη! Ω! Ήμουν τόσο ευχαριστημένος και χαρούμενος που ο Θεός τόσο γρήγορα μου αποκάλυψε τη λύση στο πρώτο ερώτημα- αίνιγμα, ώστε χαμογέλασα για πρώτη φορά. Μα δεν τα χα ανακαλύψει ακόμη όλα. Δεν είχα πληροφορηθεί ακόμη τι δεν έχει δοθεί στους ανθρώπους να γνωρίζουν και τι τους είναι απαραίτητο για να επιζήσουν.

» Έμεινα λοιπόν μαζί σας, αφού μου προσφέρατε στέγη και τροφή, και ο πρώτος χρόνος κύλησε γρήγορα. Τότε ένας άρχοντας κτύπησε την πόρτα μας και παρήγγειλε μπότες θέλοντας εγγύηση ότι για ένα όλόκληρο χρόνο, κατά τη διάρκεια του οποίου θα τις φορούσε συνεχώς, δεν θα 'χαναν τη φόρμα τους, ούτε θα ξήλωναν οι ραφές τους. Καθώς τον παρατηρούσα είδα να εμφανίζεται ξαφνικά στο πλάι του ένας συνάδελφός μου -ο άγγελος του θανάτου. Κανείς άλλος εκτός από μένα δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του αγγέλου. Αλλά εγώ τον γνώριζα πολύ καλά και ταυτόχρονα ήξερα ότι πριν να δύσει ο ήλιος θα 'παιρνε την ψυχή του άρχοντα. Και τότε μου πέασε από το μυαλό η ακόλουθη σκέψη: "Τούτος ο ταλαίπωρος κάνει σχέδια για ένα ολόκληρο χρόνο, χωρίς να γνωρίζει ότι θα πεθάνει πριν το δειλινό". Και θυμήθηκα τότε τα αινιγματικά λόγια του Θεού: "Ανακάλυψε τι δεν έχει δοθεί στον άνθρωπο να γνωρίζει".

» Τι ενοικεί βαθιά στην καρδιά του ανθρώπου το γνώριζα ήδη. Τώρα μάθαινα τι δεν του 'χει δοθεί: Δεν μπορεί να αντιληφθεί τις πραγματικές του ανάγκες και ασχολείται πεισματικά με ανούσια και ατελέσφορα πράγματα, που τον απομακρύνουν από τον αληθινό τρόπο ύπαρξής του -αυτόν για τον οποίο τον δημιούργησε ο Θεός- και τον κάνουν να χάνει το δρόμο του και τελικά τη ζωή του. Και τότε χαμογέλασα για δεύτερη φορά χαρούμενος και ευτυχισμένος. Χαρούμενος επειδή είχα δει, μετά από τόσον καιρό που 'χα ανθρώπινη μορφή, έναν από τους συντρόφους μου τους αγγέλους. Και ευτυχισμένος γιατί ο Θεός μου 'χε αποκαλύψει το δεύτερο ερώτημα-αίνιγμα.

»Μα ακόμη δεν είχα βρει όλες τις απαντήσεις στα ερωτήματα. Δεν ήξερα ακόμη τι είναι απαραίτητο στους ανθρώπους για να επιζήσουν. Συνέχισα λοιπόν να ζω και να εργάζομαι μαζί σας μέχρι ο Θεός να μου αποκαλύψει και το τελευταίο ερώτημα-αίνιγμα. Όταν είχαν συμπληρωθεί πια έξι σχεδόν χρόνια ήρθε η γυναίκα με τα δίδυμα κοριτσάκια. Και τότε αναγνώρισα τα κοριτσάκια και άκουσα από τη διήγηση της γυναίκας πως είχαν επιζήσει! Και σαν αστραπή μου πέρασε από το μυαλό η σκέψη: "η μητέρα τους με εκλιπαρούσε για χάρη των παιδιών της να την αφήσω να ζήσει και γω την πίστευσα όταν με διαβεβαίωσε ότι κανένα παιδί δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τον πατέρα ή τη μητέρα του. Και όμως μια ξένη τα θήλασε και τα μεγάλωσε διατηρώντας τα στη ζωή με τη φροντίδα και την αγάπη της". Και μόλις η ξένη εκείνη γυναίκα, αποδεικνύοντας την αγάπη της, αγκάλιασε τα κοριτσάκια ενώ τα μάτια της πλημμύρισαν από δάκρυα φροντίδας και αγαλλίασης, είδα να αντικαθρεπτίζεται και σ' αυτήν η εικόνα του Θεού και αμέσως κατάλαβα τι είναι απαραίτητο στον άνθρωπο για να επιζήσει: η αλλοίωση που η αγάπη του Θεού για τα πλάσματα του προκαλεί στις καρδιές των ανθρώπων. Και είχα πια τη βεβαιότητα ότι ο Θεός, μαζί με την αποκάλυψη του τρίτου ερωτήματος -αινίγματος, με είχε ταυτόχρονα συγχωρήσει. Και τότε πια ένα φωτεινό χαμόγελο ευτυχίας σχηματίσθηκε για τρίτη φορά στα χείλη μου».


Ο ύμνος του αγγέλου

Και τότε μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Σίμωνα και της γυναίκας του αποκαλύφθηκε το άυλο σώμα του αγγέλου πλημμυρισμένο από ένα ουράνιο φως, τόσο εκθαμβωτικά φωτεινό, ώστε το μάτι δεν μπορούσε πια να το αντικρύσει. Και η φωνή του σταδιακά δυνάμωνε, λες και δεν προερχόταν πια απ' αυτόν, αλλά κατευθείαν από τον ουρανό ψηλά. Και ο άγγελος υπογράμμισε:

«Έμαθα πως όλοι οι άνθρωποι δεν επιζούν επειδή μεριμνούν για τους εαυτούς τους, αλλ' εξαιτίας της αγάπης που τους δείχνουν οι συνάνθρωποί τους. Δεν μπορούσε να γνωρίζει η μητέρα από πριν τις ακριβώς χρειαζόντουσαν τα παιδιά της για να διατηρηθούν στη ζωή. Ούτε ο άρχοντας αντιλαμβανόταν τι ο ίδιος πραγματικά χρειαζόταν. Όπως βέβαια κανείς από τους θνητούς ανθρώπους δεν μπορεί να γνωρίζει τι χρειάζεται περισσότερο στο δειλινό μιας πολυπράγμονης και κουραστικής ημέρας: μπότες για το σώμα του ή παντόφλες για το λείψανό του.

» Διατηρήθηκα στη ζωή, όταν ο Θεός μου 'δωσε τη μορφή ανθρώπου όχι επειδή μερίμνησα μόνος μου για τον εαυτό μου, αλλά γιατί με φρόντισε η αγάπη, που σαρκώθηκε στο πρόσωπο ενός περαστικού και επειδή αυτός και η γυναίκα του με ευσπλαχνίσθηκαν και με ελέησαν. Τα ορφανά κοριτσάκια επέζησαν, όχι επειδή τα φρόντισε η στοργή και η αγάπη της μητέρας τους, αλλά επειδή στην καρδιά μιας γυναίκας -που 'ταν ξένη και άγνωστη σ' αυτά- άνθισε η αγάπη, καρποφορώντας έλεος και συμπάθεια γι αυτά. Και όλοι οι άνθρωποι επιζούν όχι από την πολυπραγματοσύνη τους και τις προσπάθειες που καταβάλλουν για την καλοπέρασή τους, αλλά επειδή η αγάπη υπάρχει υποστακτικά στον άνθρωπο.

» Γνώριζα και πριν με τιμωρήσει ο Θεός ότι ο ίδιος εδημιούργησε τον άνθρωπο "εις ψυχήν ζώσαν" με ενδόμυχη ισχυρή επιθυμία να επιζήσει. Τώρα όμως καταλαβαίνω περισσότερα απ' αυτό. Αντιλαμβάνομαι ότι ο Θεός δεν θέλει οι άνθρωποι να ζουν ο καθένας μόνος του στην απομόνωσή του από τους συνανθρώπους του και γι' αυτό το λόγο δεν τους αποκαλύπτει τι ο καθένας χρειάζεται για τον εαυτό του. Αντίθετα, επειδή θέλει να ζουν σε κοινωνία ο ένας με τον άλλο, αποκαλύπτει στον καθένα απ' αυτούς τι όλοι οι υπόλοιποι έχουν ανάγκη.

» Τώρα πια έχω καταλάβει καλά πως αν και οι άνθρωποι έχουν τη λανθασμένη αντίληψη ότι επιζούν γιατί ο καθένας φροντίζει μόνος του τον εαυτό του, η αλήθεια είναι πως μόνο η αγάπη είναι η δύναμη που μπορεί να τους κρατήσει ζωντανούς: "ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ. ότι ο Θεός αγάπη εστί"».

Τελειώνοντας ο άγγελος τον ενθουσιώδη μονόλογό του ύψωσε τη φωνή του υμνώντας μελωδικά το Θεό τόσο δυνατά, που η καλύβα σείσθηκε συθέμελα. Η στέγη της ανοίχθηκε διάπλατα και μια στήλη πυρός υψώθηκε από τη γη μέχρι τα ουράνια. Ο Σίμωνας, η γυναίκα του και τα παιδιά τους έπεσαν κατάπληκτοι στο δάπεδο της καλύβας. Πτέρυγες παρουσιάσθηκαν στους ώμους του αγγέλου και πέταξε ψηλά στον ουρανό.

Όταν ο Σίμωνας «ήλθε εις εαυτόν» από το όραμα, η καλύβα ήταν όπως πριν την εκτυφλωτική παρουσία του αγγέλου και δεν υπήρχε άλλος κανείς σ' αυτήν παρά μόνο ο Σίμωνας και η οικογένειά του.